Πρωτάκια

Προσπαθώ να θυμηθώ τον πρώτο δικό μου χρόνο στο δημοτικό. Θυμάμαι ελάχιστα: ότι η δασκάλα μας ήταν πολύ νέα, την αίσθηση του χώρου της αίθουσας με θρανία ως κάτι καινούργιο, το πού βρισκόταν η τάξη στο κτίριο (η πρώτη δεξιά στο ισόγειο, η πιο κοντινή στις τουαλέτες). Από συμμαθητές θυμάμαι κάμποσους, ζορίζομαι βέβαια, αλλά τους θυμάμαι – πιο καθαρά αυτούς που είχα μέχρι και την έκτη δημοτικού φυσικά.

Γιατί αφού το θυμάμαι σαν κάτι τόσο απλό και τόσο ήπιο, με έχει πιάσει τέτοιο τρακ για τις πρώτες μέρες του δημοτικού;

Ο αγιασμός έγινε την Παρασκευή και ήταν μια απλή διαδικασία – η ανησυχία μας ήταν για το ποια δασκάλα θα έχει, ποιοι συμμαθητές του θα είναι στο ίδιο τμήμα, πότε θα ξεκινήσουν πλήρες πρόγραμμα. Όλα αφορούσαν το μέλλον – κοντινό μεν, αλλά μέλλον.

Σήμερα άρχισαν τα γούστα. Εκεί που την Παρασκευή είχαμε απλά νέο χώρο και την συνάντηση με μερικούς παλιούς συμμαθητές, σήμερα τα βλαστάρι μας ξεκινά για πρώτη φορά να τα κάνει όλα μόνος του: μόνος του θα διαλέξει πού και με ποιους θα κάτσει, μόνος του θα ταχτοποιήσει τα πράγματά του, μόνος του θα αναζητήσει τετράδιο και μολύβι όταν τα χρειαστεί, μόνος θα πάρει άδεια για τουαλέτα και θα βρει και πού είναι στο κτίριο. Το αντράκι μας μεγαλώνει κι εμείς, πανικόβλητοι σαν ανίδεοι πελάτες που μπήκαν στο τραινάκι του λούνα – παρκ, τον βλέπουμε να τα καταφέρνει. Χωρίς να χρειάζεται εμάς και χωρίς να του τα πολύ – ζαλίζουμε.

Δεν φαντάζεστε πόσο δύσκολο είναι να ηρεμήσεις και να το απολαύσεις αυτό.

Έπρεπε να υπήρχε κάποιος τρίτος από μια μεριά. Τα πρωτάκια να παλεύουν να κουμαντάρουν τις καινούργιες, τεράστιες τσάντες (πολύ Γκορμίτι φοριέται φέτος!), να προχωράνε για την αίθουσα όπου θα γνωριστούν με την δασκάλα τους κι από κοντά τσούρμο οι γονείς, αγχωμένοι πολύ περισσότερο από τα παιδιά. Σπρωχνόμασταν κοντά στην πόρτα, να δούμε πού κάθησαν, να δούμε ότι το ύφος τους είναι ήρεμο ότι δεν έχουν αγχωθεί, δεν έχουν στεναχωρηθεί. Κι όλοι οι ενήλικοι με ύφος λες κι η οικογένεια βρίσκεται σε διαδικασία πανελληνίων!

Έτσι, προσπαθώ να θυμηθώ πώς ήταν η δική μου α’ δημοτικού. Δεν θυμάμαι τίποτα από το πώς λύθηκαν τα προβλήματα που τώρα μου φαίνονται βουνό για τον γιο μου: το τι έτρωγα στα διαλείμματα, το πώς και πόσα λεφτά μου έδιναν οι γονείς μου, το πώς πήγαινα στην καντίνα, το ποιος ήταν διπλανός μου. Δεν θυμάμαι καν το όνομα της δασκάλας μου ή αν είχα μπει ποτέ τιμωρία. Κυριολεκτικά, θυμάμαι ελάχιστα πράγματα και τα περισσότερα μπορεί να είναι κι από τις επόμενες τάξεις του δημοτικού. Μάλλον δεν ήταν και τόσο τραυματική η εμπειρία μου. Από την άλλη, φαντάζομαι πως αν ρωτήσω τη μάνα μου, ακόμα θα θυμάται τις αγωνίες που πέρασε εκείνες τις μέρες….

Αχ μωρέ, πώς μεγαλώνουν έτσι! Και πώς γίνεται να είναι πιο δύσκολη η πρώτη μέρα του δημοτικού από την πρώτη μέρα στον παιδικό σταθμό; Ίσως γιατί χάνεται όλο και περισσότερο ο έλεγχος – αυτό όμως δεν είναι κι ο σκοπός; Αυτό δεν θέλουμε, να φύγουν από την οικογενειακή φωλιά έτοιμα να ανοίγονται με σιγουριά στο άγνωστο;

Παύση. Εσύ δεν είσαι που ορκίζεσαι να μην παίρνεις τον εαυτό σου πιο σοβαρά απ’ όσο χρειάζεται; Στο κάτω – κάτω, το καλύτερο πράγμα στον κόσμο είναι να πατά το παιδί σου γερά στα πόδια του.

Έτσι λοιπόν, η μέρα μας ας κλείσει με μια ευχή: Καλή μας χρονιά, και τα καλύτερα μπροστά μας– για όλους μας!

Σκόρπια του Αυγούστου

elephant-in-the-room

Μου λείπει κιόλας αυτός ο Αύγουστος, ο Αύγουστος που με άφησε να σκορπίζω εαυτό και χρόνο, πολύ πιο αμέριμνα από συνήθως. Το πρώτο που με ξένισε στον Σεπτέμβριο ήταν οι κόρνες – τις είχα ξεχάσει. Σκέφτομαι πώς περπατούσα προς το μετρό τα πρωινά και απολάμβανα πόσο όμορφη είναι η Αθήνα άδεια. Δεν είναι τόσο η απολαυστική ησυχία, είναι η συμπεριφορά των ανθρώπων: σε μια άδεια πόλη δεν αξίζει τον κόπο να βιαστείς.

Στο σπίτι, διάβασμα, ταινίες και βιντεο-games. Καμιά ανησυχία. Δε (δείχνω να) με νοιάζει ο χρόνος που περνά σα νερό που τρέχει ανάμεσα στα δάχτυλά μου – δεν τα σφίγγω καν για να τον συγκρατήσω λίγο. Δε με νοιάζει να τον «αξιοποιήσω». Ούτε καν έκανα το νέο σετάρισμα στο ρούτερ που ήθελα, για άλλη μια σαιζόν θα στηριχτώ για ασύρματο ίντερνετ στην καλοσύνη των ξένων.

Πέρασα καλά πάντως. Τις πρώτες εβδομάδες «μοναξιάς» με τραβολόγαγαν οι φίλοι από δω κι από κει. Και τα σινεμά μου πήγα και τα μπαράκια μου, δεν έχω παράπονο. Ίσως μάλιστα αυτό ακριβώς με έκανε να μείνω σιωπηλός τόσο καιρό η αίσθηση ότι δεν υπάρχει κάτι για το οποίο να παραπονεθώ.

Ακούγομαι ασυνάρτητος; Ναι, είμαι κιόλας. Τώρα δα γράφω μόνο και μόνο για να απασχολήσω το πληκτρολόγιό μου. Και το λέω αυτό γιατί είναι φανερό ότι υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο κι αποφεύγω ακόμα και να τον κοιτάξω, πόσο μάλλον να μιλήσω για αυτόν.

Γιατί δεν γράφω πια;

Η πρώτη πιθανή εξήγηση είναι η δουλειά. Έχουν αλλάξει τα πράγματα στο γραφείο, τρέχουμε πολύ περισσότερο από όσο τρέχαμε και τα τηλέφωνα χτυπούν σα δαιμονισμένα. Ακόμα και παραμονή δεκαπενταύγουστου είχα δουλειά – ανήκουστο! Αυτό ωστόσο δεν εξηγεί τίποτα, άλλωστε στην προηγούμενη δουλειά μου έτρεχα περισσότερο και μάλιστα χωρίς λήξη ωραρίου.

Μια άλλη εξήγηση είναι η τεμπελιά – ανέκαθεν η οκνηρία ήταν το θανάσιμο αμάρτημα για το οποίο φοβόμουνα περισσότερο πως με χαρακτηρίζει. Σιχαίνομαι την εικόνα ενός μελλοντικού εαυτού μου, σάπιου και κυκλωμένου από άδεια κουτάκια μπύρας, να σπαταλά την κάθε στιγμή που αναπνέει. Αλλά σιγά την κούραση που φέρνει το γράψιμο, αντίθετα αν είναι πετυχημένο σε ξεκουράζει που περικύκλωσες την έκφραση και την παγίδεψες με λέξεις.

Μήπως απλά δεν έχω άλλα να πω; Μήπως ό,τι είχα να πω το είπα ήδη, μέσα από αυτά τα λίγα χρόνια με ένα παράθυρο στον κόσμο; Εξάντλησα τις πρωτοτυπίες μου κι άρχισα να επαναλαμβάνομαι ήδη. Ε, και; Έτσι κι αλλιώς, τα καλά κείμενα δεν είναι ούτε πρωτότυπα ούτε ρηξικέλευθα. Είναι περίπου αδύνατο να γράψεις κάτι που δεν έχει ήδη γραφεί από κάποιον άλλο, πιθανότατα πολύ πιο ταλαντούχο από σένα. Ωστόσο, όταν βουτάς βαθειά σε αυτά που είναι δικά σου, όταν κάτι που είναι αληθινό και προσωπικό το ψαρεύεις και το εκθέτεις, σαν πολύτιμο εύρημα από τα βάθη των ωκεανών, τότε το κείμενο είναι καλό. Αυτό δεν τελειώνει. Μπορεί να επαναλαμβάνεται, αλλά δεν τελειώνει. Ίσως βέβαια δεν θέλω πια να δείχνω όσα ψαρεύω: αυτό εξηγεί και το πόσο αυξημένο είναι το πλήθος των draft που ξέρω ότι δεν θα βγουν ποτέ στην βιτρίνα.

Μία εξήγηση μένει τότε, οι ψυχαναλυτικές θεωρίες του κώλου. Όσες φορές άρχισα να νιώθω ότι πάει καλά το γράψιμό μου, κάτι συνέβαινε και η ζωή μας πήγαινε χάλια. Έχουμε δεχτεί χτυπήματα τέτοια, να δίνουν αφορμές για τόσο γράψιμο, που αναρωτιέμαι αν τα τραβάω πάνω μας σα μαγνήτης της καταστροφής. Κάθε φορά που αναθάρρησα ότι κάπως πάει να πάρει τα πάνω η (όποια) δημιουργικότητα μου, ερχόταν ένα χαστούκι ακόμα από την πραγματική ζωή. Σχεδόν φοβάμαι ότι τα προκαλώ. Τέτοια εγωιστική αντίληψη του σύμπαντος δηλαδή. Αν το τραβήξω, θα μπορούσε να με ρίξει ακόμα και στη μελέτη των ζωδίων – φτου φτου φτου και μακριά από μας.

Βάλτα κάτω. Σκέψου τα. Δες τα σοβαρά – μία ευκαιρία έχεις, τούτη εδώ. Άλλη καμιά.

Ώρα για να ξεσκουριάσω. Σχεδόν υποχρεωτικά. Μου το χρωστάω – σε μένα και στους ανθρώπους μου.

Ώρα να συμμαζέψω όσα σκόρπια μου έδωσε αυτός ο Αύγουστος.

Εν χορώ ουγκ ουγκ

Αντιγράφω από εδώ:

Σε δεύτερη μοίρα πέρασε το αγωνιστικό σκέλος και η ήττα από τον Ολυμπιακό Βόλου με 2-1, αφού την παράσταση «έκλεψαν» οι ανεγκέφαλοι οπαδοί των γηπεδούχων, που έκαναν ρατσιστική επίθεση στο Σισέ. Το ενδεχόμενο να καταγγείλει το περιστατικό στην ΟΥΕΦΑ εξετάζει ο Σισέ.

Έπαιρνε λέει την μπάλα ο άνθρωπος, ο οποίος πληρώνεται για να προσφέρει θέαμα και ψυχαγωγία στους κάφρους της εξέδρας, κι άρχιζαν να του φωνάζουν “ουγκ ουγκ” εν χορώ. Ωραία πράγματα.

Δεν θα πω ούτε πόσο άξιους περιφρόνησης βρίσκω όποιους συμπεριφέρονται έτσι, ούτε ότι ξέρουμε πολύ καλά πόσος ρατσισμός υπάρχει γύρω μας. Και τα δύο τα θεωρώ περίπου αυταπόδεικτα. Το γιατί έχουν γίνει αυταπόδεικτα έχει ενδιαφέρον, και φαίνεται από μια λεπτομέρεα της είδησης: ο Σισέ (και όχι ο Παναθηναϊκός) εξετάζει να καταγγείλει το περιστατικό στην ΟΥΕΦΑ.

Κι αναρωτιέμαι: ο Σισέ (και ο κάθε Σισέ) είναι αυτός που πρέπει να κάνει καταγγελία; Όχι η ομάδα του (και η κάθε ομάδα παίκτη που θα βρεθεί εκτεθειμένος σε αντίστοιχη συμπεριφορά); Ο εργοδότης δεν οφείλει να προστατέψει τον εργαζόμενό του σε τέτοιες περιπτώσεις; Η ουδετερότητα δεν είναι τελικά συνενοχή; Κι όλα αυτά, γιατί; Μην τυχόν χαλάσουμε τις σχέσεις μας με την άλλη ομάδα; Αυτό είναι το παιχνίδι στην Ελλάδα τελικά, κι όχι να καθαρίσει το γήπεδο από τις βρωμιές που έχουν στήσει οικοσύστημα εκεί μέσα…

Το ξέρω ότι υπάρχουν πολλά άλλα για σχολιασμό (εκλογές, γρίπες, σχολεία που ανοίγουν, κλπ κλπ κλπ), αλλά το αυγό του φιδιού έχει αρκετό καιρό που επωάζεται στο Ελλαδιστάν και κάτι τέτοια είναι απλώς χαρακτηριστικά του ευρύτερου προβλήματος που υπάρχει. Όχι, το πρόβλημα δεν είναι ότι έχουμε ρατσιστές (στα γήπεδα, στη βουλή, στα γραφεία, στα σχολεία μας). Το πρόβλημα είναι ότι δεν τους καταγγέλουμε για να μην χαλάσουμε τις καρδιές μας…

Πεσκανδρίτσα (η)

post-5901-1229876753_thumb

Τερατόμορφο πλην γευστικότατο ψάρι του γένους Lophius Piscatorius. Ζει σε αμμουδερό βυθό, σε αρκετό βάθος, και έρπει καταβροχθίζοντας ό,τι βρεθεί στο διάβα της. Τα μάτια βρίσκονται στην κορυφή του κρανίου κι έχει πελώριο στόμα με άνοιγμα έως 30 εκατοστά. Γύρω από το στόμα της κρέμονται προεξοχές σαν κουρελάκια τις οποίες κουνάει για να προσελκύσει ψάρια τα οποία με μία απότομη κίνηση καταπίνει, ενώ από το κεφάλι της κρέμεται μια φωτεινή κεραία που επίσης έχει τον ρόλο του δολώματος (αυτό μόνο στα deluxe μοντέλα). Τα φιλέτα της (κυρίως από την ουρά) είναι πολύ νόστιμα Άμα συλληφθεί πωλείται χωρίς κεφάλι, ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος υστερικών κρίσεων ή λιποθυμιών μπροστά στους άλλους πελάτες του ιχθυοπωλείου. Ωστόσο, όποιοι μεζεκλήδες επιμείνουν να πάρουν και το κεφάλι θα απολαύσουν εξαιρετική ψαρόσουπα. Στα εστιατόρια απολαμβάνει την φήμη σταρ μετά την εμμονή που έχει δείξει για αυτόν ο Λευτέρης ο Λαζάρου και μάλιστα σε βάθος χρόνου – ωστόσο, στις ψαροταβέρνες είναι (πρακτικά) άγνωστη.

Ο Αριστοτέλης το αναφέρει σαν “Βάτραχος ο αλιεύς”, λέγεται και βατραχόψαρο καθώς και φλάσκα. Στην Καβάλα την λένε φανάρι. Αν είστε αγγλόφωνοι, θα το γνωρίζετε ως monkfish. Αν χρησιμοποιείτε σλανγκ (slang), θα αποκαλέσετε πεσκανδρίτσα την γυναίκα με πρόσωπο βατραχιού αλλά σώμα αναφοράς. Προσέξτε ωστόσο ότι διαφοροποιείται από την γνωστή γκόμενα-γαρίδα, διότι δεν πετάς το κεφάλι – παρά την αποκρουστική του όψη έχει κρυφά χαρίσματα (χιούμορ, πνεύμα, προσωπικότητα, κλπ), οπότε η πεσκανδρίτσα εξιλεώνεται.

Αναφέρεται συχνά στις συζητήσεις των ελλήνων blogger (1ης γενιάς) όταν προσπαθούν να αποφύγουν το θέμα twitter και για αυτό αναζητούν κάτι εντελώς άσχετο για συζήτηση. Παράδειγμα: «-Χα, χα,χα! Τους είπα ότι δεν ξέρετε πώς δουλεύει το twitter και ξέρετε τι μου λένε; – Δεν ξέρουμε τι σου λένε, αλλά ρώτα τους αν ξέρουν τι γεύση έχει η πεσκανδρίτσα και μετά να φέρουν τα μούτρα τους να μας πουν για social networks και τα συναφή!»

Επιτέλους!

Επιτέλους διακοπές! :)

motivational-monday-funny-4

Τα λέμε σε δυο βδομάδες, όταν θα είμαι μαυρισμένος, χαλαρός και θα προσπαθώ ακόμα να ξεσουρώσω από τις αυγουστιάτικες νύχτες μας – μέχρι τότε,  φιλιά και να περνάτε υπέροχα, όπου και αν είστε!!!

Ταβερνάκι σε παραλία

935_01

Στα πλαίσια των οικογενειακών θερινών παραδόσεων, πάντα (ή σχεδόν πάντα) το μπάνιο μας γίνεται κοντά σε κάποιο παραλιακό ταβερνάκι. Τις τελευταίες δύο ημέρες λοιπόν, έχει γίνει δύο φορές ο ίδιος ακριβώς διάλογος σε δύο διαφορετικά μαγαζιά. Enjoy.

- (γιος): Πεινάω, πεινάω πολύ!
- (μαμά): Τι θέλεις να παραγγείλουμε;
- (γιος): Να πάρουμε ένα ούζο για τον μπαμπά και να φάω το μεζέ του.

Λίγο αργότερα

- (μαμά – προς γκαρσόνι): Ένα ούζο με μεζέ παρακαλώ.
- (γκαρσόνι – προς μαμά): Τι μεζέ, κρεατικό ή ψαρικό;
- (μαμά – προς γιο): Τι μεζέ προτιμάς για το ούζο;
- (γκαρσόνι – προς γιο): Συγνώμη, για σένα είναι το ούζο;;;;

Μην μου πείτε ότι δεν προσφέρουμε απλόχερα χαμόγελα στις παραλίες…. :D

Άνθρωποι στη Σελήνη

Αυτό τον καιρό, με την επέτειο των 40 ετών από την προσεδάφιση του πληρώματος του Apollo 11 στο φεγγάρι, είχαμε την χαρά να θυμηθούμε πόσο πολλοί λάτρεις των θεωριών συνωμοσίας υπάρχουν γύρω μας. Πιστεύω ότι, ειδικά στην Ελλάδα, μια χώρα στην βουλή της οποίας ελέχθη ότι ο Κίσσιντζερ ήθελε να καταστρέψει την γλώσσα των Ελλήνων (και μάλιστα στα σοβαρά), είμαστε γεμάτοι από λάτρεις των θεωριών συνωμοσίας. Οι θεωρίες συνωμοσίας έχουν γούστο, γιατί ο πιστός τους ξέρει κάτι που οι άπιστοι δεν ξέρουν (τις λεπτομέρειες της συνωμοσίας) και ως εκ τούτου είναι πολύ πιο έξυπνος από αυτούς. 1-0 για τον πιστό.

Έχει πλάκα γενικά να πιστεύεις ότι υπάρχει μια παγκόσμια συνωμοσία πίσω από οποιαδήποτε καταστροφή χτυπά. Η επίθεση στους Δίδυμους Πύργους, η εξάπλωση της επιδημίας του AIDS, η επιτυχία του Μιχάλη Χατζηγιάννη, κάθε ανήκουστη τραγωδία της ανθρωπότητας οφείλεται σε συνωμότες.

Αναρωτιέμαι ωστόσο πώς πιστεύουν οι οπαδοί των θεωριών συνωμοσίας ότι περνάνε την ώρα τους οι συνωμότες. Έχουν κάποιο κλαμπ (μασονικό σίγουρα) όπου μαζεύονται, βγάζουν τις ανθρώπινες μάσκες τους (αφού, όπως όλοι ξέρουμε, είναι ερπετά ή ίσως ακόμα και Εβραίοι) και σχεδιάζουν την επόμενη κίνησή τους;

- Ξέρω τι να κάνουμε, να χρησιμοποιήσουμε bar codes για να ελέγχουμε τους ανθρώπους!
- Όχι, όχι, έχω ένα καλύτερο! Να προξενήσουμε επίτηδες ένα θανατηφόρο τσουνάμι στην Ινδονησία και να μην προειδοποιήσουμε κανέναν για αυτό!
- Μήπως καλύτερα να κάνουμε πειράματα με τα αέρια από τις εξατμίσεις των αεροπλάνων;
- Παιδιά, το βρήκα! Θα εκπέμπουμε εικόνες για κλάσματα δευτερολέπτων από την τηλεόραση, εμβόλιμα στο πρόγραμμα, μέχρι να τους κάνουμε όλους πειθήνιους και άβουλους υπηρέτες μας.

Οι θεωρίες συνωμοσίας έχουν κοινά στοιχεία με τα urban legends φυσικά, αλλά δεν ταυτίζονται. Έχει γέλιο να πιστεύεις ότι χάσαμε για μία ψήφο την ανακήρυξη των Ελληνικών σε επίσημε γλώσσα των ΗΠΑ (το ίδιο ακριβώς πιστεύουν και οι Ισπανοί για τα Ισπανικά btw), αλλά το παραμύθι δεν έχει δράκο κι έτσι είναι ελαφρώς ανιαρό. Πρέπει το έργο να έχει γαμάτους κακούς για να κόψει εισιτήρια. Οι μόνοι αστικοί μύθοι που εξαιρούνται είναι αυτοί που σχετίζονται με σεξ. Όλοι έχουμε ακούσει πως «η μεγαλύτερη συλλογή πορνό βρίσκεται στο Βατικανό» και ξέρουμε κάποιον που ξέρει κάποιον που δούλευε εκείνη την βάρδια στον Ευαγγελισμό, όταν πήγε η Βίσση με το μπουκάλι. Ή, έστω, οι μύθοι που ταιριάζουν σε ταινίες τρόμου: πώς ξύπνησα μέσα στην μπανιέρα με το τηλέφωνο δίπλα μου κι ένα νεφρό να λείπει, πώς ξέθαψαν κάποιον κι ανακάλυψαν με τρόμο ότι είχε γυρίσει μπρούμυτα μέσα στο φέρετρο, τέτοια.

Οι λάτρεις λοιπόν πιστεύουν ότι ο Άρμοστρονγκ δεν περπάτησε στο φεγγάρι. Είμαι βέβαιος ότι, κατά τον ίδιο τρόπο, υπήρχαν πολλοί κάτοικοι της αναγεννησιακής Ευρώπης που δεν πιστεύαν ότι ο Κολόμβος ανακάλυψε μια νέα ήπειρο. Από την στιγμή όμως που, ακόμα και αυτοί, δέχτηκαν ότι η Γη είναι στρογγυλή, έρχομαι, στα πλαίσια του κοινωνικού έργου του παρόντος βλογ, να διαλύσω μία και για πάντα τις αμφιβολίες: η προσελήνωση έγινε.

Δεν ήμουν εκεί φυσικά, και δεν είμαι ειδικός ούτε στην επεξεργασία φωτογραφιών ούτε στην επεξεργασία πετρωμάτων ή ραδιο-σημάτων. Θα επικαλεστώ την κοινή λογική.

Το Πρόγραμμα Απόλλων έγινε κυρίως για πολιτικούς κι όχι τόσο για επιστημονικούς σκοπούς. Ήταν το αποκορύφωμα του Ψυχρού Πολέμου, η ΕΣΣΔ (την θυμάστε την ΕΣΣΔ? Και οι γεννηθέντες από το 1980 και μετά?) είχε ήδη στείλει τον Γκαγκάριν στο διάστημα και άρα έπρεπε γρήγορα να κάνουν κάτι καλύτερο. Απόδειξη για αυτό είναι ότι τα τελευταία χρόνια ξαναφούντωσε η συζήτηση για διαστημικές αποστολές – τώρα είμαστε επιστημονικά έτοιμοι για κάτι τέτοιο.

Κάτι λοιπόν τόσο πολιτικό και τόσο προβεβλημένο μπορεί να μην έγινε και να κρατήθηκε το μυστικό από τα μάτια και τα αυτιά των σοβιετικών; Είναι δυνατόν να είχαν αποδείξεις τα κουμούνια ότι οι βρωμεροί ιμπεριαλιστές ψεύδονταν και να μην τις δημοσιοποιούσαν από τότε; Και μάλιστα με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη βαβούρα μπορούσαν;

Λένε βέβαια ότι οι φωτογραφίες είναι παράξενες. Οι σκιές λάθος, η σημαία κυματίζει. Τα αυθεντικά φιλμ η NASA λέει ότι έγραψε από πάνω τους. ΟΚ. Μια πιθανή εξήγηση είναι να πήγαν, να ήρθαν, αλλά οι φωτογραφίες να μην ήταν αρκετά εντυπωσιακές για το κοινό. Κι έτσι να σκηνοθέτησαν μερικές. Έχω κι εγώ τέτοιες, με συμφοιτητές μου από το μεταπτυχιακό: την ημέρα του Πάσχα βγάλαμε φωτογραφίες σα να χορεύαμε τσάμικο, αλλά στην πραγματικότητα στεκόμασταν ακίνητοι για να φαινόμαστε σα να χορεύαμε τσάμικο. Greek Ylenti ’97. Ah, those were the days.

Ή ακόμα να ξέχασαν τη μηχανή στη Γη. Φανταστείτε διάλογο:

- Νηλ, που είναι η κάμερα;
- Φακ! Την αφήσαμε σπίτι! Houston, we have a problem!

Τέλος πάντων, είμαι πεπεισμένος ότι πήγαν, ακόμα κι αν δεν είναι όλες οι φωτογραφίες του ταξιδιού ιδιαίτερα…αυθεντικές.

Άλλοι πάλι λένε ότι με τα κομπιούτερ της δεκαετίας του ’60 ήταν αδύνατο να γίνει τέτοιο ταξίδι. Το πραγματικό πρόβλημα βέβαια (κι εδώ είναι που το ποστ αρχίζει να γίνεται for the festivals) είναι ότι η ανθρωπότητα έχει πάρει κάποια λάθος στροφή και πάει κατά διαόλου. Η τεχνολογία μας όσο πάει χειροτερεύει (ναι, ναι, ακολουθούν αποδείξεις). Λένε πως η τεχνολογία της εποχής δεν επαρκούσε για να σε πάει και να σε φέρει από το φεγγάρι, κι όμως! Τότε, οι θήκες για τις μπαταρίες δεν είχαν βίδα. Τώρα, για να αλλάξεις μια γαμημένη μπαταρία χρειάζεσαι κατσαβίδι. Αδειάζουν οι μπαταρίες κι αντί να κάνεις μια κίνηση να ξεμπλέκεις, πρέπει να πας στη ντουλάπα του διαδρόμου, να κάνεις στην άκρη τα πολύμπριζα που χρησιμοποιείς μόνο για τα χριστουγεννιάτικα φωτάκια, να σηκώσεις το τρυπάνι, να σπρώξεις στο βάθος το σφυρί και την ξυλόκολλα και να βρεις ένα κατσαβίδι που (σχεδόν σίγουρα) θα είναι λάθος μέγεθος. Αν αυτό δεν είναι δραματική οπισθοχώρηση στον τεχνολογικό τομέα, δεν ξέρω τι είναι!

Μυρίζομαι την βρώμικη, σιχαμένη ανάμειξη κάποιου δικηγόρου στην όλη υπόθεση. Κάποιος, κάπου, με εξυπνάδα συγκρίσιμη με αυτήν ενός ευνουχισμένου πεπονιού (huh?), τραυματίστηκε ψυχολογικά, επειδή πήγε να πιάσει το τηλεκοντρόλ, η μπαταρία βγήκε απότομα κι αυτός σκιάχτηκε. Ή άργησε να αλλάξει κανάλι. Πω – πω ζημιά. Τέλος πάντων, έκανε μήνυση. Και κέρδισε. Ίσως ο δικαστής ήταν κι αυτός από την Φρουτοπία. Κι από τότε, όλοι οι κατασκευαστές κατσαβιδιών τρίβουν τα χέρια τους από ικανοποίηση και η αλλαγή μπαταρίας

Η ανθρωπότητα λοιπόν πάει όλο και πιο χάλια. Κι αν ποντάρετε στο αντίπαλο δέος της τεχνολογίας, στα θαύματα, σας έχω δυσάρεστα νέα: κι εκεί έχουμε πέσει στην Γ Εθνική. Κάποτε, ο Ιησούς θεράπευε τους λεπρούς από την αρρώστια τους. Σήμερα, στο Κολωνάκι κυρίως, αρρώστια θεωρείται η νευρική ανορεξία. Ναι ρε φίλε, αντιμετώπισέ το: αρρώστια για θαύματα είναι όταν πέφτουν κομμάτια από την σάρκα σου και όχι όταν παραπονιέσαι πως έχεις κάνει τόσες φορές εμετό που το σώμα σου ξερνά από μόνο του μόλις μπει τροφή μέσα του. Τζήσους δηλαδή!

Λοιπόν, συμπεράσματα, για να τελειώνουμε. Ήταν ένα μικρό βήμα για τον άνθρωπο κι ένα μεγάλο άλμα για την ανθρωπότητα – και πραγματικά συνέβη. Μπράβο τους και μαγκιά τους και ζήτω η επέτειος των 40 ετών από τότε. Πιθανότατα όμως δεν μπορούσαν να δουν από κει πάνω το Σινικό Τείχος: άλλος ένας urban legend που έπρεπε να γκρεμίσουμε.

Εντάξει, αρκετά ασυνάρτητο για σήμερα; Για άνθρωπο που αδημονεί για τις (κυρίως) διακοπές του;

Οκ, το κόβω εδώ τότε. Καλό ΣΚ! :)

Ο Γκιούλιβερ στη χώρα των νάνων

Ο Γκιούλιβερ στη χώρα των νάνων – οικιακή τραγωδία σε τρεις πράξεις

Πρόσωπα του έργου:

  • Γκιούλιβερ: ο Μπαμπάκης, βλόγερ και οικιακός σεφ
  • Νάνοι: οι σκνίπες, ιπτάμενες και σιχαμένες
  • Αδελφός: ο αδελφός του Μπαμπάκη, υπομονετικός και υποσχόμενος νέος

Σκηνή: αστική κουζίνα

Περίληψη έργου

Πράξη Α’

Ο Μπαμπάκης – Γκιούλιβερ έχει καλέσει τα αδέλφια του (δύο: αδελφός και αδελφή) για βράδυ. Είναι απόγευμα και το σπίτι είναι άδειο, ο άμαχος πληθυσμός διακοπεύει στις παραλίες της εξωτικής Πελοποννήσου. Ο Μπαμπάκης μαγειρεύει το κυρίως (ψαρονέφρι γεμιστό με χαλούμι), φτιάχνει σάλτα και διαλέγει το κρασί. Με τον ερχομό του Αδελφού, ο Μπαμπάκης ανοίγει το ντουλάπι για να βρει ρύζι. Η πρώτη πράξη τελειώνει με τους ήρωες να συνειδητοποιούν έντρομοι τους νάνους: το ντουλάπι με τα ζυμαρικά είναι γεμάτο ζωύφια.

Πράξη Β’

Μπαμπάκης και Αδελφός αρχίζουν να κοπανάνε σκνιπάκια. Μετά από σύντομη και αδιέξοδη χορογραφία, ο Αδελφός προτείνει να αδειάσουν το ντουλάπι. Το κάνουν – τα πράγματα μετακινούνται στο μπαλκόνι όπου τινάζονται και απομονώνονται. Εντοπίζεται ο ένοχος: ένα τσουβαλάκι τραχανά στο βάθος του ντουλαπιού είχε μαμουνιάσει. Αρχίζουν να ελέγχουν τα γειτονικά ράφια – τα ζωύφια έχουν εξαπλωθεί και προς τα μπαχαρικά. Η πράξη συνδυάζει την σασπένς της αναζήτησης ενόχου σε αστυνομικό μυστήριο με στοιχεία κωμωδίας σλάπστικ. Στο τέλος της πράξης, ο Μπαμπάκης δανείζεται ρύζι από γειτονικό σπίτι για  να φάνε ένα ρημαδο-πιάτο φαί.

Πράξη Γ’

Το επόμενο πρωί, ο Μπαμπάκης σέρνεται μέχρι την καφετιέρα. Σε ένα συγκινητικό μονόλογο, αντάξιο συνεχιστή του «Να ζει κανείς ή να μη ζει», μεταδίδεται η αγωνία του ανθρώπου που έβλεπε όλο το βράδυ στον ύπνο του σκνίπες. Η σκηνοθεσία έντεχνα καθυστερεί την κρίσιμη στιγμή, όταν ο Μπαμπάκης θα ελέγξει αν υπάρχουν ακόμα σκνίπες στο ντουλάπι. Παρεμβάλλονται επισκέψεις στο μπάνιο, Πρωινή Γραμμή, ξύρισμα, ντύσιμο. Η αγωνία του θεατή για την επικείμενη κάθαρση κορυφώνεται. Ο Μπαμπάκης ανοίγει απότομα το ντουλάπι και το καθαρίζει άλλη μια φορά, παρότι βρίσκει μόνο μία σκνίπα μέσα (Last of the Sknipas). Το έργο ολοκληρώνεται με τον Μπαμπάκη να αποχωρεί να πάει στη δουλειά του και την άδεια κουζίνα να συμβολίζει (τι άλλο?) την αλλοτρίωση της σύγχρονης κοινωνίας της ζούγκλας στην οποία ζούμε.

Αυλαία

ΥΓ: Κι αν γελάτε, να σας δω τι ποστ θα ανεβάζατε εσείς έτσι κι ανακαλύπτετατε μαμούνια στο ντουλάπι σας! :)

Place your bets

Και, όχι, δεν είναι το Νησί (για τους παλιούς και γνώστες). Γράφουμε απουσία φέτος. Ο καταπέλτης όμως θα πέσει για να δείξει ξεραϊλα – όπως ακριβώς πρέπει δηλαδή, για να καταλάβεις ότι ήρθε.

kiklades_map

Το καλοκαίρι ξεκινά… :)

Fumé

no_smoking

Ο Vineet, ο αδελφός μου ο Ινδός (είμαστε αδέλφια αν και έχουμε γεννηθεί από άλλους γονείς, ΟΚ?), ο Vineet λοιπόν είχε μια ζωή πολιτισμικές απορίες. Γιατί κάνετε αυτό, γιατί κάνετε το άλλο. Όχι ότι κι εγώ δεν τον έπρηζα για την Ινδία και τον τρόπο που βλέπουν τις ζωές τους εκεί, αλλά κι αυτός μες την απορία ρε παιδί μου.

Ο Vineet λοιπόν έλεγε πως πάντοτε οι Έλληνες είμαστε μες τις εξαιρέσεις. Οτιδήποτε του λέγαμε είχε την δομή «Στην Ευρώπη κάνουμε έτσι κι έτσι, όμως στην Ελλάδα…» ή «Οι μεσογειακές/βαλκανικές χώρες κάνουν έτσι κι έτσι, όμως ειδικά στην Ελλάδα…» και άλλα τέτοια. Ήταν αποφασισμένος πως κάθε φορά που του περιγράφαμε κάτι θα είχαμε και extra session για τις εξαιρέσεις του κανόνα.

Κάπως έτσι απαγορεύτηκε και το κάπνισμα.

Από σήμερα υποτίθεται ότι θα αρχίσει να συμβαίνει το αυτονόητο στην Ελλάδα, από σήμερα δηλαδή υποτίθεται ότι δεν καπνίζουμε σε κλειστούς χώρους.

Εκτός αν υπάρχει ένα γυαλί δύο (2) μέτρων για να διαχωρίζει τους καπνιστές από τους άκαπνους. Τι καπνό φουμάρουνε και δεν θα ανεβαίνει πάνω από τα 2 μέτρα; Το smoke monster στο Lost δεν το έχουν δει;

Εκτός επίσης αν η εταιρεία έχει πάνω από 50 άτομα προσωπικό. Ναι, καλά. Αν ο διευθυντής είναι καπνιστής, ποιος θα του πει να βγει έξω; Αν ο υποψήφιος πελάτης που έχει έρθει για διαπραγμάτευση βγάλει τσιγάρο, ποιος θα του πει όχι;

Εκτός τέλος αν πρόκειται για χώρους (κάτω των 70 τμ)  που έχουν δηλωθεί ως καπνιζόντων. Σε αυτή την περίπτωση φυσικά δεν είναι υποχρεωτικό να καπνίζει όποιος βρίσκεται μέσα στο χώρο, σωστά; Άρα, μιλάμε για διατήρηση του ίδιου καθεστώτος με το σημερινό. Απόδειξη;

Σύμφωνα με τον δήμαρχο Θεσσαλονίκης,Βασίλη Παπαγεωργόπουλο,από τις 330 αιτήσεις που έχουν καταθέσει οι ιδιοκτήτες των καφέ – μπαρ, ψησταριών, κυλικείων κ.α. στις αρμόδιες υπηρεσίες του δήμου, οι 327 -δηλαδή σχεδόν το 100%- θέλουν να χαρακτηριστούν τα καταστήματα τους ως χώροι για καπνιστές.

Με άλλα λόγια, ταρατατζούμ ταρατατζούμ, βγήκα 750 φορές μέσα σε 6 μήνες στην τηλεόραση για την απαγόρευση, δεν είμαι κούκλος στο γυαλί; Όμως, ξέχασα τελικά να απαγορέψω το κάπνισμα – ή μάλλον το απαγόρευσα αλλά έβαλα τόσες εξαιρέσεις που όλο και κάποια θα καλύπτει όποιον θέλει να καπνίσει.

Ώρες – ώρες πιστεύω ότι όλα γίνονται σε αυτή την χώρα για το θεαθήναι. Υπερβολικός, ε;

ΥΓ: Προφανώς είμαι υπέρ της απαγόρευσης του καπνίσματος, αλλά θεωρώ ποιο λογικό να εξεταστούν οι όροι και οι τρόποι παρά να αρχίσουμε να μετράμε τετραγωνικά και τζάμια. Θα ήθελα δλδ οι προδιαγραφές εξαερισμού να είναι βελτιωμένες για όλους τους χώρους, όχι μόνο για τους καπνιζόντων. Θα ήθελα να λαμβάνεται μέριμνα για τους καπνιστές, αλλά όχι να τους δίνεται η ευκαιρία απλά να συνεχίσουν όπως παλιά. Και θα ήθελα πολύ να καταλάβω αν καλύπτεται κάθε είδους κάπνισμα: στα εστιατόρια δλδ θα καταργηθούν τα πούρα;

Πιο σημαντικό: Τι θα γίνει με αυτούς που ήδη καπνίζουν όπου βρεθούν; Γιατροί σε ώρα διάγνωσης ας πούμε. Ή οδηγοί λεωφορείων – που φορμάρουν και το κρατάνε στο ανοιχτό παράθυρο ώστε να φυσά ΟΛΟΝ τον καπνό ο αέρας προς τα μέσα; Είτε τέλος οι ταρίφες, που πήραν μάλιστα πρόσφατα κι ένα κουβά αύξηση; Δλδ δεν έχουμε καταφέρει να φέρουμε σε λογαριασμό τις υπάρχουσες απαγορεύσεις, οι νέες μας μαράνανε; Αλλά τι ψάχνω; Προχειρότης προχειροτήτων, τα πάντα προχειρότης…