Obsession

Ξεκίνησε σαν όνειρο. Έβλεπε έναν τόπο φοβερό. Ένα νησί, ξεχασμένο από Θεό και ανθρώπους, που στο κέντρο του υπήρχε ένας βάλτος, γεμάτος με την αποφορά του θανάτου. Γύρω – γύρω από τα βρωμερά νερά του υπήρχαν ξεραμένοι κάμποι. Και παντού στους κάμπους θημωνιές. Και πάνω σε κάθε θημωνιά ένα κοράκι που έκρωζε τρομακτικά. Εικόνα απόλυτης μοναξιάς. Και στο κέντρο του βάλτου ένα αρχαίο κτίσμα, απροσδιόριστης τεχνοτροπίας, με έναν ψηλό πύργο, με μια ανθρώπινη σκιά στο ψηλότερο παράθυρο του πύργου να δείχνει σα να χαιρετά κάποιο μακρινό πλοίο.

Το όνειρο τελείωνε όταν έβλεπε αυτή τη σκιά. Το είδε μία. Το είδε δύο, το είδε τρεις. Κάποια στιγμή άρχισε να περιμένει την ώρα που θα πάει για ύπνο για να ξαναδεί αυτό το νησί με το βάλτο, τις θημωνιές και τον αρχαίο πύργο με τη σκιά στο παράθυρο. Αυτό που έβλεπε ήταν τρομακτικό, μύριζε εγκατάλειψη και καταδίκη, αλλά τον τραβούσε. Είχε για αυτόν την γοητεία που έχει η φλόγα για την μύγα.

Άρχισε να το λέει το Νησί της Μοναξιάς. Ήταν τόσο ζωντανό και συγκεκριμένο το όνειρό του που απορούσε. Ξυπνούσε και κοιμόταν με αυτό. Ανάσαινε για αυτό. Έφτασε να πιστέψει ότι ήταν πραγματικό το μέρος με τον φρικτό βάλτο, τις ανίερες θημωνιές και τον αρχαίο πύργο.

Μίλησε σε έναν γιατρό για αυτό. Του είπε ότι ίσως έφαγε βαριά το βράδυ και πρέπει να το ξεχάσει. Οι γιατροί λένε ασυναρτησίες. Μίλησε σε έναν ιερέα και του είπε το ίδιο. Οι ιερείς είναι χειρότεροι από τους γιατρούς. Πώς μπορούσε να τρώει βαριά κάθε βράδυ; Δεν καταλάβαιναν για τι τους μιλούσε.

Μετά μίλησε σε έναν μύστη, που είχε σπουδάσει στην μακρινή Ανατολή επιστήμες άγνωστες στους γιατρούς και τους ιερείς του τόπου του. Του είπε ότι ίσως βλέπει τον προορισμό του, που δεν τον έχει δει κανένας άλλος. Το μέρος που προορίζεται να ανακαλύψει αυτός και μόνον αυτός. Ο μύστης ήταν σίγουρος ότι το Νησί της Μοναξιάς υπάρχει, αλλά δεν ήξερε τον δρόμο για εκεί.

Πήγε σε λιμάνια και μίλησε με ναυτικούς. Παλιούς, δοκιμασμένους ναύτες, με αρμυρά μαλλιά, που περπατάνε και στην στεριά με τα πόδια ανοιχτά σαν να περιμένουν το επόμενο κύμα. Κανείς δεν το είχε δει. Κανείς δεν το είχε ακούσει. Κάθε βράδυ όμως, στον ύπνο του, ερχόταν το όνειρο του τόπου να τον συνταράξει.

Τον καλούσε. Ήθελε να το δει από κοντά. Ήθελε να νιώσει τη διαφορά ανάμεσα σε όνειρο και πραγματικότητα. Ποθούσε να βρεθεί σε αυτόν τον άγριο τόπο, να αναμετρηθεί μαζί του και να βγει νικητής. Τον ζητούσε σαν γυμνή γυναίκα, σα νερό στην έρημο. Δεν μπορούσε να πάρει την σκέψη του από αυτό το μέρος. Έγινε πια η ψύχωση, η ερωμένη, η στοργική μάνα και αδελφή, η μόνη και αποκλειστική σκέψη του.

Παράτησε τη δουλειά του για να είναι ελεύθερος να ψάχνει για αυτό. Μίλησε με γεωγράφους. Δεν υπήρχε κανένα στοιχείο. Όμως, ένας μισότρελος γέρος καθηγητής, που κανένας συνάδελφός του δεν έπαιρνε εντελώς στα σοβαρά, του υπέδειξε ένα αρχιπέλαγος του νότιου Ειρηνικού που δεν ήταν πλήρως χαρτογραφημένο. «Ίσως εκεί βρεις το πάθος σου, του είπε, όπως ο Κολόμβος βρήκε το δικό του στην Ισαβέλλα, έστω κι αν δεν ήξερε ότι το έβρισκε.» Ίσως εκεί να ήταν ο πύργος μες τον βάλτο του. Είχε επιτέλους κάποιο στόχο.

Χωρίς δεύτερη σκέψη πια, πούλησε όλα τα υπάρχοντά του. Έπιπλα, σπίτι, πίνακες, συλλογή βιβλίων, τα πάντα. Αγόρασε ένα καλοτάξιδο ιστιοφόρο και προσέλαβε πλήρωμα, ικανό και πεπειραμένο. Ανέβασαν στο πλοίο προμήθειες και αποθέματα, μαζί και αυτός με ό,τι του είχε απομείνει: τα ρούχα του. Σαλπάρανε με καλό καιρό και παρά τις γκρίνιες για τον σκοπό της αναζήτησης έφτασαν στο αρχιπέλαγος. Άρχισε η έρευνα με επισκέψεις από νησί σε νησί.

Ένας χειμώνας, μετά δεύτερος. Οι ναύτες αδημονούσαν. Τα λεφτά ήταν καλά, αλλά το αφεντικό ήταν λαλημένο και οι βαρετές επισκέψεις σε ακατοίκητα νησιά δεν τους ικανοποιούσαν. Κούραση για το πάθος του ενός που έσερνε στις αναζητήσεις του τους άλλους. Ο εκνευρισμός τους φαινόταν περισσότερο τις ημέρες που το συσσίτιο δεν τους άρεσε.

Ώσπου το βρήκαν. Ο στόχος της αναζήτησης ήταν όπως στα όνειρά του: ένα ακατοίκητο νησί, ξεχασμένο από Θεό και ανθρώπους. Στο κέντρο του υπήρχε ένας βάλτος, γεμάτος με την αποφορά του θανάτου. Γύρω – γύρω από τα βρωμερά νερά του υπήρχαν ξεραμένοι κάμποι. Και παντού στους κάμπους θημωνιές. Και πάνω σε κάθε θημωνιά ένα κοράκι που έκρωζε τρομακτικά. Εικόνα απόλυτης μοναξιάς. Και στο κέντρο του βάλτου ένα αρχαίο κτίσμα, απροσδιόριστης τεχνοτροπίας, με έναν ψηλό πύργο.

Όμως το παράθυρο του πύργου ήταν άδειο.

Οι ναύτες είχαν αρχίσει να τρομάζουν από την ερημιά και να κυνηγούν άσκοπα τα κοράκια από τις θημωνιές. Τα κοράκια πετούσαν λίγο πιο κει, κοιτούσαν τους ναύτες ψυχρά και αδιάφορα και ξαναγυρνούσαν στη θημωνιά τους. Οι ναύτες είχαν αρχίσει να πανικοβάλλονται και οι πιο προληπτικοί από αυτούς μιλούσαν ήδη για καταραμένο μέρος.

Αυτός εντωμεταξύ είχε πάει να εξερευνήσει το κτίσμα. Μπήκε μέσα. Ήταν αιώνες ακατοίκητο και οι προηγούμενοι κάτοικοι έφυγαν βιαστικά. Πεταμένα κουζινικά, ανακατεμένα ρούχα. Όλα σκονισμένα. Βρήκε την σκάλα του ψηλού πύργου και άρχισε να ανεβαίνει.

Ο ίδιος ήταν ενθουσιασμένος. Αυτό που έψαχνε για χρόνια το είχε βρει. Ήταν λίγο διαφορετικό από τα οράματά του, αλλά δεν τον ένοιαζε. Ανέβαινε τα φθαρμένα σκαλιά βιαστικός και ανέμελος, χωρίς να συνειδητοποιεί ότι μόνο τα δικά του βήματα αντηχούσαν. Κανείς δεν τον ακολουθούσε. Όταν έφτασε στο ψηλότερο παράθυρο του πύργου είδε το (δικό του) πλοίο να ξεμακραίνει.

Οι ναύτες του δεν άντεξαν άλλο την αναμονή και την πίεση του Νησιού της Μοναξιάς. Στασιάσανε, σκοτώσανε και δύο από τους αξιωματικούς που αντισταθήκανε, πιάσανε τους υπόλοιπους αιχμάλωτους και σαλπάρανε πανικόβλητοι. Να φύγουν από αυτό τον τρομερό τόπο, να βρεθούν πάλι κάπου με ασφάλεια, σε γνώριμα μέρη, σε γνώριμους ήχους και μυρωδιές, κυκλωμένοι από ανθρώπους και όχι από κοράκια που σε κοιτάν σα να ξέρουν πότε και πώς θα πεθάνεις. Φύγανε λοιπόν, φύγανε όσο πιο γρήγορα μπορούσαν.

Κι εκείνον, τον αφήσανε απροειδοποίητα πίσω, στο Νησί της Μοναξιάς. Ένα νησί, ξεχασμένο από Θεό και ανθρώπους, που στο κέντρο του υπήρχε ένας βάλτος, γεμάτος με την αποφορά του θανάτου. Γύρω – γύρω από τα βρωμερά νερά του υπήρχαν ξεραμένοι κάμποι. Και παντού στους κάμπους θημωνιές. Και πάνω σε κάθε θημωνιά ένα κοράκι που έκρωζε τρομακτικά. Εικόνα απόλυτης μοναξιάς. Και στο κέντρο του βάλτου ένα αρχαίο κτίσμα, απροσδιόριστης τεχνοτροπίας, με έναν ψηλό πύργο….

…με την δική του σκιά στο ψηλότερο παράθυρο του πύργου να δείχνει σα να χαιρετά κάποιο μακρινό πλοίο. Αν και στην πραγματικότητα το καλούσε να γυρίσει και το καταριόταν που τον πρόδωσε. Αλλά έδειχνε σαν να το χαιρετά. Μέρα μπαίνει, μέρα βγαίνει. Στεκόταν στο παράθυρο με το χέρι υψωμένο, τα μάτια καρφωμένα στον ορίζοντα και αναζητούσε το πλοίο που ο ίδιος πλήρωσε με όλο του το είναι για να τον φέρει εκεί.

Και είχε γίνει πια ένα μαζί της: είχε γίνει κομμάτι αναπόσπαστο της ψύχωσής του.

Advertisements

14 Σχόλια

  1. Μέχρι κάποιος άλλος να δεί το ίδιο όνειρο να ναυλώσει ένα πλοίο…..

  2. Αισιόδοξη ιστορία από κάποιον που είναι σε διακοπές.

    ή μήπως γύρισες πίσω στη δουλειά και είναι το ψιχοπλάκωμα των πρώτων ημερών.

  3. Ενδιαφέρουσα ιστορία…..

  4. Μόλις κέρδισες εναν αναγνώστη.

  5. @Αθεόφοβος:
    Θα μπορούσε να γίνει και αυτό…Ίσως έτσι ο πρώτος έχτισε τον πύργο…

    @Αρετή:
    Αχ, μα διάβασέ με ολόκληρο καλέ! Πήγαινε κι ένα ποστ πιο μέσα από την βιτρίνα! :^)

    @An-Lu:
    Thanks.

    @Lex Luthor:
    Επίσης thanks. :^)

  6. Θα συμφωνήσω με την An-Lu…;)

  7. κλαπ…κλαπ…κλαπ….
    εξαιρετικό!

  8. Σκιάχτηκα λίγο πριν το τέλος!Με κράτησε σ’ αγωνία! Ενδιαφέρουσα …

  9. Τόσο πολύ σε τρόμαξε η Ντόλυ; 😉

  10. @Evelina_z13:
    Κι εγώ συμφωνώ με την An-Lu… :^)

    @Ντόλυ:
    (υπόκλιση) Για να καταλάβεις τι εμπνεύσεις φέρνει η Επίδαυρος!

    @Ρενάτα:
    Μα στο τέλος *έπρεπε* να σκιαχτείς! χεχε

    @Χαρτοπόντικας:
    Όχι μόνο αυτό, αλλά το κείμενο γράφτηκε την βραδυά με την πανσέληνο…καταλαβαίνεις σε τι κατάσταση με είχε φέρει! :^)

  11. Γέννα αυγουστιάτικης πανσελήνου,ε;

    Χμ…
    Δημιουργικός και φεγγαρολουσμένος.

    Βγαίνε συχνότερα τα βράδια!

  12. ευγε ευγε!

    επεστρεψα, είστε καλά;;;

  13. Εμείς, πάντως, τώρα που επιστρέψατε όλοι, είμαστε μια χαρά!

    :pppp

  14. @Καπετάνισσα:
    Καλή συμβουλή, θα προσπαθήσω να την ακολουθήσω… :^)

    @Κροτ:
    Καλώς ήρθες. Καλά είμαστε, αλλά έχουμε μπει σε περίοδο ανάπαυασης. :^)
    Πέρασες καλά; Περιμένω ριπόρτ!

    @Ντόλυ:
    χαχαχα πρόσεχε, μπορεί πάντα να αλλάξουμε γνώμη και να επιστρέψουμε!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: