• Σελίδες

  • Φρέσκα κείμενα

  • Το μακρύ και το κοντό μας…

    mpampakis στο Λείπεις
    masterpcm στο Λείπεις
    mpampakis στο Λείπεις
    mpampakis στο Λείπεις
    Stavrula στο Λείπεις
    Snowball στο Λείπεις
    mpampakis στο Αντί ημερολογίου, βουβή τ…
    Stavrula στο Αντί ημερολογίου, βουβή τ…
    Snowball στο Αντί ημερολογίου, βουβή τ…
    kaltsovrako στο Αντί ημερολογίου, βουβή τ…
  • a

  • Μαΐου 2008
    Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
    « Απρ.   Ιον. »
     1234
    567891011
    12131415161718
    19202122232425
    262728293031  
  • Στις ντουλάπες του αρχείου

  • Μεταστοιχεία

Ιστορία πειρατών και δράκων ΙΙ

Μέρος Β: Καινούργιο πλήρωμα

Προηγούμενα: I

Στο μικρό και χωρίς ιδιαίτερες ευκολίες λιμάνι της Σάντα Μαρία ντελ Πουέρτο η νύχτα προχωρά προς το ξημέρωμα, άφωτη από αστέρια, κάτω από έναν ουρανό γεμάτο δυσοίωνα σύννεφα. Είναι η ώρα που ένα νεαρό αγόρι ακολουθεί κατά πόδας, τρέχει για να παραμένει δίπλα του, τον σωτήρα του. Το μέρος είναι ερημικό καθώς τέτοιες ώρες οι άνθρωποι κοιμούνται ή μεθοκοπάνε ή κάνουν έρωτα πάντως αποφεύγουν να περπατούν στα λασπόνερα ή, για να είμαστε ακριβείς, να κάνουν οτιδήποτε άλλο μέσα σε αυτά. Ελάχιστοι διαβάτες κυκλοφορούν στους παγωμένους απ’ την υγρασία δρόμους, βιαστικοί, χωρίς την παρηγοριά του τσιγάρου, θα ήταν αναχρονισμός αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, αφού στα 1610 το ταμπάκο μασιέται και φτύνεται αλλά δεν φουμάρεται ακόμα, σε αντίθεση με πλήθος άλλων χόρτων, εξωτικών και μη. Το αγόρι συνεχίζει να ακολουθεί φυσικά, αλλά κοιτάζει με όλο και πιο έκδηλη απορία το μικρό δράκο που κάθεται πάνω στον ώμο του Ντέϊβιντ, του Ντέϊβιντ που προχωρά ζαλισμένος και κατηφής.

Αυτός ο άνθρωπος, ας το παραδεχτούμε για να ξεμπλέκουμε, ενταγμένος σε έναν τόπο ανομίας, κατοικημένο από απόβλητους των ευρωπαϊκών κοινωνιών της εποχής, εμφανίζεται ανένταχτος ανάμεσα στους ανένταχτους, δείχνει αταίριαστος όσο ένα διαστημόπλοιο ανάμεσα σε πιρόγες. Ήδη γνωρίζουμε κάτι έντονα παράδοξο για αυτόν, και τούτο δεν είναι ότι υπερασπίστηκε ένα άγνωστό του αγόρι, ούτε ότι τόλμησε να αναμετρηθεί με τον διαβόητο Πιέρ τον Ξανθό, άλλωστε ο Ντέϊβιντ ο Δράκος, όπως είναι γνωστός στην πιάτσα, έχει τον σεβασμό που έχουν όλοι οι παλιοί πειρατές, οι λίγοι που επιζούν ακόμα δηλαδή. Μάλιστα, το πιο παράδοξο σε αυτόν δεν είναι καν ότι φέρει ένα δράκο στον ώμο σαν κατοικίδιο ζωάκι. Το αληθινά ανορθόδοξο γεγονός είναι ότι δεν σκότωσε τον Πιέρ μετά την αναμέτρησή τους και έδειξε φιλευσπλαχνία σε ένα περιβάλλον που δεν έχει λέξη για αυτή την έννοια. Αν παρατηρήσουμε καλύτερα τον άνθρωπο αυτό, θα δούμε ένα βλέμμα αλλιώτικο, με το βυθό του ματιού όσο περνά η ώρα να μοιάζει θολός σαν βυθός ρηχής λίμνης, η λάσπη έχει αναταραχθεί μέσα του, και τα χέρια τρέμουν, χοντρές στάλες ιδρώτα τρέχουν κάτω από το καπέλο του, παρότι το ξημέρωμα πλησιάζει και η νύχτα είναι κρύα. Και αν σε όλα αυτά προσθέσουμε τη νευρικότητα, την βιασύνη, την κοφτή αναπνοή, την διεσταλμένη κόρη, κάποιος με μεγαλύτερη από εμάς εμπειρία θα είχε βγάλει ήδη το συμπέρασμά του: ο άνθρωπος αυτός πάσχει από κάποια εξάρτηση.

Και καθώς με βιασύνη ακατάστατη προσπαθεί να επιστρέψει στο δωμάτιο που νοικιάζει και στην ασφάλεια του χόρτου, όλη του η σκέψη είναι στην στιγμή που θα το βάλει στο λυχναράκι και θα ανασάνει τους λυτρωτικούς, μαυλιστικούς ατμούς του, τώρα γυρνά απότομα στο αγόρι να το διώξει Τι θέλεις πια, σταμάτα να με ακολουθείς, Με έσωσες, θέλω να είμαι μαζί σου, Δεν σε έσωσα, κανέναν δεν έσωσα, απλά ανέβαλα το αναπόφευκτο και αυτή είναι μια φράση που μπερδεύει το αγόρι, δεν έχει τις εμπειρίες ενός άνδρα για να καταλάβει τι εννοεί ο Ντέιβιντ, που ίσως να εννοεί ότι η τελική επικράτηση του Πιέρ είναι αναπόφευκτη, ελάχιστοι θα είχαν την τόλμη να σκεφτούν ότι δεν μιλά για τον Πιέρ συγκεκριμένα αλλά για κάτι άλλο, κάποιον Άλλον, που όλοι μας μοιραζόμαστε την βεβαιότητα μιας μελλοντικής συνάντησης μαζί Του και όλοι μας απλώς την αναβάλουμε, κι αυτό χωρίς να διαλέξει καν την τυχαία λέξη που θα Τον κατονομάσει – Θεός; Θάνατος; Μοίρα; Πάντως το βέβαιο ραντεβού το μοιραζόμαστε όλοι. Τούτες οι σκέψεις βέβαια είναι απρόσιτες για το αγόρι, ευτυχώς ίσως, διατηρεί μια στρώση πολύτιμης αθωότητας και τώρα συστήνεται Με λένε Άνταμ, Και τι θέλεις από μένα Άνταμ, Θέλω να με πάρεις για μέλος στο πλήρωμά σου, Δεν έχω πλήρωμα, δεν είμαι καπετάνιος, Ναι, αλλά θα μαζέψεις, έτσι δεν είναι; Και στέκονται οι δυο τους σιωπηλοί, καθώς ο Ντέϊβιντ δεν απαντά την ερώτηση. Είναι τόσο δύσκολη και σκληρή η σιωπή όταν βάζεις όλο σου το μέλλον σε μια ερώτηση και ο άνθρωπος απέναντί σου δεν σου απαντά, όταν ένας άνδρας ρωτά μια γυναίκα Μ’ αγαπάς κι εκείνη δεν απαντά, κι ο χρόνος μένει μετέωρος και ο πλανήτης παύει την αιώνια περιστροφή του, εκείνη συνεχίζει να μην απαντά, δεν του λέει το Όχι που θα τον σφάξει, δεν του λέει ούτε το Ναι που θα σφάξει και τους δυο τους, μόνο σιωπά και συνταιριάζει το πρόσωπό της το μυστήριο, όπως μόνο τα πρόσωπα των όμορφων γυναικών μπορούν. Έτσι και τώρα, ο Ντέϊβιντ σιωπά, θα ήθελε να είναι ήδη τυλιγμένος από τους ατμούς του χόρτου του, έχει αργήσει, και δεν ξέρει πώς να διώξει αυτό το αγόρι χωρίς να του κάνει ζημιά, έχει αρχίσει να ψιχαλίζει μάλιστα, χοντρές, κρύες στάλες. Και τότε ο δράκος αφήνει μια απότομη, μεταλλική κραυγή και πετά από τον ώμο του Ντέιβιντ στον ώμο του αγοριού που τον κοιτάζει έκπληκτος και ευχάριστα ξαφνιασμένος από αυτό το άγγιγμα, οπότε ο Ντέιβιντ δεν θέλει να χρονοτριβεί άλλο, έχει τα θέματά του και δεν μπορεί να μεταπείσει το αγόρι έτσι στα όρθια και μάλιστα με την βροχή να ξεκινά, τα επείγοντα πάντα προηγούνται των σημαντικών κι είναι αυτό μια αλήθεια που κρατά φορές – φορές την ανθρωπότητα ολόκληρη πίσω.

Έτσι λοιπόν φτάνουν στο δωμάτιο του Ντέϊβιντ και ο νεαρός Άνταμ είναι ενθουσιασμένος Πώς τον φωνάζεις; ρωτάει, Δράκο τον λέω, δεν του έχω δώσει όνομα, Με συμπάθησε, Μην νομίζεις ότι συνέβη κάτι τέτοιο, απλά δεν ήθελε να βραχεί, είναι πλάσματα της φωτιάς και του αέρα οι δράκοι, και ο δράκος για να δείξει ότι συμφωνεί με τον Ντέιβιντ έκανε έναν ήχο σαν να μιλάει μια καμπανίτσα. Έτσι είναι η φωνή του; ρώτησε ο Άνταμ, Έτσι, απλά μεγαλώνοντας αλλάζει κι ακούγεται σαν μεγάλη καμπάνα; Δηλαδή θα μεγαλώσει κι άλλο; Φυσικά, φαντάζεσαι να μείνει στο μέγεθος γατιού για μια ζωή; Και πού τον βρήκες; Σαν πολλά δεν ρωτάς νεαρέ; Συμπάθα με, δεν έχω ξανασυναντήσει δράκο, Όπως και όλοι όσοι ήρθαν απ’ τα μέρη μας, μην ανησυχείς, δεν θύμωσα. Και όση ώρα γινόταν αυτός ο διάλογος ο Ντέιβιντ είχε εντοπίσει το πουγκί με το τριμμένο χόρτο που ζητούσε, Φύγε τώρα, πήγαινε να με περιμένεις έξω και θα έρθω μετά, Και ο δράκος; Δράκε, με ποιον θα μείνεις; Απίστευτη αληθινά κίνηση, το κατοικίδιο να έχει δικαίωμα επιλογής, αλλά φαίνεται πως οι δράκοι δεν είναι φτιαγμένοι για κατοικίδια, άλλωστε ποιο άλλο κατοικίδιο θα χαρακτηριζόταν πλάσμα της φωτιάς και του αέρα, μάλλον ισότιμοι των ανθρώπων είναι και νιώθουν και φέρονται ως τέτοιοι. Καμπανάκια ακούστηκαν από το στόμα του δράκου, σηκώθηκε και πέταξε προς το παράθυρο, βεβαιώθηκε ότι η βροχή είχε σταματήσει, έκανε δυο κύκλους στον αέρα πάνω από το κεφάλι του Ντέιβιντ και κατέβηκε πάλι στον ώμο του Άνταμ. Εντάξει, να πας με τον πιτσιρικά, και να τον προσέχεις κιόλας. Το αγόρι ήταν ενθουσιασμένο με τον καινούργιο του φίλο, και δεν αναρωτήθηκε τι θα έκανε μόνος του στο δωμάτιο ο Ντέιβιντ, ας μην αναρωτηθούμε κι εμείς κάτι που θα μας φανεί στενάχωρο και αδιάκριτο, άλλωστε αυτός ο άνθρωπος που μόλις έσωσε ένα νεαρό αγόρι αξίζει σίγουρα μια κάποια συμπάθεια από μέρους μας, ας παρατηρήσουμε μόνο ότι το πουγκί με το χόρτο είναι σχεδόν άδειο και σύντομα θα χρειαστεί γέμισμα.

Κι έτσι το αγόρι έτρεξε χαρούμενο στον δρόμο, παρά την κούραση της ώρας, ενώ ο Ντεϊβιντ ασχολήθηκε με την λησμονιά του, πιστεύοντας ότι θα ξεφορτωθεί τον μικρό μέσα στις επόμενες μέρες, αφού θα γίνει φανερό ότι δεν πρόκειται να σαλπάρουν. Όμως όπως είπαν και πιο σοφοί από μας, όταν οι άνθρωποι κάνουν σχέδια ο Θεός γελά, ο Πιέρ είχε αποφασίσει να πάρει σκληρή εκδίκηση από τον Ντέϊβιντ για τον εξευτελισμό του και για να στερεώσει ξανά την φήμη του στους άλλους πειρατές σκότωσε πάνω σε καυγά έναν καινούργιο στην πόλη, έναν άνθρωπο που ούτε το όνομά του δεν πρόλαβε κανείς να μάθει, αν αυτό είναι προϋπόθεση για να μπορέσεις να αναφερθείς σε κάποιον ή για να τον σκοτώσεις. Και μετά ο Πιέρ άφησε να μαθευτεί ότι όποιος του φέρει τον Ντέϊβιντ τον Δράκο, ζωντανό, θα έχει πελώρια οικονομική ανταμοιβή. Είναι αλήθεια ότι οι κάτοικοι του λιμανιού της Σάντα Μαρία ντελ Πουέρτο έτρεφαν όλοι μια ιδιαίτερη αγάπη στις οικονομικές ανταμοιβές, ωστόσο δεν ήταν τόσο απλό. Ο Ντέιβιντ ήταν γνωστός στο λιμάνι, είχε σαλπάρει με σπουδαίους καπετάνιους του παρελθόντος και επιπλέον ήταν άριστος χειριστής του μαχαιριού και πολύ δυνατός στην μάχη σώμα με σώμα, οπότε η γενναιότητα των πιθανών κυνηγών του έφθινε όταν σκεφτόντουσαν πώς θα του επιτεθούνε. Να παρατηρήσουμε φυσικά εδώ ότι δεν πρόκειται για αυθεντική γενναιότητα, καθώς αυτή εμφανίζεται μόνο στις περιπτώσεις που δεν είναι σίγουρα θετική η έκβαση μιας σύγκρουσης ή ενός ρίσκου, και ίσως μάλιστα χαρακτηρίζεται ως γενναίος κάποιος που τολμά χωρίς να έχει ταπεινά κίνητρα, γενναιότητα τελικά είναι μόνο όταν πας κόντρα στην λογική της αυτοσυντήρησής σου, να κάτι που οι νοικοκυραίοι θα θεωρούσαν κουταμάρα και το ίδιο και οι πειρατές. Ίσως λοιπόν αυτοί οι δυο να έχουν και άλλα κοινά, εκτός από την τελική της ζωής μας συνάντηση την οποία υπαινιχθήκαμε νωρίτερα, με μια δύναμη που δεν προσδιορίζεται πριν την συναντήσεις, ίσως πειρατές και νοικοκυραίοι γίνονται ένα όταν ακούν κουδουνίσματα χρυσών νομισμάτων.

Δεν πέρασαν λοιπόν πολλές μέρες και ο Ντέιβιντ διαπίστωσε ότι ο κόσμος στον δρόμο τον κοιτούσε περίεργα και απέφευγε να του μιλήσει, από φόβο μήπως θεωρηθεί φίλος του και ο Πιέρ ο Ξανθός τον κυνηγήσει από κοινού με τον Ντέιβιντ τον Δράκο, χρειάστηκε να του λύσει την απορία ο προμηθευτής του χόρτου του, ο καλούμενος Τούρκος, παρατσούκλι φυσικά και όχι όνομα, αλλά είτε έτσι είτε αλλιώς κι ο ίδιος τον εαυτό του Τούρκο έλεγε, Δράκε, του είπε ο Τούρκος, μην με πλησιάζεις μπροστά σε κόσμο και να ξέρεις δεν θα σου ξαναδώσω χόρτο, δεν θέλω να με δει κανείς μαζί σου Γιατί αυτό; Σε έχει επικηρύξει ο Πιέρ, καλά θα κάνεις να φύγεις από την Σάντα Μαρία ντελ Πουέρτο, και χάθηκε στα σοκάκια ο Τούρκος, σαν ανάσα ονείρου, να λοιπόν που η επιθυμία του Αντάμ θα γινόταν πραγματικότητα και ο Ντέιβιντ θα σαλπάριζε, όχι για την περιπέτεια, όχι για την αγάπη της πατρίδας ή της γυναίκας, ούτε καν για τα πλούτη, ταπεινό μα σύνηθες κίνητρο, θα σαλπάριζε γιατί ο Τούρκος είχε το μονοπώλιο του χόρτου στην πόλη, ήταν ένα παράξενο μυρωδικό που φύτρωνε στην νέα ήπειρο και το αξιοποιούσαν οι ιθαγενείς στις τελετουργίες του, έπρεπε λοιπόν να φύγουν για να βρει προμήθειες αλλά και για να αποφύγει τους μαχαιροβγάλτες του Πιέρ, που σιγά – σιγά καταλάβαιναν ότι ο Ξανθός Καπετάνιος είχε αποφασίσει να χύσει αίμα, και αν αυτό δεν ήταν του Ντέιβιντ θα ήταν το δικό τους.

Μέσα σε ένα απόγευμα αναγκάστηκε να κάνει τις κινήσεις του ο Ντέιβιντ, μίλησε με ένα γέροντα πειρατή που δέχτηκε να του νοικιάσει το καράβι του, βρήκε τέσσερις ναύτες πολύ μεθυσμένους ή πολύ ανόητους για να φοβούνται τον Πιέρ, και τις ίδιες ώρες ο Πιέρ περνούσε από όλες τις ταβέρνες της πόλης, με την μεθοδικότητα κάθε χασάπη, και γύρευε ποιος είδε και πού τον εχθρό του, και όταν τελικά έμαθε ότι ετοιμαζόταν να σαλπάρει, Ο δειλός ετοιμάζεται να φύγει, Μα ούτε μια βδομάδα δεν πέρασε από τη νύχτα του καυγά, και μάζεψε επτά από τα πιο αποφασισμένα και πιο αιμοβόρα παλληκάρια του και έτρεξαν στο λιμάνι, έφτασαν λοιπόν με μια μικρή καθυστέρηση, όσο χρειαζόταν για να δουν το σκάφος να φεύγει, τα πανιά του κοροϊδευτικά ανοιγμένα, σαν υφασμάτινες ειρωνίες, να σημαδεύουν τον ορίζοντα, και στην πρύμνη να τους χαιρετά ένας πρόθυμος νεαρός μούτσος με έναν δράκο στον ώμο του.

Όταν βγήκαν στα ανοιχτά και σάλπαραν για την δύση, ο Άνταμ ρώτησε το Ντέιβιντ Πού πάμε; Σε έναν τόπο που ζούνε ιθαγενείς Γιατί; Γιατί κάποτε ήταν αδέλφια μου και ο Άνταμ σιώπησε αλλά φρόντισε να μην ρωτήσει γιατί τότε έρχονται και οι άλλοι του πληρώματος, αφού ήταν περισσότερο από βέβαιο ότι οι υπόλοιποι ελπίζαν σε κάποιο πλιάτσικο. Προτίμησε να συνεχίσει να περνά τον χρόνο του προσπαθώντας να καταλάβει την γλώσσα του δράκου και να ξεχνά τον Πιέρ τον Ξανθό που σίγουρα περίμενε στις σκιές του λιμανιού την επιστροφή τους για να πάρει την εκδίκησή του.

συνεχίζεται…

Advertisements

10 Σχόλια

  1. Εξαιρετικό!
    Σημειώνω δυο:
    – «τα επείγοντα πάντα προηγούνται των σημαντικών κι είναι αυτό μια αλήθεια που κρατά φορές – φορές την ανθρωπότητα ολόκληρη πίσω.»
    – «γενναιότητα τελικά είναι μόνο όταν πας κόντρα στην λογική της αυτοσυντήρησής σου».

  2. Δικα μου αγαπημενα…»όταν βάζεις όλο σου το μέλλον σε μια ερώτηση και ο άνθρωπος απέναντί σου δεν σου απαντά.»……….»δεν του λέει το Όχι που θα τον σφάξει, δεν του λέει ούτε το Ναι που θα σφάξει και τους δυο τους….».Ελπιζω η συνεχεια να ερθει συντομα…Αυτο παντως το δευτερο κομματι της ιστοριας ειναι πολυ πιο συναισθηματικο απο οτι το πρωτο….

  3. OMG! Το χόρτο το φέρνει ο Τούρκος! Καϋμένοι πειρατές! Πέσατε στην παγίδα του Τούρκου κι εσείς…

    [μεταξύ μας, οι Τούρκοι είναι εντελώς αθώοι στα περί ναρκωτικών. Εν αντιθέσει, Ελληνες ημεδαποί και αλλοδαποί, αλλά και Κύπριοι είναι οι μεγαλύτεροι κομπιναδόροι στο είδος]

    Ζήτω η ντόπα!

    PS: Μη με παρεξηγείς που κόλλησα σε αυτό. Η δύναμη της συνήθειας βλέπεις…

  4. ωωωω!
    βελτιώνεσαι σημαντικά!
    για να διούμε!

  5. Καλημέρα!
    Είχα διαβάσει το πρώτο μέρος της ιστορίας αλλά δεν ήξερα τι σχόλιο να αφήσω..είναι πολύ παράξενος τρόπος γραφής για μένα αυτός..πολύ ιδιαίτερος.Μου άρεσε όμως..και ειδικά αυτό το δεύτερο κομμάτι που για κάποιο λόγο μου αρέσει περισσότερο από το πρώτο(εκτός του οτι το παρακολούθησα πιο εύκολα, ήταν πιο χειμαρρώδες και δεμένο θα έλεγα) με έκανε να ανυπομονώ για τη συνέχεια. 🙂

  6. @gremiii:
    Να δούμε πόσα αποφθέγματα θα καταφέρνω να βγάζω ανά συνέχεια! 😉 Σ’ ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λόγια!

    @JAD:
    Ναι, αρχίζω πια να σκάβω μέσα στους χαρακτήρες, γιαυτό και βγαίνει πιο συναισθηματικό. Το πρώτο μέρος το ξόδεψα (αδικαιολόγητα ίσως) στο σκηνικό και στις συνθήκες μέσα στις οποίες θα πω την ιστορία.
    Δεν θα ξαναργήσω τόσο ανάμεσα σε δύο συνέχειες πάντως, είναι το μόνο βέβαιο. 🙂

    @mad:
    Μην ξεχνάς ότι μιλάμε για ύστερη Αναγέννηση, εποχές που η λέξη «Τούρκος» σήμαινε συνήθως τον λαό που σήμερα λέμε Ούγγρους. 😉
    Καμία παρεξήγηση, ευχαριστώ για το σχόλιο!

    @Κροτίδι:
    Νομίζω ότι προσάρμοσα κάπως το στυλ γραφής και το έκανα ελαφρώς πιο ευκολοδιάβαστο. Ελαφρώς όμως, μην χαριστούμε κι όλας στον αναγνώστη! χε χε χε…

    @kleine wolke:
    Σ’ ευχαριστώ πολύ. Σίγουρα έκανα τις περιόδους ένα τικ πιο ευανάνγωστες, αλλά η ίδια η ιστορία, μετά την εισαγωγή της, μου επιτρέπει να ασχοληθώ περισσότερο με τα συναισθήματα των πρωταγωνιστών, και με ό,τι αυτά συνεπάγονται.
    Θα προσπαθήσω να ανεβάσω την συνέχεια σύντομα.

  7. Μου αρεσει πολυ η γραφη σου και παρατηρω βελτίωση στο β΄ μερος. Εξάλλου μέσα στο συρφετό των βιβλίων που κυκλοφορούν κάπως πρέπει να ξεχωρίσει κάποιος. Keep writing!!!

  8. Μ’αρέσει,μ’αρέσει,μ’αρέσει!!!!!!!!

    😀

    Φιλιά***

  9. Πολύ καλό! Ανυπομονώ για τη συνέχεια.

  10. @Βερενίκη:
    Ευχαριστώ πολύ, κι εγώ θεωρώ πολύ πειραματικό το ύφος σε αυτή την ιστορία αλλά νομίζω ότι στρώνει από συνέχεια σε συνέχεια.

    @Εύη:
    Φιλιά πολλά κορίτσι μου, να είσαι καλά!

    @QueenElisabeth:
    Μιλ μερσί – είμαι στην ευχάριστη θέση να σε ενημερώσω ότι προχωράει. 🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: