Το ποστ του αντάπτορα

Ήθελα έναν κάπως εκκεντρικό adapter (usb θηλυκό σε καρφί για ακουστικά στερεοφωνικού). To βρήκα μέσω skroutz σε 2 μαγαζιά στην Αττική, στα €4, το ένα κοντά μου. Τηλεφωνώ για διαθεσιμότητα:
– Ναι, υπάρχει, αλλά για να μπορέσετε να περάσετε από εδώ πρέπει να κάνετε μια παραγγελία τουλάχιστον €7.
– Μα, αν το παραγγείλω αλλιώς, θα το στείλετε με courrier κι η συνολική χρέωση θα περάσει τα € 7 έτσι κι αλλιώς.
– Ναι.
– …
– Αν σας το στείλουμε θα πληρώσετε και το courrier, αλλά για να σας δεχτούμε εδώ η παραγγελία πρέπει να ξεπερνάει τα €7, αυτή είναι η πολιτική.
– … (ενώ προσπαθώ να χωνέψω το αδιέξοδο). Καλά. Ευχαριστώ.

Το βρήκα 3′ αργότερα, μέσω ebay, στα $ 0.99, *με* έξοδα αποστολής.

Δεν είμαι σίγουρος πώς να το σχολιάσω. Τα ποσά είναι πολύ χαμηλά (εκτός αν κάνεις το λάθος να τα σκεφτείς σε ποσοστά). Θεωρώ παράλογη την εμμονή στην «πολιτική» τους, εμμονή η οποία τελικά με έσπρωξε σε άλλη λύση. Φοβάμαι ότι είναι ένα ακόμα μικροσκοπικό, μυωπικό παράδειγμα του προβλήματος νοοτροπίας που έχουμε, καθώς αρνήθηκαν τη (χαμηλή ομολογουμένως) παραγγελία μου, προσπάθησαν να ανεβάσουν το ποσό και με έχασαν τελείως.

Δεν είμαι καν σίγουρος ότι αξίζει να σχολιαστεί. Απλά, σε ένα περιβάλλον που τόσο γρήγορα και τόσο απλά μπόρεσα να εντοπίσω εναλλακτική από Κίνα ή τρέχα γύρευε πού, η έννοια του ανταγωνισμού θα πρέπει να οριστεί ξανά από την αρχή. Για πολλούς.

Κι είπα να μοιραστώ αυτή την γκατζετο-σαχλαμάρα μου μαζί σας.

Η επιλογή Χίλαρι

 imagegen-ashx

Με τον κίνδυνο να γίνω (άλλος ένας) μετά Χριστόν προφήτης, σκέφτομαι από το πρωί κάτι παλτά (το παλτό – τα παλτά, όπως λέμε το κακάο – τα κακάα) που πέρασαν κατά καιρούς από τις ελληνικές ποδοσφαιρικές ομάδες. Κάτι Μπικόβσκι και Κούσμπα, κάτι Νιρέν Ντεμπά και Γιώργο Μελίσση, κάτι Αμποάγκουε και Ραμπεσαντρατανά. Μεταγραφές που ήταν εκδουλεύσεις σε μάνατζερ και παρατρεχάμενους, παίχτες που έμπαιναν να παίξουν μόνο χατιρικά σε κάτι ματς Κυπέλλου. Εκεί όπου η μεγάλη ομάδα είναι φαβορί κι έχει σίγουρη την πρόκριση, οπότε ας βάλουμε μέσα τον καινούργιο να βολευτούμε όλοι με το μερτικό μας από το πριμ, να πάρει κι αξία για την επόμενη μεταγραφή του. Και μετά σκοράρουν τα Γιάννενα, οι Σέρρες ή ο Ποσειδών Μηχανιώνας ας πούμε και οι προπονητές τρέχουν και δεν φτάνουν. Στο πρωτάθλημα βέβαια τέτοια ματς έχουν ακυρωθεί και κερδηθεί ξανά στα χαρτιά – από κάποιους μόνο – γκουχ γκουχ Βάλνερ γκουχ έβηξε με νόημα.

Τέλος πάντων, κάπως έτσι την πάτησαν οι Δημοκρατικοί. Βρήκαν απέναντί τους τον πιο άχρηστο, απωθητικό και απροετοίμαστο υποψήφιο που μπορούσαν να βρουν. Έναν άνθρωπο εγωπαθή, ρατσιστή, σεξιστή, απλοϊκό στις σκέψεις και στις προτεραιότητές του, τσαμπουκαλεμένο. Κι αντί να κατεβάσουν ό,τι καλύτερο είχαν, είτε λεγόταν Σάντερς είτε όχι, διάλεξαν το παλτό με το οποίο όλοι τους θα βολευόντουσαν. Αν η Χίλαρι κέρδιζε, όλοι οι Δημοκρατικοί στην καρδιά του κόμματος, όλη η παροικία της Ουάσινγκτον, θα ήταν σα να έπαιρνε προαγωγή. Το αν θα κέρδιζε όμως η ομαδάρα τους απέναντι στον Τραμπ έγινε σύντομα δευτερεύον θέμα, θεωρήθηκε δεδομένο. Η έμφαση έπεσε στην προαγωγή και στα πριμ.

Έλα όμως που η ψήφος πήγε κι εστίασε στις σχέσεις της Κλίντον με τραπεζικά λόμπι και πολεμοχαρείς ιέρακες. Πήγε κι εστίασε σε θέματα εμπορίου, πολύ σημαντικά για τον τρόπο που σκέφτεται ο Αμερικάνος ψηφοφόρος. Πήγε κι εστίασε στο πώς-θα-τους-χαλάσουμε-την-φάση, με έναν τρόπο απλοϊκό κι αμόρφωτο μεν, μαριναρισμένο σε χρόνια ολόκληρα οργής δε. Σε μια εποχή που ο κόσμος κραυγάζει για αντισυστημικές επιλογές, οι Δημοκρατικοί βρήκαν την πιο σφιχταγκαλιασμένη και λερωμένη από το σύστημα υποψήφια που μπορούσαν να βρουν. Την προσωποποίηση του ελιτισμού, σε εκλογικό παλτό.

Και τώρα, θα πληρώσουμε όλοι παρέα την επιλογή τους. Καλή μας τύχη. Ειδικά επειδή ο ίδιος ψωνισμένος πλουτοκρατικός ελιτισμός κυβερνά την ΕΕ, βλέπει να πνίγεται στα προβλήματα η μία χώρα μετά την άλλη κι αντί να αλλάξει τρόπο και σκοπούς κατηγορεί τον λαϊκισμό και νομίζει πως καθαρίζει έτσι.

Ο ρομαντισμός της καθημερινότητας

Είναι εύκολο να προβλέψεις τα κλισέ στις ταινίες. Και από τα πιο εύκολα είναι όσα έχουν να κάνουν με το φλερτ: ο άνδρας δείχνει όλη την εφευρετικότητά του για να αποδείξει ότι είναι ρομαντικός, της τονίζει με χίλιους τρόπους πόσο επιθυμητή την βρίσκει. Η γυναίκα πάλι βάζει τα δυνατά της να είναι παιχνιδιάρα και ασυνήθιστη, τον κολακεύει για το χιούμορ και τις επιτυχίες του. Και η μεγάλη οθόνη γεμίζει ρομαντισμό: της μαγειρεύει το αγαπημένο της φαγητό, του κανονίζει για έκπληξη εισιτήρια για το αγαπημένο του χόμπι (ανάλογα: από αγώνα μπάσκετ μέχρι γευσιγνωσία κρασιών με την Jancis Robinson). Λένε ο ένας στον άλλον γλυκόλογα, συμπεριφέρονται με ευγένεια, κάνουν χατήρια και δωράκια. Κι αν δουλέψει σωστά, they lived happily ever after.

Αν το σκεφτείς, όλες οι πράξεις ρομαντισμού είναι ίδιες στην πηγή τους: θέλεις να μεταδώσεις στον άνθρωπό σου πόσο ξεχωριστός είναι. Να κακομάθεις την πριγκηπέσσα που ερωτεύτηκες, να κανακέψεις αυτό το υπέροχο πλάσμα που γεμάτος απορία κοιτάς δίπλα σου. Το ότι διαλέγεις να ζεις καθημερινά μαζί μπορεί να μειώνει την έκπληξη, αλλά δεν αφαιρεί ποτέ την πρόθεση. Αυτά που ήταν ευχάριστος αιφνιδιασμός τον πρώτο καιρό, γίνονται καθημερινή ανάγκη από κάποιο σημείο και πέρα.

Ρομαντική συμβίωση; Ναι, φυσικά και υπάρχει. Αλλά δε μοιάζει με τίποτα από όσα δείχνουν οι ταινίες. Γιατί μπορεί να είναι ρομαντικό να της μαγειρέψω ένα σπέσιαλ δείπνο, αλλά τώρα πια το κάνω αυτό κάθε μέρα. Και μπορεί να είναι ρομαντικό να φροντίζει εκείνη να είναι το σπίτι μας στολισμένο με λουλούδια, αλλά τώρα πια το κάνει κάθε εβδομάδα. Δεν υπάρχει πράξη πιο ρομαντική από το συμμάζεμα ενός πάγκου κουζίνας επειδή ξέρεις ότι είναι δουλειά που Εκείνη σιχαίνεται και θες να την απαλλάξεις από αυτό το φορτίο – είναι άλλωστε η ίδια Εκείνη που με κάποιο μαγικό τρόπο φροντίζει να έχεις σιδερωμένα πουκάμισα και σφουγγαρισμένο μπάνιο.

Ζήτω ο ρομαντισμός της καθημερινότητας λοιπόν! Να ζήσουν όσοι το γλυκό ντάντεμα το χώρεσαν στο βαρετό μέρα μπαίνει μέρα βγαίνει! Να ζήσουν όσοι βλέπουν το ταψί που είναι για πλύσιμο και το πλένουν, για να μην αναγκαστεί να το πλύνει άλλος. Όσοι ορμάνε εθελοντές σε αυτά που το ταίρι τους θέλει να αποφύγει. Ζήτω τα τρυφερά βλέμματα την ώρα που βουίζει η ηλεκτρική σκούπα, ζήτω τα φευγαλέα χάδια την ώρα που απλώνεται η μπουγάδα, ζήτω οι αγκαλιές και τα πειράγματα της μοιρασμένης ζωής! Ζήτω οι ώρες που θα ξεχάσουμε καθώς ο ένας ψάχνει τρόπο να στηρίξει τα όνειρα του άλλου για το μέλλον!

Να ζήσουν τα μίζερα κυριακάτικα απογεύματα! Αυτά κρατούν τον κόσμο μας όρθιο.

Απολογισμοί

Υπάρχουν ελάχιστες μέρες που ο άνθρωπος είναι τόσο ανθεκτικός, ώστε να μπορεί να κοιταχτεί ψύχραιμα στον καθρέφτη κια ν’ αναρωτηθεί «Τι έχω κάνει στη ζωή μου;», αλλά φαίνεται ότι οι ημέρες που αναλαμβάνουμε να κάνουμε τέτοιες εκτιμήσεις, είναι συχνά οι μέρες που έχουμε τις λιγότερες πιθανότητες να μείνουμε ικανοποιημένοι από την απάντηση.

Μικ Τζάκσον «Κάτω από τη γη»

Άκου πού έχουμε μπλέξει

Είμαι παντρεμένος και, σαν τέτοιος, έχω μια πεθερά. Ως εδώ, είναι φυσιολογικό. Η πεθερά φοβάται τα σκυλιά καθώς και όλα τα ζώα. Στην πραγματικότητα δεν θέλει να την ακουμπήσει ζώο. Για μένα ακατανόητο, αλλά σεβαστό. Το καλοκαίρι στο γυναικοχώρι λοιπόν, το σκυλί μας, παρότι έχει μάθει μέσα στο σπίτι, «απολαμβάνει» ένα τρίτο στρέμματος περιφραγμένου περιβολιού όσο εμείς κάνουμε μπάνια. Ως εδώ είναι ενοχλητικό, αλλά νορμάλ.Και, μέσα στη μέρα, βρίσκουμε χρόνο να περνάμε μαζί της.

Στην άλλη πλευρά του φράχτη του περιβολιού υπάρχουν φυσικά γείτονες. Οι γείτονες έβαλαν κότες και γαλοπούλες. Ο φράχτης είναι παλιός και η δικιά μας κυνηγόσκυλο από την φύση της – άλλο αν εμείς την κάναμε του σαλονιού. Ο γείτονας έχει προειδοποιηθεί αλλά δεν ρίχνει λεφτά στον φράχτη. Τα κοτόπουλα μετράνε ήδη δύο θύματα, για τα οποία ευτυχώς δεν γνωρίζουν ούτε η πεθερά ούτε οι γείτονες, μόνο η ταλαίπωρη η καλή μου που χρειάστηκε να μαζέψει τα απομεινάρια. Ωστόσο, τυχόν απογραφή θα αποδείξει την παρουσία μακελάρη, ενώ ο γείτονας είναι το κλασσικό είδος του αμόρφωτου μαλάκα που δεν το έχει σε τίποτα να πετάξει φόλα. Κι αν κούφια η ώρα γίνει κάτι τέτοιο, θα έχω να αντιμετωπίσω και το βέτο της πεθεράς σε οποιαδήποτε αντίδρασή μας καθώς «εσείς θα φύγετε τον Σεπτέμβρη, εγώ εδώ θα μείνω».

Κι όλα αυτά με την κατάσταση του φράχτη να χειροτερεύει.

Αγχώνομαι και εκνευρίζομαι, αλλά δεν ξέρω τι να κάνω. Κι εδώ για να ξεσπάσω λίγο τα γράφω. Το πιο απλό είναι να ρίξουμε λίγα λεφτά να ενισχύσουμε τον φράχτη, αλλά πρέπει να το κάνουμε να φαίνεται εντελώς προληπτικό. Ακόμα κι αυτό όμως θέλει χρόνο και συνεννόηση με μάστορα, παρουσία της πεθεράς – η πίστα είναι εξαιρετικά δύσκολη, πιστέψτε με. Το χειρότερο είναι ότι η δικιά μας ξέρει ότι μπορεί να ικανοποιήσει τα ένστικτά της και θα δοκιμάζει τις αντοχές του φράχτη όσο υπάρχουν κότες από την άλλη πλευρά. Κι αν – κούφια η ώρα – γίνει η μαλακία και μας την σκοτώσει ο γείτονας (τι γράφω γαμώ την τρέλα μου!!!), θα πρέπει να μαζεύω τον γιο μου από τα πατώματα και να του εξηγήσω γιατί δεν υπερασπίστηκα το σκυλάκι μας λίγο παραπάνω.

Από άποψη προβλημάτων είναι γελοίο, το ξέρω. Από άποψη διαχείρισης είναι από τα πιο δύσκολα παζλ που έχω αντιμετωπίσει. Κι επιπλέον, η οικογένεια βρίσκεται στο γυναικοχώρι κι εγώ δεν έχω πάρει ακόμα άδεια, άρα όλα πρέπει να γίνουν απομακρυσμένα.

Σκατά.

Τα κουτιά των αναμνήσεων

Μόλις έπιασε το καλοκαίρι, έγινε μια εκκαθάριση στο δωμάτιο του πιτσιρικά. Μεγάλωσε πια και παιχνίδια που τον συντροφεύανε χρόνια, ακόμα και χωρίς να ασχολείται μαζί τους, έγιναν περιττά. Τα περισσότερα πήραν το δρόμο για μικρότερα παιδιά φίλων – λίγα και εκλεκτά μπήκαν σε μια κούτα που έπρεπε να ανέβει στο πατάρι. Κι έτσι, χωρίς να το περιμένω, κάναμε εκκαθάριση στο πατάρι. Και μέσα σε όσα βγήκαν (χριστουγεννιάτικο δέντρο, ένα φωτιστικό κουζίνας, κάποιες παλιές φλοκάτες κλπ) ήταν και δυο σάκοι με τα πράγματά μου από τη θητεία στο Ναυτικό, από το μακρινό ‘96: στολάρες με ασπιρίνες, ρούχα αγγαρείας, ακόμα κι ένα σημειωματάριο που είχα στην προπαίδευση στον Πόρο.

Αυτό το τελευταίο ήταν το πιο παράδοξο απ’ όλα. Το χρησιμοποιούσα σαν ένα μικρό ημερολόγιο αλλά και για να σκίζω σελίδες γράφω γράμματα στην καλή μου αλλά και σε φίλους – όχι πολλά, πόσες εβδομάδες άλλωστε ήμουνα εκεί. Παγιδευμένο, 20 χρόνια μετά, ήταν ένα γράμμα που είχα ξεκινήσει για τον φίλο μου τον Β. και δεν τέλειωσα ποτέ, τρέχα γύρευε γιατί. Τον προσφωνώ μάλιστα «αδελφό» και ξεκινώ να του μιλάω για την καθημερινότητα του στρατοπέδου, πώς περνάω, τι μου λείπει, τι περιμένω να κάνω μετά την ορκωμοσία. Όσα γράφει στους φίλους του οποιοδήποτε νεοσύλλεκτος.

Με τον Β., «αδελφό» πίσω στο 1996, δεν μιλιόμαστε πια. Στα χρόνια του fb φανερώθηκε ο φασίστας μέσα του και κόψαμε τελείως. Ο ίδιος δηλώνει φιλελεύθερος βέβαια και θα αντιδρούσε αν τον έλεγα φασίστα, αλλά οι απόψεις που διατυπώνει είναι ευθέως μισανθρωπικές. Δεν ξεκόψαμε σωστά, απλά πάψαμε να μιλάμε κάποτε. Με τρώει αυτό, ακόμα πιστεύω ότι οι φίλοι μας είναι λίγοι και πολύτιμοι και πρέπει να τους δίνουμε μια ευκαιρία, να τους κράζουμε για το πώς έγιναν, να μας στέλνουν κι αυτοί στον αγύριστο, να καθαρίζουμε ανοικτά, Αλλά τα πράγματα δεν διορθώνονται πάντα. Κι αυτό το παγιδευμένο, ημιτελές γράμμα, ενός άλλου εγώ μου σε έναν άλλον Β. κλειδωμένο μέσα σε ένα κουτί αναμνήσεων για 20 (!!!) χρόνια έχει καρφωθεί στο μυαλό μου εδώ και μέρες.

Είναι παράδοξα τα κουτιά των αναμνήσεών μας. Σαν να στέλνουμε στον εαυτό μας από το παρελθόν έναν χρυσό δίσκο του Βόγιατζερ – και μάλιστα είναι ακόμα πιο έντονο αυτό όταν βρίσκεις κομμάτια του εαυτού σου εκεί που δεν τα περιμένεις. Τι θα έλεγα στον εαυτό μου αν μπορούσα να τον συναντήσω 2 δεκαετίες πριν; Ή μία; Ή και παλιότερα (ας είμαστε ειλικρινείς, οι δεκαετίες προς τα πίσω αρχίζουν και πληθαίνουν!). Για τα λάθη που έρχονται; Για τις καταστροφές που μπορεί να αποτρέψει;

Παράξενο έτσι; Η πρώτη μου σκέψη δεν είναι τα καλά. Δεν θα ήταν να με διαβεβαιώσω για όσα θετικά θα έρθουν, για όσα θα πετύχω σε προσωπικό (και όχι μόνο) επίπεδο: για τα λάθη είναι. Και μάλιστα για τα χαζά, μικρά λάθη, για όσες πληγές μοίρασα σε ανθρώπους δικούς μου, για κινήσεις που χρόνια μετά με ακολουθούν με ντροπή. Τα μεγάλα λάθη είναι δικά μου και θα τα ξαναέκανα, οι ουλές που αφήνουν είναι ο χαρακτήρας που κερδίζουμε. Ελεύθερα τα επέλεξα, δεν θα τα πετάξω τώρα στα σκουπίδια. Τα μικρά θέλω να διορθώσω, αυτά που δηλητηριάζουν την καθημερινότητα.

Πολύ το βάρυνα – λογικό όμως δεν είναι όταν το παρελθόν, διαρκώς παρόν στην σκέψη μας, εισβάλει απροειδοποίητα; 20 χρόνια είναι πολλά και σαν ορόσημο σε κάνουν να αναπολείς, να αξιολογείς και να σιχτιρίζεις τον εαυτό σου. Αλλά και να χαίρεσαι για τις ομορφότερες στιγμές που σου χάρισε η διαδρομή. «Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε. / Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα, / ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν.»

Το γράμμα δεν είχα κουράγιο να το διαβάσω λέξη προς λέξη, αλλά το φύλαξα. Είναι μαζί με τις μπελαμάνες και τα μαντήλια ενός 25χρονου ναυτάρα, στο πατάρι. Όταν χρειαστεί να κάνουμε ξανά εκκαθάριση θα είναι εκεί, παρέα με τα μωρουδιακά παιχνίδια του γιου μου και τις κουβέρτες που έπλεξε η γιαγιά της καλής μου, σαν διαστημόπλοια που ταξιδεύουν στο αιώνιο κενό, να μου ψιθυρίσουν ασήμαντες λεπτομέρειες από την προσωπική μου διαδρομή. Αυτές τελικά που αν τις βάλεις στην σειρά σχηματίζουν τις Ζωές μας.

Το ποστ της αλλαγής στην φωνή

Το παλληκάρι μας κοντεύει τα 13. Τέλειωσε την Α’ Γυμνασίου (αμ πώς!) στο ίδιο σχολείο που πήγα κι εγώ Γυμνάσιο (σουρρεάλ, αλλά χωρίς ακριβώς να μπορείς να εξηγήσεις γιατί) κι έχει αρχίσει να αλλάζει δραματικά το σώμα του. Πάντα ήταν ψηλός, τώρα είναι βουνό, έχει ήδη περάσει τη μάνα του και πάει ολοταχώς να με φάει κι εμένα. Επίσης, απέκτησε μπάσο στην φωνή.

Προχθές λοιπόν, σε βραδυνό τσιπουράκι με φίλους – γονείς συμμαθητών, ακούγεται το σχόλιο της σαιζόν από μια πιτσιρίκα, μικρότερη αδελφή συμμαθήτριας του δικού μας:

– Ο Α. είναι, τον βλέπω – αλλά μιλάει κάποιος άλλος!

😆