• Σελίδες

  • Φρέσκα κείμενα

  • Το μακρύ και το κοντό μας…

    mpampakis στο Λείπεις
    masterpcm στο Λείπεις
    mpampakis στο Λείπεις
    mpampakis στο Λείπεις
    Stavrula στο Λείπεις
    Snowball στο Λείπεις
    mpampakis στο Αντί ημερολογίου, βουβή τ…
    Stavrula στο Αντί ημερολογίου, βουβή τ…
    Snowball στο Αντί ημερολογίου, βουβή τ…
    kaltsovrako στο Αντί ημερολογίου, βουβή τ…
  • a

  • Ιουνίου 2008
    Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
    « Μάι.   Ιολ. »
     1
    2345678
    9101112131415
    16171819202122
    23242526272829
    30  
  • Στις ντουλάπες του αρχείου

  • Μεταστοιχεία

Ιστορία πειρατών και δράκων ΙΙΙ

Μέρος Γ: Μνήμα σε γκρεμό

Προηγούμενα: Ι, ΙΙ

Κοντά στις αφιλόξενες βορειοανατολικές ακτές του νησιού της Τζαμάικα, η πειρατική σκούνα του Ντέιβιντ του Δράκου βρίσκεται άροδο στα ανοιχτά ενός κολπίσκου δυσδιάκριτου από το πέλαγος και η βάρκα βγάζει στην στεριά τον καπετάνιο του σκάφους, το νεαρό Άνταμ και τον μικρό δράκο που ακολουθεί τον Ντέιβιντ εδώ και καιρό. Το πλήρωμα είναι πολύ ευχαριστημένο με τον καπετάνιο του και θα τον περιμένει για τις δύο ημέρες που τους είπε ότι θέλει να πάει στο χωριό των ιθαγενών – άλλωστε, αν ο καπετάνιος συνοδεύεται από ένα δράκο, δεν είναι παράδοξο να θέλει να επισκεφτεί απολίτιστους αγρίους. Οι πειρατές θα έχουν έτσι δυο μέρες να μετρήσουν και το χρυσάφι τους καλύτερα, και αυτό τους δίνει μεγάλη χαρά καθώς μόλις τελειώσανε ένα ρεσάλτο χωρίς απώλειες και με μεγάλα κέρδη. Το αχαλίνωτο κέφι που τους έχει φέρει αυτό το παιχνίδισμα της τύχης πιστώνεται εξ ολοκλήρου στον καπετάνιο τους κι αυτό το ζεστό αίσθημα, αυτό το μίγμα εμπιστοσύνης και αποδοχής το μπερδεύουν γιατί δεν ξέρουν καλύτερα, με το ξεκίνημα μιας υπέροχης φιλίας, λες και φίλοι μας είναι όσοι μας κάνουν να νιώθουμε χαρούμενοι.

Πριν μόλις λίγες μέρες έφυγαν από το ντόκο της Σάντα Μαρία ντελ Πουέρτο, αφήνοντας εκεί έναν λυσσασμένο για εκδίκηση Ξανθό Πιέρ, ανήμπορο να κάνει οτιδήποτε εκτός από το να βασανίσει όποιους ήξερε ότι μίλαγαν τακτικά με τον Ντέιβιντ. Ο Τούρκος, ο προμηθευτής του χόρτου του εθισμένου Ντέιβιντ, ήταν ένας από αυτούς αλλά οι έξι ώρες που άντεξε να σιγοψήνεται ζωντανός πάνω σε μια μαντεμένια σχάρα δεν απόδωσαν καμιά αξιόλογη πληροφορία και μετά η κατάστασή του ήταν τέτοια που δεν είχε πλέον τρόπο να δώσει κάποια πληροφορία ή να φανεί αλλιώς χρήσιμος στον Πιέρ. Κι αν ο Πιέρ νιώθει την ήττα του στον καυγά στην ταβέρνα σαν μείωση του ρόλου που έχει, του ρόλου που θεωρεί ότι του ανήκει ως άνδρα, έστω κι αν δεν μπορεί να το διατυπώσει έτσι, με τον ίδιο τρόπο και οι πειρατές του Ντέιβιντ νιώθουν ότι πετυχαίνουν μετά από το πετυχημένο τους ρεσάλτο, ως άνδρες, ως κυνηγοί, ως άξια σαρκοβόρα, καθώς φαίνεται ότι από καταβολής κόσμου οι άνδρες ψάχνουν την επιβεβαίωση του ρόλου τους σε επιτυχίες και αποτυχίες στον κόσμο έξω, πράγμα ίσως αληθές και για τις γυναίκες, που όμως ψάχνουν συχνότερα την επιβεβαίωση του ρόλου τους σε επιτυχίες και αποτυχίες μέσα στο ίδιο τους το σπίτι, κι όπως ο άνδρας λέει Είμαι όταν φέρνει το κεφάλι από το σκοτωμένο ελάφι ή από τον σκοτωμένο ανταγωνιστή στην εστία του, έτσι κι η γυναίκα λέει Είμαι όταν κατευθύνει την ζωή των ανθρώπων που κοιμούνται κάτω από την ίδια στέγη με την ίδια. Κι αλήθεια μια τέτοια σκέψη είναι τόσο γεμάτη προκατάληψη και τόσο απωθητική που θα έπρεπε να περιφρονούμε όχι τόσο αυτούς που σκέφτονται κάτι τέτοιο όσο αυτούς που δέχονται να συμπεριφέρονται τόσο προβλέψιμα όσο τα παραδείγματα του αρχέτυπου και δεν μπορούν να πούνε Είμαι χωρίς να το δέσουν με σκοινιά σε κάποια τέτοια «επιτυχία». Γιατί λίγοι είναι οι άνθρωποι που μπορούν να δουν καθαρά εμπρός τους αυτά και να τα αποφύγουν όταν μετρούν την ίδια τους την Ζωή με τρόπο τρομερό κι όταν κρίνουν και αναρωτιούνται Είμαι; Καθώς λοιπόν εκείνη την ώρα λείπουν τα κριτήρια, εξατμίζεται η σιγουριά, και ξεπέφτει ο άνθρωπος στους προετοιμασμένους ρόλους και στις μάσκες που φοράμε βιαστικά και πρόχειρα, μόνο και μόνο για να μην αναγκαστούμε να δώσουμε έκφραση στο πρόσωπό μας. Κι ας μην βιαστούμε να καταδικάσουμε πειρατές που προσαρμόζονται σε όσα περιμένουν οι γύρω τους από αυτούς την ώρα που πράττουμε το ίδιο και πάντως σίγουρα όχι την ώρα που λίγοι από εμάς καταφέρνουμε να διαγνώσουμε τον εαυτό μας και να υπηρετήσουμε τις αλήθειες του.

Το ολιγάριθμο πλήρωμα του Ντέιβιντ, ολιγάριθμο για τέτοιες δουλειές τουλάχιστον, πειρατείες και τα τοιαύτα, είχε δεχτεί να σαλπάρει μαζί του προς το άγνωστο, παρότι όλοι στην πιάτσα ήξεραν την εχθρότητα του Πιέρ προς τον καπετάνιο τους. Ο κάθε ναύτης του είχε τους λόγους του που ακολούθησε, γνωστούς μόνο στον ίδιο, όπως ακριβώς δηλαδή συμβαίνει για κάθε απόφαση και κάθε κίνηση στην ζωή μας, έχουμε τους λόγους μας και μας φαίνονται και οι ορθότεροι, ακόμα κι αν αλλάξουμε την απόφασή μας μετά, έχοντας άλλους λόγους, που και πάλι μας φαίνονται οι ορθότεροι. Το πλήρωμα πάντως ήθελε θηράματα και μέσα σε λίγο καιρό είχαν ήδη κάνει το πρώτο τους επιτυχές ρεσάλτο σε μια σκούνα, επίσης πειρατική, φορτωμένη όμως από πρύμνη μέχρι πλώρη με άφθονο χρυσό και, όπως αποδείχτηκε, σχεδόν ανυπεράσπιστη. Το μεγαλύτερο μέρος του πληρώματός της είχε ήδη πέσει λίγες ώρες νωρίτερα στην μάχη με ένα Ισπανικό εμπορικό που ήταν ο κάτοχος του χρυσού πριν τους ανταγωνιστές πειρατές – και ακόμα περισσότεροι ξεπαστρεύτηκαν μεταξύ τους στον άγριο καυγά που ακολούθησε την μοιρασιά των λάφυρων ανάμεσα στους νέους κατόχους του χρυσού. Οι νέοι ιδιοκτήτες είχαν απομείνει λίγοι και τραυματισμένοι, χωρίς δύναμη να αντισταθούν στους ναύτες του Ντέιβιντ που ήρθαν να πάρουν το χρυσάφι τους ή ίσως το χρυσάφι που ήταν πριν των Ισπανών ή ίσως ακόμη το χρυσάφι που ήταν των ιθαγενών κάποτε. Ίσως ο χρυσός, όπως και κάθε άλλο αγαθό, δεν είναι κανενός για πάντα, ίσως και όλων. Ίσως απλά ανήκει σε αυτούς που είναι πρόθυμοι να γίνουν πιο αδίστακτοι υπηρέτες των καπρίτσιων του του, σαν κακομαθημένη ερωμένη που βάζει τους μνηστήρες της να σφαχτούν μεταξύ τους για να δοθεί στον ισχυρότερο. Και μάχονται, και σφάζονται και εξοντώνονται και μετά εκείνος, ο ισχυρότερος, με το αίμα να στάζει από την λεπίδα του, δεν σκέφτεται με τρόμο το μέλλον, όταν θα τον βαρύνει η κόπωση της ηλικίας και κάποιος πιο νέος, πιο ισχυρός από αυτόν θα έρθει και θα την πάρει μακριά του. Και ούτε εκείνη, η ερωμένη, με τους άνδρες να της λεκιάζουν τα ρούχα με το αίμα ή το σπέρμα τους, ούτε εκείνη σκέφτεται με τρόμο το μέλλον, όταν θα την βαρύνει η παρακμή της ηλικίας, και θα έρθει κάποια πιο νέα, πιο θελκτική από αυτήν, και θα τον πάρει μακριά της. Και το μόνο συμπέρασμα είναι ότι αν οι άνθρωποι σκεφτόμασταν πόσο προσωρινοί πόσο εύθραυστοι είναι οι θρίαμβοί μας ίσως να μην ήμασταν τόσο πρόθυμοι να θυσιάσουμε τα πάντα για αυτούς.

Κάποιος μπορεί δικαίως να απορήσει για το γεγονός του εύκολου ρεσάλτου και του επακόλουθου πλιάτσικου, γνωρίζοντας κάτι παραπάνω για τα κίνητρα όλης αυτής της ναυτικής περιπέτειας, αφού ο Ντέιβιντ δεν έφυγε προς αναζήτηση θησαυρού αλλά προς αναζήτηση χόρτου, είπαμε ήδη ότι δυστυχώς ο άνθρωπος αυτός είναι εξαρτημένος. Η γνώση αυτή μας επιτρέπει να διατηρούμε σαφή αφηγηματικά πλεονεκτήματα έναντι του πληρώματός του, αλλά όχι και τόσο καθοριστικό πλεονέκτημα, αφού ακόμα δεν αντιλαμβανόμαστε πολλές πτυχές των χαρακτήρων της αφήγησής μας. Το μόνο βέβαιο είναι ότι ο Ντέιβιντ είχε στο πλοίο του τέσσερις ναύτες που ήθελαν κάτι να τους απασχολήσει, και αυτός τους το βρήκε. Μόνο τύχη δεν ήταν ωστόσο, αφού, σχεδόν μόλις σαλπάρανε, ο Ντέιβιντ ζήτησε από τον μικρό του δράκο να βρει έναν τέτοιο στόχο, τον περιέγραψε, του είπε πώς θέλει να είναι κουρασμένοι οι μόλις πλουτήσαντες υπερασπιστές του, διασφαλισμένο το ανήθικο παρελθόν τους, του είπε πως δεν ήθελε να χτυπήσουν ένα τίμιο εμπορικό και ο δράκος χασκογέλασε γεμίζοντας τον τόπο καπνούς, αφού στην γλώσσα των δράκων οι λέξεις «τίμιος» και «έμπορας» ακούγονται πολύ κωμικές στην ίδια φράση, ο Ντέιβιντ χαμογέλασε κι αυτός, και μετά ο δράκος απάντησε με ένα σύνολο καμπάνες και μεταλλόφωνα από τα σωθικά του και πέταξε πάνω από τα νερά της Καραϊβικής για να βρει το θήραμα, σαν πουλί θηρευτής, σαν γεράκι κυνηγετικό, ένα γεράκι με κορμί καλυμμένο με φολίδες και γκρίζα μάτια με όρθια κόρη, σαν του φιδιού . Και το βρήκε, και οδήγησε εκεί τους πειρατές του Ντέιβιντ, και τους έδωσε χαρά μεγάλη που όπως προείπαμε την μπέρδεψαν με φιλία.

Έχοντας αφήσει πίσω τους την σκούνα, ο Ντέιβιντ και ο Άνταμ χρειάστηκαν μισή μέρα περπάτημα για να φτάσουν σε έναν οικισμό που ήταν ο στόχος τους. Η στεριά ήταν μοιρασμένη ακριβοδίκαια ανάμεσα σε κατάφυτα λιβάδια, με τα φυτά στο μπόϊ ανδρός, πυκνά δάση και απότομες ανηφόρες και αυτοί περπατούσαν σιωπηλοί, σε ένα σύμπαν χωρίς ανθρώπου ήχο. Μοιράζονταν την στιγμή με την ευχαρίστηση που δίνει μόνο η αποδοχή κι η εμπιστοσύνη, ενώ ο δράκος πετούσε λίγο μπροστά τους, με το μικρό κορμί να λάμπει στον ήλιο και το μακρύ ρύγχος να ελέγχει το πεδίο και κάθε τόσο επέστρεφε για να αναπαυθεί σε κάποιον ώμο. Ο Άνταμ πρόσεξε ότι ο δράκος έδειχνε ευχάριστα αναστατωμένος, σαν ναύτης που περπατά τα σοκάκια του λιμανιού για να γυρίσει πρώτη φορά σπίτι του μετά από μακρύ ταξίδι στην αλμύρα.

Στην είσοδο του οικισμού των ιθαγενών μερικά παιδιά τους κοίταξαν με υποψία – αυτούς, τους λευκούς ανθρώπους και όχι τον δράκο που πετούσε από πάνω τους – μέχρι που ο Ντέϊβιντ γύρισε σε ένα και του μίλησε στην γλώσσα του. Το παιδί, γυμνό από ρούχα και με ένα περιδέραιο στολισμένο με πέτρες και κοχύλια, έφυγε τρέχοντας προς τις φτωχικές καλύβες, για να φωνάξει τον άνδρα για τον οποίο ο Ντέιβιντ έκανε τόσο δρόμο, σε θάλασσα και γη. Ο Άνταμ, με τον δράκο στον ώμο, περίμενε με φανερή αδημονία, καθώς τα παιδιά των ιθαγενών σταμάτησαν το παιχνίδι τους για να δουν την συνάντηση του μεγάλου, του πιο γενναίου τους πολεμιστή, του Ανκα-ναούρου με τον ξένο. Ο μισο-παρατημένος οικισμός σημαδευόταν από την σιωπή, καθώς ο Ανκα-ναούρου ξεδίπλωσε το πελώριο κορμί του κοιτώντας αυστηρά προς την κατεύθυνσή των ξένων. Ο Άνταμ ανατρίχιασε καθώς ένιωσε το επιθετικό βλέμμα του ιθαγενή να ταξιδεύει πάνω του και μέσα του, να ρωτά Ποιος είσαι και Γιατί πιστεύεις ότι είσαι ευπρόσδεκτος εδώ, με θράσος και ένταση και γνώση που δεν είναι συνηθισμένα στους ιθαγενείς, αλλά ο Ανκα-ναούρου, ψηλός και με φαρδιές πλάτες, με το πρόσωπο σχισμένο στα δύο από μια διαγώνια ουλή και με περιδέραιο φτιαγμένο από δόντια αιλουροειδών, είναι αναγκασμένος να υπερασπίζεται μόνος του σχεδόν έναν οικισμό που στην ακμή του ήταν ένα μεγάλο χωριό και έχει καταντήσει αυτό το αξιολύπητο συνονθύλευμα από χωμάτινες καλύβες. Η παρακμή ήρθε μετά από τις επιθέσεις των Ευρωπαίων με το πιο τρομακτικό τους όπλο, όχι το μπαρούτι ούτε την χριστιανική πίστη, αλλά τα μικρόβια που κουβάλησαν από τον τόπο τους στο Νέο Κόσμο, και ιδιαίτερα το μικρόβιο της ευλογιάς.

Το σημαδεμένο πρόσωπο του ιθαγενούς ήταν σκληρό και ανέκφραστο, σαν χαραγμένο σε ξύλο και ο Άνταμ αναρωτήθηκε για πρώτη φορά αν ο Ντέιβιντ ήταν σίγουρος τι κάνει, όταν ο μικρός δράκος άφησε μια κελαριστή κραυγή και έφυγε πετώντας για την αγκαλιά του Ανκα-ναούρου. Η έκφραση του πολεμιστή άλλαξε αμέσως κι ελευθέρωσε ένα χαμόγελο από αυτά που φωτίζουν στόμα και μάτια καθώς έκλεινε τον δράκο στην αγκαλιά του. Το ίδιο χαμόγελο και τις ίδιες λεπτές γραμμές δίπλα στα μάτια είχε ήδη ο Ντέιβιντ. Η υποδοχή και η αναγνώριση που επεφύλαξαν ο ένας άνδρας για τον άλλον ήταν στολισμένη με σεμνή ντροπή για την χαρά της συνάντησης, έτσι που κάθε θεατής θα μπορούσε να καταλάβει ότι αυτοί οι δυο είναι πραγματικοί φίλοι, ότι δεν έχουν μπερδέψει την ευχάριστη αίσθηση του κέρδους με το αίσθημα της φιλίας, όπως οι πειρατές που αποτελούν το πλήρωμα του Ντέιβιντ. Ο Άνταμ τους κοιτάζει και παρά το νεαρό της ηλικίας του αναγνωρίζει ότι αυτοί οι δύο άνδρες έχουν δεθεί μέσα από κοινούς πόνους, καταλαβαίνει ότι η φιλία τους δεν είναι βασισμένη στο σαθρό έδαφος του ευχάριστου ούτε καν στο φυσικό αλλά συγκυριακό έδαφος του κοινού χρόνου αλλά της μοιρασμένης άμυνας στα δύσκολα, στο μόνο παράγοντα που κάνει δυο ανθρώπους αδέλφια και που τους δένει έτσι που ακόμα κι αν δεν ξαναδούν ο ένας τον άλλον ξέρουν ότι υπάρχει κάποιος κάπου που τους νοιάζεται. Κι αυτό συνήθως αρκεί, ευτυχώς αυτό αρκεί.

Ο Ανκα-ναούρου μίλησε πρώτος και μάλιστα αγγλικά Δεν περίμενα ότι θα σε ξαναέβλεπα ποτέ Να όμως που με βλέπεις ξανά κι εγώ βλέπω ξανά εσένα Ο δράκος σου μεγάλωσε Ναι, από τότε που τον σώσαμε έχει περάσει καιρός Δεν υπάρχουν άλλοι πια στο νησί ξέρεις Οι αρρώστιες; Ναι, οι αρρώστιες, αλλά πρέπει να έχουν πετάξει για την δύση όσοι επιζούν. Ας μην απορούμε που δεν ρωτάνε ο ένας τον άλλο τι κάνει, πώς είναι, πώς περνά, αντίθετα μιλάνε για θέματα άσχετα επίτηδες, όταν έρθει η ώρα κι είναι έτοιμος ο φίλος θα πει στον φίλο Δεν είμαι καλά κι αυτός θα του απαντήσει Το ξέρω Και πώς και τόσο καιρό μου έλεγες ότι πάω καλά θα ρωτήσει ο πρώτος, Αυτό κάνουμε του λέει ο δεύτερος, είμαστε φίλοι γιατί λέμε ο ένας στον άλλο τα ψέματα που χρειαζόμαστε να ακούσουμε και το ότι είπε «χρειαζόμαστε» κι όχι «θέλουμε» έχει ιδιαίτερη σημασία.

Η συζήτηση συνεχίστηκε, ο Ντέιβιντ κάποια στιγμή του ζήτησε τελετουργικό χόρτο, ο Ανκα-ναούρου τον κοίταξε στεναχωρημένος, ο Ντέιβιντ του είπε πως με όλα αυτά που είχαν συμβεί μόνο αυτό τον κάνει να ξεχνά, μόνο αυτό τον κάνει να γίνεται κάποιος άλλος, κι ο Ανκα-ναούρου τον ρώτησε για τον Άνταμ κι ο Ντέιβιντ του είπε την ιστορία του. Μετά, ο ιθαγενής του έδωσε χόρτο κι ο Ντέιβιντ είπε πως θέλει να πάει στην καλύβα, ο Ανκα-ναούρου ένευσε σε συμφωνία, ο Άνταμ δεν ήξερε σε ποια καλύβα αναφερόταν φυσικά. Έφυγαν από το χωριό και περπάτησαν προς ένα ύψωμα, μπροστά ο Ντέιβιντ με τον δράκο και πίσω ο ιθαγενής με το αγόρι, και τώρα οι δυο τους συζητούσαν Μου είπε ότι σε έσωσε Ναι, έτσι έκανε, είμαι ευγνώμων, Πώς βρέθηκες εσύ στην ταβέρνα, Είμαι ορφανός, δούλευα εκεί. Έτσι εξηγήθηκε η παρουσία του αγοριού στην ταβέρνα κι η ευκολία με την οποία ακολούθησε τον Ντέιβιντ, κι ο Ανκα-ναούρου δεν είπε λέξη, δεν είπε Καταλαβαίνω, ψέματα εντελώς, αφού κανείς δεν καταλαβαίνει την ορφάνια εκτός από τον ορφανό, κανείς δεν καταλαβαίνει ένα χτύπημα της μοίρας αν δεν έχει χτυπηθεί με τον ίδιο τρόπο, δεν διαβάζεις τον Όλιβερ Τουίστ και αυτομάτως γίνεσαι ειδικός στην ορφάνια, και τουλάχιστον αυτή η σιωπή δείχνει ότι ο ιθαγενής σέβεται το αγόρι δίπλα του.

Ο Άνταμ μετά από λίγο τον ρώταγε ανέμελα για τον δράκο, Πόσο θα μεγαλώσει, Όσο φαντάζεσαι, Υπάρχουν κι άλλοι, Πριν έρθουν οι λευκοί, υπήρχαν πολλοί, τώρα ελάχιστοι, Γιατί, Φεύγουν προς τα δυτικά, ψάχνουν τόπο που θα ζουν ακόμα ελεύθεροι, Άγριοι, Ελεύθεροι, άγριοι, το ίδιο κάνει, Ξέρεις καιρό τον Ντέιβιντ, Ζήσαμε μαζί κάποια χρόνια, Και τώρα πού πάμε, Στο σπίτι που ζούσε τότε. Και ξαφνικά ο Άνταμ ανατρίχιασε καθώς είδε ότι είχαν φτάσει και μερικά βήματα μπροστά τους ο Ντέιβιντ στέκεται διστακτικός μπροστά σε μια γκρεμισμένη καλύβα. Βρισκόταν στην άκρη του δάσους και μπροστά της υπήρχε ένα χαρωπό, γενναιόδωρο ξέφωτο, κρεμασμένο στην άκρη ενός γκρεμού. Κάτω από τον γκρεμό η θάλασσα λυσσομανούσε, ενώ στην άκρη φαινόταν ένας προσεκτικά τοποθετημένος σωρός από πέτρες.

Ο Ντέιβιντ κοιτά την καλύβα, κοιτά τον τόπο που ήταν σπίτι του και ψάχνει να το χαιρετίσει – πώς χαιρετάς ένα σπίτι; Πού αφήνεις το φιλί σου σε έναν χώρο μπογιατισμένο με τις αναμνήσεις σου; Στο προσκέφαλο του κρεβατιού, στην εστία της κουζίνας, στο κατώφλι της εισόδου; Ο Ντέιβιντ χάιδεψε φευγαλέα την ξεκοιλιασμένη κάσα της πόρτας και προχώρησε με αργά βήματα και σκυμμένο κεφάλι προς τον πέτρινο σωρό. Ο Άνταμ ψιθύρισε Εδώ ζούσε, Ναι, Μόνος ζούσε, Όχι, είχε οικογένεια, Τους ξέρεις, Τους ήξερα, η γυναίκα του ήταν η αδελφή μου, Μα πώς παντρευτήκανε, Όχι πάντως με τους τρόπους σας και τους θεούς σας, αλλά παντρευτήκανε, Και αυτές οι πέτρες είναι τάφος, Ναι, τάφος είναι, Ποιος, Η κόρη του, η κόρη του Ντέιβιντ, αν ζούσε τώρα θα κόντευε στην ηλικία σου. Και εκείνη την ώρα ο Ντέιβιντ γτονάτισε μπροστά στο μνήμα και ο δράκος άρχισε να κάνει κύκλους στον αέρα πάνω από τον γκρεμό, αφήνοντας πένθιμα ουρλιαχτά να ταξιδεύουν στον αδιάφορο, αφρισμένο ωκεανό.

συνεχίζεται…

Advertisements

14 Σχόλια

  1. Έχω πρόβλημα με τα link του wordpress. Μου βγάζει συνέχεια μήνυμα «Μάλλον ψάχνετε κάτι που δεν υπάρχει» – μέχρι που σκέφτομαι να αλλάξω το template, παρότι αυτό μου αρέσει πολύ. Τέλος πάντων, το πρώτο μέρος έχει ανέβει στις 20 Μαρτίου και το δεύτερο μέρος στις 5 Μαϊου. Ελπίζω να διαβάζονται, αν υπάρχει πρόβλημα πείτε μου και θα ανεβάσω ένα νέο ποστ που θα έχει και τις τρεις συνέχειες μαζί.

    Επίσης, το επόμενο επεισόδιο τιτλοφορείται «Δύο χρόνια πριν».

  2. Παντως εγω το διαβασα μια χαρα,χωρις προβληματα…Πολυ ωραια και αξια συνεχεια…Οσο παει και καλυτερευει,ενω εχει αρχισει η πλοκη να πυκνωνει και να γινεται απειρως πιο ενδιαφερουσα…Ειμαι σιγουρος το επομενο θα ειναι καλυτερο μιας και θα εχει ενα πιο ¨φωτεινο» φλας-μπακ…

  3. @JAD:
    Καλημέρα. Για τα λινκ, εννοώ τα παλιά κείμενα, όχι το καινούργιο.
    Σ’ ευχαριστώ πάρα πολύ για τα καλά σου λόγια. Προσπαθώ, παρότι είναι μεγάλα τα κείμενα, να τα κρατήσω όσο πιο λιτά γίνεται, αρκεί να προχωρά με «συμπαγή» τρόπο η εξέλιξη της ιστορίας. Δλδ σε κάθε μέρος να υπάρχει διακριτό βήμα μπροστά στην αφήγηση. Ελπίζω να βγαίνει και όσο συναισθηματικό θέλω, έχει την δυσκολία του αυτό.

  4. Στις τελευταιες λεξεις της προ-τελευταιας παραγραφου,το (εντονο) συναισθημα της λυπης κανει δυναμικα την εμφανιση του…Κατι το το οποιο θα συνεχιστει και στο καινοθριο κειμενο…Waiting….

  5. είστε σίγουρος πως δεν έχετε γάντζο στο δεξι σας χέρι ;

  6. Πολύ συναισθηματισμός στο τέλος γμτ! Θέλουμε περισσότερη δράση ρεεε

    Μόνο εγώ παρατήρησα ότι το κείμενο δεν έχει τελείες? οεο? Είναι τρόπος γραφής κι αυτός. Πρόσφατα τον συνάντησα κι αυτόν…

    PS: Αυτό που ο Ανκα-Ναούρου μιλάει άπταιστα Αγγλικά μου θύμισε κάτι σε Ιησού από τη Ναζαρέτ. Είναι απαραίτητη μια ξένη γλώσσα, όπως και να το κάνουμε!

  7. Όσο πάει εξελίσσεται και καλύτερα. Μου αρέσει που ο αφηγητής έχει σχεδόν πρωταγωνιστικό ρόλο, μάλλον το ξαναείπα και σε προηγούμενο επεισόδιο.
    Νομίζω πως μπορείς να βγάλεις και περισσότερο συναίσθημα, αν θέλεις.

    Πάντως η φράση περί ορφάνιας (και στη θέση της βάζω οποιοδήποτε δεινό) είναι πολύ σοφή.

    Μου αρέσει λοιπόν!
    (δε φταίει το template για τα λινκ. Και στο δικό μου έχω πρόβλημα, όπως και με τις εικόνες).

  8. Με μια ανάσα σχεδόν το διάβασα. Πάρα πάρα πολύ καλό,πραγματικά! Πολύ παραστατικά γράφεις μπαμπάκη,σαν να βλέπω ταινία. 🙂
    Κι αυτό το τέλος…ανυπομονώ για τη συνέχεια!

  9. Καλημέρα, καλή βδομάδα…

    @JAD:
    Καταλαβαίνεις γιατί ρωτάω, θέλω να βγαίνει έντονη συμπάθεια προς τους πρωταγωνιστές χωρίς όμως να βρωμάει μελό η όλη προσπάθεια…

    @Κ.Κ.Μοίρης:
    Και βέβαια είμαι σίγουρος! Στο αριστερό τον έχω…

    @mad:
    Πόσο περισσότερη δράση; Είχα δύο ρεσάλτα, ένα βασανισμό Τούρκου και μια συνάντηση παλιών αδελφικών φίλων. 😀
    Επίσης, δεν είναι όλο το κείμενο χωρίς τελείες, μόνο οι διάλογοι. Έχω κρατήσει όμως τα κεφαλαία – να νιώθετε και ευγνωμοσύνη δηλαδή, LOL!
    ΥΓ: Ε, δεν είπα και άπταιστα, απλά ότι τα μιλάει. Αφού κι ο Ντέιβιντ μιλάει στο πιτσιρίκι στην γλώσσα των ιθαγενών και αφού φαίνεται ότι έχουν κοινό παρελθόν οι δυο τους, κάτι δείχνει για ανταλλαγή γνώσεων. 😉

    @Κροτίδι:
    Το φοβάμαι το ακόμα πιο συναισθηματικό, γιατί ανησυχώ μην πέσω στην παγιδα του (ξορικισμένου) μελό. Μερσί για το σχόλιο!
    ΥΓ: Κάτι έχουν πάθει τα permanent links όταν είναι στα ελληνικά ο τίτλος. Έχω πάθει μεγάλη ζημιά, και στα post και στα categories. Και φοβάμαι ότι διορθώνεται μόνο χεράτα, από ποστ σε ποστ…Φακ ιτ!

    @kleine wolke:
    Πολύ χαίρομαι που σου άρεσε τόσο, θα κοιτάξω να μην αργήσω ξανά τόσο πολύ για την συνέχεια! 🙂

  10. Take your time που λένε! Δε χανόμαστε 🙂 εκτός κι αν ρίξει κι άλλους κεραυνούς και συνεχίσει να βρέχει όλο το μήνα και πέσει η σύνδεση του ιντερνετ στη μισή βόρεια Ελλάδα. Μια εξάρτηση από τον καιρό την έχουμε,βλέπεις..κι εναν Μέρφυ που μας κάνει συναρπαστική τη ζωή 🙂
    Καλή εβδομάδα!

  11. Ψηφιακή εποχή σου λένε μετά. Άντε, καλή βδομάδα και σε σένα, θα τα πούμε! 🙂

  12. Προσπαθω να βρω το 4ο μερος της ιστοριας αλλα μου βγάζει συνέχεια μήνυμα “Μάλλον ψάχνετε κάτι που δεν υπάρχει”. Καμια βοηθεια??

  13. Alex, ζητώ συγνώμη αλλά δεν έχω αξιωθεί να το γράψω και να το ανεβάσω. Καθυστέρησα, το ξέρω, αλλά αυτό είναι το πρόβλημα με κείμενα που δεν «κλείνουν» στην ώρα τους.

    Αν σου άρεσε (που το ελπίζω), να σου προτείνω κάτι άλλο σε συνέχειες που έγραψα *και* τελείωσα; Οι τελευταίοι εξόριστοι, σε 4 μέρη:

    https://mpampakis.wordpress.com/2006/10/17/oi-teleytaioi-exoristoi-i/

    https://mpampakis.wordpress.com/2006/10/23/oi-teleytaioi-exoristoi-ii/

    https://mpampakis.wordpress.com/2006/11/21/oi-teleytaioi-eksoristoi-iii/

    https://mpampakis.wordpress.com/2006/12/27/oi-teleytaioi-eksoristoi-iv/

    Όταν (επιτέλους!) στρωθώ να τελειώσω τους δράκους, αν θες, θα σου στείλω mail.

  14. Κανενα προβλημα , απλα μου αρεσε η ιστοριουλα και ηθελα να δω την συνεχεια! Okay λοιπον , θα τσεκαρω τα links και θα σου πω τη γνωμη μου. Ευχαριστω πολυ! 🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: