Menu

Το παρουσιαστικό του έφερνε στο μυαλό αυτόματα μόνο μία λέξη: μοναχός. Ψηλός, ξερακιανός και πένθιμος, έμοιαζε να γεννήθηκε με ράσο, έστω κι αν δεν είχε φορέσει ποτέ του (και μάλιστα σπάνια πατούσε σε εκκλησία). Η ζωή του ήταν εξίσου αποτραβηγμένη. Δεν είχε πολλές παρέες, δεν ήταν δημοφιλής. Δεν ήταν ότι οι άνθρωποι τον βρίσκαν αντιπαθή ή ακόμα και βαρετό, παρότι, ναι, δεν μιλούσε πολύ. Είχε όμως ένα έντονο βλέμμα που σε τρύπαγε και σε έκανε να νιώθεις μοναξιά – αυτό τον έκανε ανεπιθύμητο.

Πάντως, για έναν άνθρωπο τόσο μοναχικό όσο ο ίδιος, είχε καταφέρει να μείνει αρκετό καιρό σε αυτή την δουλειά. Είχε στεριώσει σα να λέμε. Μονήρης άνθρωπος, ήσυχος, σιωπηλός και απόμακρος είχε καταφέρει να επιβιώσει σε ένα χώρο που η ευγένεια είναι απαραίτητη αλλά η οικειότητα σχεδόν προφυλακιστέα.

Ήταν σερβιτόρος σε ένα από τα καλύτερα εστιατόρια των Αθηνών, από αυτά που κυνηγάνε τους Σκούφους με ό,τι μέσον έχουν διαθέσιμο. Με τα χρόνια και την παρατήρηση είχε καταλήξει ότι οι πελάτες ήταν από λίγες, μετρημένες, κατηγορίες:

  1. τουρίστες που είχαν διαβάσει για την κουζίνα του εστιατορίου στους οδηγούς τσέπης, και δεν άφηναν μπρουρμπουάρ της προκοπής
  2. businessmen που έβγαζαν έξω επαγγελματικές γνωριμίες και ήταν πολύ γαλαντόμοι όταν έκοβαν τιμολόγιο, αλλά συγκρατημένοι στο κρασί
  3. ζευγαράκια σε κάποιου είδους επέτειο, οι πιο καλοντυμένοι και οι πιο ψαρωμένοι από τους πελάτες
  4. σελέμπριτις, οι πιο πρόχειρα ντυμένοι και πιο μίζεροι με τα πιάτα τους (ήταν που ήταν άδεια, άφηναν και το μισό φαϊ στο πιάτο!)
  5. νεόπλουτοι καρχαρίες και καρχαριάκια (του χρηματιστηρίου ή του κόμματος) που παραγγέλναν πάντα το ακριβότερο πούρο, ακόμα και αν είχαν πιει αναψυκτικό με το φαγητό τους – τούτοι εδώ παράγγελναν και τον κροκόδειλο που μπήκε εσχάτως στο μενού
  6. αραιά και πού ανάμεσα στους παραπάνω εμφανιζόταν κάποιος πραγματικός εραστής της γεύσης, ο οποίος πολεμούσε να προβλέψει τις προτάσεις του sommelier και συνήθως διάλεγε τα πιο αξιοπερίεργα πιάτα (όχι κροκόδειλο φυσικά, αλλά κουνέλι με χταπόδι ας πούμε).

Αυτοί ήταν όλοι κι όλοι. Είχε κατασταλάξει νωρίς σε αυτή την κατηγοριοποίηση και τον διασκέδαζε ότι εδώ και χρόνια δεν είχε καταφέρει να βρει κάποιον εκτός κατηγορίας. Το ενδιαφέρον όμως ήταν ότι συνειδητοποίησε σιγά – σιγά πως ακόμα και στις πιο ξεκάθαρα ορισμένες παρέες, υπήρχε μια ατάκα, ένα τμήμα της συζήτησης, ένα ψήγμα ευαισθησίας και νοημοσύνης που φύτρωνε σαν ζιζάνιο εκεί που δεν το περιμένεις.

Του άρεσε αυτό. Του έδινε ένα αίσθημα αδελφοσύνης. Ένιωθε ζεστασιά.

Του άρεσε και να ακούει τις συζητήσεις από τα τραπέζια. Ήταν σαν να του χάριζαν δείγματα από τις ζωές των ανθρώπων αυτών και χανόταν λίγο το πλάκωμα της μοναξιάς του.

– Πήρα τηλέφωνο την Κατερίνα σήμερα. Την ρώτησα πότε θα έρθουν. Θυμάσαι ότι θα έρθουν με το Γιάννη και τα παιδιά αυτό το σαββατοκύριακο, έτσι;
– Ωχ, το είχα ξεχάσει. Πρέπει να έρθουν;
– Έλα ρε μωρό….
– Καλά, καλά, είχα κανονίσει κάτι για την δουλειά, θα δω πώς θα τα μπαλώσω.

– Ο Σπύρος μας ξέρει πολύ καλό σκι. Η αδελφή του πάλι ποτέ δεν το είδε ζεστά. Δεν ξέρω, δυο παιδιά τόσο διαφορετικά και τα μεγαλώνουμε με τις άδειες αρχές. Τι; Εγώ να παραγγείλω ψάρι; Δεν είσαι με τα καλά σου χρυσή μου!

– Α, δεν σού ‘πα! Ο Θανάσης έπιασε τον Πάνο και τον ξέχεσε.
– Για τι πράγμα;
– Για αυτές τις σαχλαμάρες που μας είπαν για την αναδιοργάνωση της εταιρείας τις προάλλες.

– Θυμάσαι;
– Θυμάμαι.
– Που είχαμε κάτσει τότε;
– Εκεί, στη γωνία.
– Μου είχες φέρει ένα τριαντάφυλλο. Και τώρα…
– …τώρα είμαστε πάλι εδώ.
– Δεν μπορούμε να τα ξεχάσουμε όλα και να προχωρήσουμε; Αγάπη μου;

– Κοίτα, εγώ το βλέπω σαν επένδυση. Υπάρχει κόσμος που νομίζει ότι μια Porsche την παίρνεις μόνο για επίδειξη, αλλά δεν είναι έτσι. Για μένα είναι επένδυση. Όπως και το σκάφος άλλωστε.

– Το’ χουμε ξαναπιεί αυτό το κρασί;
– Στο σπίτι του Χάρη μια φορά. Στις γιορτές ήταν, πάει καιρός. Σ’ αρέσει;

– Όταν ήμουνα έγκυος στη Μαρία είχα τρελαθεί να τρώω ελιές. Κάθε μέρα κατέβαζα βάζα ολόκληρα. Τώρα ούτε να τις μυρίσω δεν θέλω!

– Πέτυχα ένα blog τις προάλλες, άλλο πράγμα. Πολύ γέλιο.
– Ποιο ήταν;
– Δεν θυμάμαι μωρέ, κάπως το είχε βαφτίσει ο τύπος. Παράξενος, πολύ ιδιαίτερο στυλ. Έχει στήσει και μια ιστορία σε συνέχειες, με έναν Αργύρη, φοβερή. Δεν έχει μόνο πλάκα όμως.
– Καλά όλα αυτά, όμως όσα διαβάζουμε για το νέο μέσον και το νέο μέσον, δεν είναι υπερβολή;
– Ξέρω γω μωρέ, σημεία των καιρών. Κι άλλα παιδιά από την εφημερίδα έχουν στήσει δικό τους.
– Ίσως αναγκαστούμε όλοι στο τέλος.
– Ε, εκτός κι αν περιμένεις εσύ από τον Ψυχάρη να τυπώνει ό,τι σου κατέβει! Άσχετο, εγώ το παρήγγειλα αυτό;

– …κι όταν πάρουμε και το γλυκό μας, σου έχω κανονίσει σκηνικό με ζαρτιέρες και άλλα που σου αρέσουν, θα περάσεις απίστευτα τυχερούλη!
– Σσσσσ, το γκαρσόνι…. (γελάκια)

– Ο πατέρας σου πώς πάει;
– Όπως τα ήξερες. Περιμένουμε να δούμε τι έκανε η χημειοθεραπεία. Οι γιατροί είναι αισιόδοξοι. Αλλά δεν πρόκειται για τον δικό τους πατέρα.
– Σωστά.

– Και το άλλο, με τον τελευταίο πούστη πόντιο, το ξέρετε;
– Αμάν παιδιά, κάντε κάτι, αν μας πει κι άλλο ανέκδοτο θα παραγγείλω φιλέτο για να τον δολοφονήσω με το μαχαίρι που θα φέρουν!
(γέλια)

Οι κουβέντες αυτές, απλές και καθημερινές, ήταν σαν δείγματα της ζωής και της σκέψης αυτών των ανθρώπων, κι αυτός, καθώς πλησίαζε για να τους σερβίρει το ορεκτικό τους («αυγό, με μανιτάρια σέπια, αφρό φουντουκιού και ελάχιστο λάδι τρούφας») μάζευε αυτές τις σκηνές. Η μνήμη του δούλευε άψογα, συγκρατούσε κάθε ατάκα, κάθε βλέμμα. Και όταν τελείωνε την βάρδιά του, κάνοντας ένα τσιγάρο έγραφε σε χαρτάκια την κάθε συζήτηση, σημειώνοντας ημερομηνίες, περιπτώσεις.

Σαν πολύτιμους λίθους, σαν ευαίσθητα εξωτικά λουλούδια τα μεταχειριζόταν αυτά τα στιγμιότυπα άλλων ζωών. Και το βράδυ, στο κρύο και άδειο διαμέρισμα που νοίκιαζε, έβαζε τα χαρτάκια της ημέρας σε κατηγορίες. Αλλού οι συζητήσεις για τα οικονομικά, αλλού τα ερωτόλογα, αλλού τα κουτσομπολιά, αλλού τα καβγαδάκια, κάτι λίγα περί τέχνης. Άφηνε τα χαρτάκια και δεν ασχολιόταν ξανά με αυτά για καιρό.

Και μετά, κάθε χρόνο στα γενέθλιά του, την ημέρα που οι άλλοι άνθρωποι συναντούσαν φίλους και δεχόντουσαν δώρα, άνοιγε τους φακέλους του και κοιτούσε τις κατηγορίες. Τις άπλωνε μπροστά του κι ετοιμαζόταν να ζήσει ξανά τις δανεικές ζωές κάποιων άλλων μέσα από τις σημειωμένες συζητήσεις. Άπλωνε τα χαρτάκια με τις φράσεις μπροστά του, σαν να ήταν το μενού ενός εστιατορίου που πήγαινε για πρώτη φορά, και άρχιζε να διαλέγει με προσήλωση τι θα καταναλώσει εκείνο το βράδυ. Τι θα θυμηθεί. Τι θα ζηλέψει. Τι θα οικτίρει. Τι θα αναρωτηθεί.

Ένα γκουρμέ μενού, όπου η επιλογή πιάτου ήταν επιλογή συζήτησης. Επιλογή επικοινωνίας. Και, εν τέλει, επιλογή ζωής.

Advertisements

13 Σχόλια

  1. όπως τα μπλογκς, ας πούμε;

    πολύ ωραίο. Αλλά η γκρίζα διαφήμιση είναι αθέμιτη, ξέρεις! :ΡΡΡΡΡΡ

  2. Ανατριχιαστικό!
    Και ακόμη πιο ανατριχιαστικό είναι ότι πραγματικά υπάρχουν άνθρωποι που «ζουν» μέσω των άλλων.

  3. @Κροτ:
    *Ακριβώς* σαν τα blog. Στην αρχική εκδοχή τον είχα να φτιάχνει ποστ από τις συζητήσεις που είχε «ψαρέψει», αλλά ήδη το κείμενο είναι πολύ μεγάλο και κάπου έπρεπε να το κόψω.
    Όσο για την γκρίζα διαφήμιση, ε τι να κάνουμε, αφού είναι Τρισμέγιστος! … ;^)

    @confused:
    Κι όχι μόνο έτσι όπως περιέγραψα. Συνταξιούχοι που ζουν από τα παράθυρα των δελτίων ειδήσεων, «κοσμικοί» που ζουν από τα κουτσομπολιά κοσμικών, κοκ. Έχει πολύ πράγμα μέσα στο βαρέλι! :^)

  4. Γιατί ρε παιδιά κακό είναι; Και μένα μου αρέσει να «κλέβω» κουβέντες από συζητήσεις σε λεωφορεία, εστιατόρια, καφετέριες, το δρόμο, γενικώς. Δε στήνω αυτί αλλά όταν ξεφεύγουν προς το μέρος μου… Δε το κάνουν όλοι αυτό; Μόνο εγώ και ο σερβιτόρος;

  5. Ψιτ! Όλοι «κλέβουμε». Αλλά δεν σημειώνουμε όλοι σε χαρτάκια τι ακούσαμε! ;^)

  6. Βρε Μπαμπάκη πως γνώριζες το περιεχόμενο των συζητήσεων;
    Πιθανά σενάρια:
    (α) Ο σερβιτόρος έδωσε τα χαρτάκια στον Μπαμπάκη (ή του περιέγραψε τις ιστορίες), οπότε ο Μπαμπάκης είναι φίλος του σερβιτόρου
    (β) Ο Μπαμπάκης απέσπασε δια της βίας τα χαρτάκια από τον σερβιτόρο (παραλλαγή του σεναρίου – ο Μπαμπάκης «άνοιξε» το σπίτι του σερβιτόρου και τα έκλεψε)
    (γ) Ο Μπαμπάκης είναι ο σερβιτόρος
    (δ) Ο Μπαμπάκης παρακολούθησε τις συζητήσεις και τις κατέγραψε. Δεν είναι ο σερβιτόρος, αλλά θα ήθελε να είναι ο σερβιτόρος.
    Άντε να βάλω και την φατσούλα :-Ρ

  7. Μήπως δεν ήταν σερβιτώρος αλλά συγγραφέας;
    Καταπληκτική ιστορια ρε μπαμπάκη.
    🙂

  8. Μελαγχολικη ιστορια, αλλα συμβαινει δυστυχως.
    Ισως να εχει συμβει περιστασιακα στους περισσοτερους.

  9. @cubic:
    All of the above. ;^)

    @lex:
    Ευχαριστώ ρε συ, με κολακεύεις. Δεν ξέρω για συγγραφέας, αλλά «σερβιτώρος» δεν είμαι σίγουρα LOL!!! :^)

    @Αύρα:
    Μπορεί και να τείνουμε προς τέτοιες ιστορίες σιγά-σιγά, καθώς περνάνε τα χρόνια…

  10. Συγχαρητήρια,υπέροχο κείμενο.Σαν μικρό διήγημα.

  11. @librofilo:
    Ειδικά προερχόμενο από έναν εραστή των βιβλίων, αυτό είναι πολύ κολακευτικό σχόλιο! Ευχαριστώ.
    :^)

  12. Άψογο, μπαμπάκη! Γι αλλη μια φορά έγραψες!! 😉

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: