• Σελίδες

  • Φρέσκα κείμενα

  • Το μακρύ και το κοντό μας…

    mpampakis στο Λείπεις
    masterpcm στο Λείπεις
    mpampakis στο Λείπεις
    mpampakis στο Λείπεις
    Stavrula στο Λείπεις
    Snowball στο Λείπεις
    mpampakis στο Αντί ημερολογίου, βουβή τ…
    Stavrula στο Αντί ημερολογίου, βουβή τ…
    Snowball στο Αντί ημερολογίου, βουβή τ…
    kaltsovrako στο Αντί ημερολογίου, βουβή τ…
  • a

  • Φεβρουαρίου 2009
    Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
    « Ιαν.   Μαρ. »
     1
    2345678
    9101112131415
    16171819202122
    232425262728  
  • Στις ντουλάπες του αρχείου

  • Μεταστοιχεία

Mes que una tormenta

321621284_aa86f60dc1

Βγήκαμε για καφέ με τον Βλάσση την ίδια μέρα που γύρισε από την Βαρκελώνη. Περιμέναμε να δούμε έναν ποδοσφαιρόφιλο ενθουσιασμένο, έναν άνθρωπο που έκανε ένα όνειρο ζωής πραγματικότητα κι επέστρεψε να το διηγηθεί. Αντί για αυτό είδαμε έναν άνδρα που είχε δει αλλιώτικα τον Θεό, είδαμε τον κολλητό μας αγνώριστο: έπαιζε νευρικά με τον αναπτήρα στα χέρια του, το βλέμμα του πηδούσε από λεπτομέρεια σε λεπτομέρεια του χώρου, το μέτωπό του ήταν αυλακωμένο από προβληματισμούς. Ο Βλάσσης είχε γυρίσει άλλος άνθρωπος από την Βαρκελώνη.

– Τι έγινε ρε; Γιατί τέτοια μούτρα; Δεν πήγες γήπεδο;
– Πήγα.
– Και;
– Τι και, δεν έχει και. Πήγα.
– Και; Πώς ήταν; Όπως τα περίμενες;
– Όχι. Για να καταλάβετε, ούτε καν μπήκα μέσα.

Αυτό ήταν μεγάλη έκπληξη. Πρέπει να σας πω ότι είναι μέγας φίλος του ποδοσφαίρου ο Βλάσσης και πάντα διαλέγει ομάδες με ιστορία και αρχές να υποστηρίξει. Για χρόνια ας πούμε μας έπρηζε με την Σανκτ Παουλί, επειδή είναι η μόνη ομάδα της Γερμανίας που έχει αποβάλει ρατσιστές και ναζιστές από τις τάξεις της. Φανατικός οπαδός της, κι ας μην είχε τίτλους, κι ας είχε πέσει στην τοπική πριν κάποια χρόνια. Σπαθί για την Σανκτ Παουλί ο Βλάσσης.

Μπορεί να είναι αυτό που λέμε κολλημένος με την μπάλα, αλλά δεν είναι χωρίς άλλα ενδιαφέροντα: και το σινεμά του θα πάει, και τις συναυλίες του, και το καλό εστιατόριο και όλα. Και τα ταξίδια του θα κάνει, συνήθως με την καλή του. Βέβαια, όταν εκείνη λέει «Βενετία» αυτός θα πει «Τορίνο» και θα ψάξει στο ίντερνετ για εισιτήρια στο Μεάτσα. Το τερπνόν μετά του ωφελίμου. Η Βαρκελώνη λοιπόν φαινόταν ιδανικός προορισμός για τους δυο τους. Άλλωστε και ο Βλάσσης ήξερε ισπανικά και η Μπάρτσα συναρπάζει ακόμα και γυναίκες.

Την ποδοσφαιρική ομάδα της Μπαρτσελόνα την έχουν ακούσει όλοι, αλλά δεν ξέρουν όλοι την σημασία της για τους οπαδούς της, Καταλανούς και μη. Στα δύσκολα χρόνια της δικτατορίας του Φράνκο, όταν η διαφωνία ήταν ποινικοποιημένη και η διαφορετική άποψη αδίκημα, η ανάγκη του λαού της Ισπανίας για αντίσταση ξέσπαγε σε μικρές «ανταρσίες» της καθημερινότητας. Για παράδειγμα, η ομάδα της Μπαρτσελόνα, με ανοιχτά αριστερή διοίκηση πριν ακόμα από τον Εμφύλιο, έγινε σύντομα ένα σύμβολο αντίστασης. Με την απαγόρευση της καταλανικής γλώσσας και σημαίας, η Μπάρτσα έγινε ο σύλλογος των αντιφρονούντων, σε αντιδιαστολή με την Ρεάλ Μαδρίτης που ήταν ο ευνοημένος σύλλογος του καθεστώτος και βέβαια σε αντιδιαστολή με την Εσπανιόλ: επίσης ομάδα της Βαρκελώνης, χαϊδεύτηκε και υποστηρίχθηκε από το καθεστώς για να γίνει το αντίπαλο δέος. Κάπως έτσι η Μπάρτσα έγινε Κάτι Παραπάνω από μια Ομάδα – “Mes que un club” όπως έλεγε και το σύνθημα. Αυτό το σύνθημα που κάθε περαστικός διαβάτης έξω από το γήπεδό της, το Camp Nou, δεν το διαβάζει απλώς στους τοίχους, δεν το σκέφτεται, το νιώθει μέσα στον πυρήνα της ύπαρξής του.

– Τι έπαθες ρε Βλάσση, τι έγινε στη Βαρκελώνη;
– Έμαθα για τον Θεό.
– Τι πράγμα;
– Συνάντησα κάποια που μου μίλησε για τον Θεό.

Και τότε ο Βλάσσης μας διηγήθηκε πώς συνάντησε την σενιόρα Μπιάνκα. Πώς περνούσε τον δρόμο απέναντι, για να πάει στο γήπεδο, κυκλωμένος από ένα πολύβουο πλήθος που γελούσε και τραγουδούσε και γιόρταζε ήδη. Κασκόλ, καπέλα, μεγάλα βήματα στην άσφαλτο, αυτοπεποίθηση. Ο Βλάσσης γινόταν ένα με το πλήθος, αυτό το πελώριο, θορυβώδες θηρίο, γεμάτο κέφι και ορμή, και περπατούσαν όλοι μαζί, όλο και πιο ενθουσιασμένοι, στην ίδια κατεύθυνση, με την ίδια ορμή, με την ίδια επιθυμία να δούνε αυτό που είναι κάτι παραπάνω από ομάδα να δίνει μια νέα παράσταση μόνο για τους αληθινούς λάτρες της, μόνο για τους πιστούς της. Όλοι μαζί, δεκάδες, εκατοντάδες, ο ένας δίπλα στον άλλο, προχωράνε προς το γήπεδο – όταν το βλέμμα του Βλάσση πιάνει κάτι, κάτι που δεν ταίριαζε στην εικόνα.

Μια γυναίκα περπατούσε αντίστροφα. Και καθώς περπατούσε έκλαιγε.

Ο Βλάσσης την πρόσεξε και την προσπέρασε, μα δεν μπόρεσε να συνεχίσει. Ήταν λες και του τραβούσε το μανίκι η εικόνα της. Η εικόνα ενός ανθρώπου που δε νοιάζεται αν βλέπουν το κλάμα του. Τα δάκρυα κυλούν ελεύθερα στο πρόσωπό της, δεν τα σκουπίζει, δεν τα σταματά και δεν τα κρύβει. Δεν έχει καμιά σημασία αν είναι μόνη ή αν υπάρχει πλήθος γύρω της. Πέρα από ντροπή και κοινωνικές συμβατικότητες, η γυναίκα προχωρά και κλαίει. Ελεύθερη μέσα στην απελπισία της και απελπισμένη μέσα στην ελευθερία της. Τα μαλλιά της κρέμονται απεριποίητα σαν χλαίνη και το πρόσωπό της είναι μια πήλινη μάσκα πόνου που πλάστηκε λες για να εκφέρει στίχους του Αισχύλου.

Έτσι, τέσσερα πέντε βήματα πιο κει, ο Βλάσσης στέκεται και γυρνά και την κοιτάζει να σέρνει αργά το βήμα της, αντίστροφα σε όλους, αμετάκλητα και απαρηγόρητα. Το αίνιγμά της τον προβληματίζει και σε μια στιγμιαία έμπνευση σκέφτεται ότι πρέπει να έχει περίπου την ίδια ηλικία με τη μάνα του και τότε γυρίζει και τρέχει κοντά της. Της πιάνει απαλά το χέρι και την σταματά. Της μιλά στα ισπανικά, όσο τα ξέρει, καθώς ο κόσμος που τους προσπερνά σκουντουφλά πάνω τους, καθώς το χαρούμενο πλήθος προχωρά αδιάφορα αμέριμνο. Την παίρνει απαλά από το χέρι και καταλήγει να την κερνά ένα καφέ και ένα ζεστό σάντουϊτς. Και κάπως έτσι, ξεχνώντας το εισιτήριο που είχε βγάλει ήδη από την Αθήνα, ο Βλάσσης μαθαίνει την ιστορία της σενιόρας Μπιάνκα.

Πώς ήταν νέα κι όμορφη κι ερωτευμένη. Πώς δούλεψε και πώς δημιούργησε σε μια δουλειά που αγαπούσε. Πώς έστησε όμορφο το κοινό σπιτικό τους και τη μοιρασμένη ζωή τους. Πώς έφερε στον κόσμο τα υπέροχα παιδιά του. Πόσο την αγάπησε εκείνος, και πώς ο Θεός γελούσε όσο αυτοί έκαναν σχέδια.

Και μετά; Μετά, πόσο δύσκολα αντέξανε τον χαμό ενός παιδιού, στηρίζοντας ο ένας τον άλλο. Πώς το άλλο παιδί μπαρκάρισε. Πώς βούλιαξε το πλοίο και πώς ψάχνανε άυπνοι, με αγωνία τις λίστες με τα ονόματα των αγνοούμενων. Πώς ο αγαπημένος της αρρώστησε από την στεναχώρια του και πώς τέλειωσε τις μέρες του στο νοσοκομείο χωρίς να ξέρει αν ο αγνοούμενος γλύτωσε ή όχι. O Βλάσσης δεν έμαθε  λεπτομέρειες, πόσο καιρό μπαινοβγαίναν στα νοσοκομεία, αν υπήρχαν άλλα παιδιά. Έμαθε όμως πόση πίκρα μαζεύτηκε στη ζωή της χωρίς να έχει κάνει τίποτα λάθος. Πόση πίκρα. Πόσος πόνος.

Κι η σενιόρα Μπιάνκα, αφού αποχαιρέτησε τον άνδρα της, έφυγε από το νοσοκομείο με το νου χτυπημένο και  δοκιμασμένο από κάθε άποψη. Περπατούσε κλαίγοντας, αλλοπαρμένη – και τότε τα έβαλε με τον Θεό. Είχαν γίνει τόσα που ήταν πια επί προσωπικού. Άλλωστε, ήταν φανερό ότι έπρεπε να Τον αντιμετωπίσει, να Του δείξει τα εγκλήματά Του και να Τον κάνει να καταλάβει τι έκανε. Όχι για την ίδια, όχι, αλλά για όλους τους άλλους τους φουκαριάρηδες που στο μέλλον θα πίστευαν ότι βρήκαν την χαρά και μετά θα τους έπιανε στα σαγόνια Του να τους ξεκοκαλίσει διασκεδάζοντας. Οι λεπτομέρειες άλλωστε δεν είχαν σημασία: οι τρόποι για να πονέσει ο άνθρωπος είναι άπειροι.

Την πρώτη φορά πήγε κοντά στη θάλασσα και περίμενε να φυσήξει άνεμος, να σηκωθεί κύμα, να ουρλιάξει στα στοιχεία της φύσης. Να βγάλει όλη την πίκρα της, όλη την απελπισία του ανθρώπου που άγγιξε με τα ακροδάχτυλα την ευτυχία – να, να εκεί ήταν, δίπλα στα χέρια της – κι ήρθε σαν φύσημα ανέμου κάτι άγριο και ξένο και απατηλά απρόβλεπτο και τα πήρε μακριά της. Περίμενε να ουρλιάξει όπως περίπου ουρλιάζουν οι ήρωες στις αμερικάνικες ταινίες: γύρω καταιγίδα, χαμός, εικόνα που αυθόρμητα σου φέρνει στο μυαλό τον Θεό. Όμως δεν φύσηξε εκείνη τη μέρα κι έτσι η σενιόρα Μπιάνκα θυμήθηκε πώς λένε ότι ο Θεός είναι πανταχού παρών, είναι τα πάντα γύρω μας και το κάθε τι που μπορούμε να δούμε ή να φανταστούμε αποτελεί τμήμα του.

Ο Θεός είναι τα πάντα. Δεν είναι μόνο καταιγίδα, αλλά και παγκάκι, κύμα, ανάσα, σκέψη, βλέφαρο, γραμματοσειρά, άρωμα, λάσπη, μικρόβιο, σύννεφο, βάρκα, μπάλα, χλώριο, άρπα, σελίδα, όνειρο, bit, δάχτυλο, φως, σκοτάδι, σκατά σκύλου. Σκατά σκύλου. Ναι, σκατά σκύλου. Όσο ο Θεός είναι καταιγίδα άλλο τόσο είναι και σκατά σκύλου: η σενιόρα Μπιάνκα βρήκε μια τέτοια, ανίερη κουράδα κοντά της κι άρχισε να βρίζει σε εκείνη τον Θεό («Είσαι σκατά ρε, είσαι σκατά, ΣΚΑΤΑ»), να Του λέει για τον φθόνο Του, για την προδοσία που έχει κάνει στους ανθρώπους, για το αδικαιολόγητο μίσος Του για αυτούς. Η σενιόρα Μπιάνκα ούρλιαξε, έβγαλε τα πνευμόνια της, μίλησε με τον Θεό στο σχήμα μιας κουράδας. Μια γυναίκα δοκιμασμένη έβγαζε όλο της τον καημό πάνω σε ένα μικρό σωρό από σκατά σκύλου. Σταμάτησε να ξεκουραστεί και μετά άρχισε πάλι από την αρχή.

Κι από τότε, περνά τις μέρες και τις νύχτες της περπατώντας στην πόλη. Και κάθε τόσο, όταν ένιωθε λίγο ξεκούραστη, έβαζε τις φωνές στον Θεό, άφηνε ελεύθερα την πίκρα που την πότισε Εκείνος, αναγνωρίζοντάς Τον σε οποιοδήποτε σχήμα τύχαινε να βρεθεί κοντά της. Σε φανοστάτες, σε τσαλακωμένες εφημερίδες, σε πλάκες πεζοδρομίου. Έχει ακόμα αρκετό πόνο για συνεχίζει να Του φωνάζει.

Αυτό ήρθε και μας είπε ο Βλάσσης πως έμαθε για τον Θεό από τη σενιόρα Μπιάκα. Πως είναι γύρω μας. Πως μας κυκλώνει ασφυκτικά. Παίζει με τις ζωές μας και τις καταστρέφει για το γούστο Του. Και μας φανερώνεται σαν κάτι παραπάνω. Κάτι παραπάνω από αυτά που δείχνουν οι ταινίες.

Κάτι παραπάνω από ουράνιες φαντασμαγορίες, κάτι παραπάνω από καιρικό φαινόμενο.

Κάτι Παραπάνω από μια Καταιγίδα.

Mes que una tormenta.

Advertisements

17 Σχόλια

  1. Ωραία ιστορία Μπαμπάκη. Αληθινή ή όχι, την κάνει την ανατροπή. Κι εγώ που περίμενα να διαβάσω ύμνο στο ευγενές άθλημα του βανδαλισμού…

  2. πλάκα-πλάκα, κι εγώ το ίδιο με το Κουπέπι από πάνω, σκέφτηκα.

    αλλά, εσύ εκεί, να μας κάνεις αντροπές, χρησιμοποιώντας μάλιστα τα μεγαλύτερα κλισέ…

  3. Μα… ο Θεός δεν είναι εκείνος ο ασπρομάλλης τυπάκος που έκανε φασαρία στα κανάλια γιατί το ΙΚΑ δεν του έδινε σύνταξη δι ανήκεστον βλάβη;Ενημερώστε,παρακαλώ,την κα Μπιάνκα : την πήρε τη σύνταξη εδώ και καιρό!

  4. Τί πήγες κι έγραψες πάλι ρε συ…

  5. πωπω τι μπορεί να σε βρει, χρονιάρες μέρες
    (αστειεύομαι. υπέροχη ιστορία)

  6. Συγκλονιστή ιστορία…Και εμείς κάποιους ανθρώπους μπορεί να τους λέμε τρελλούς.

  7. Ιστορία μεστή και άγρια.
    Άρα, αληθινή.
    Έτσι κι αλλιώς.

    Η σενιόρα Μπιάνκα κι η κάθε σενιόρα που’χει μόνιμα υγρά μάτια σαρκώνει την ουσία της ζωής στην πιο τραγική της έκφανση.
    Το πλάι-πλάι με τον Βλάσση και τη δική του στάση ζωής το θεωρώ εξαιρετικό.
    Ως σύλληψη, ώς σκέψη.

    Γραφή δυνατή, γι’ αυτό το «κάτι παραπάνω».

  8. Επειδή το είχε η μέρα που μόλις μας αποχαιρέτησε, πάρε ένα μικρό κομματάκι Richard Dawkins που κόψανε τα μάτια μου πριν από λίγο: «Η ζωή στον πλανήτη είναι ένα διαρκώς εναλλασσόμενο σχέδιο γενετικών καιρικών συνθηκών.»
    ;-D

  9. Δυνατή η ιστορία σου. Πολύ!

    (Μπάρτσα=η απόλυτη ξένη ομάδα)

  10. Δεν θα σου πω ότι γράφεις ωραία, αλλά ότι σκέφτεσαι ωραία, φίλε μου. Και χαίρομαι πολύ που μοιράζεσαι τέτοιες σκέψεις σου μαζί μας.

  11. Κοίτα τι γίνεται στον κόσμο!!

  12. Απλά μια καλησπέρα και μια ευχή για ένα ευχάριστο υπόλοιπο Σ/Κ

  13. κι όλα αυτά απο μια μπλε και βυσινί ρίγα ;

  14. @k1:
    Κι ο Πανάγαθος, αυτά που κάνει, βανδαλισμοί είναι… 😉

    @Кроткая:
    Μα τότε έχουν γούστο οι ανατροπές, όταν όλα φαίνονται ότι πάνε στην προδιαγεγραμμένη ρότα!

    @Σελιτσανος:
    Ενημέρωση διαβιβάστηκε, όβερ!

    @Αντώνης_Χ:
    Κοντεύουμε τρία χρόνια σε αυτό το διαδικτυακό πινγκ-πονγκ φίλε, και νομίζω ότι είναι η πρώτη φορά που μου αφήνεις τέτοιο σχόλιο…

    @Γιωρίκας:
    Από αλλού το περιμένεις (τον Ραούλ συγκεκριμένα) κι από αλλού σου έρχεται!
    (Πάλι καλά που δεν τον είπα Σάββα τον πρωταγωνιστή της ιστορίας, έτσι?)

  15. @Θράσος:
    Δύσκολα όμως μπαίνουμε στην διαδικασία να ψάξουμε τι τους έκανε τρελούς. Ή «τρελούς». Δύσκολα μετράμε για έναν άλλο άνθρωπο πού έφτασαν να σπάσουν οι λεπτές, απελπισμένες κλωστές της λογικής.
    Ευχαριστώ για το σχόλιο.

    @Καπετάνισσα:
    Χαίρομαι πολύ που σου άρεσε καλή μου, ειδικά γιατί έκανες την ανάγνωση που «έλπιζα» από τον αναγνώστη: την διαφορά με τον Βλάσση, το γενικό της τραγωδίας της Μπιάνκα και της κάθε Μπιάνκα.
    Να μου είσαι καλά, τα φιλιά και την αγάπη μου σου στέλνω.

    @Σοφία:
    Δεν έχει κι άδικο ο Ρίτσαρντ… 🙂

    @Ρενάτα:
    Ευχαριστώ!
    (Εδώ θα έλεγα κάτι για τον γαύρο, αλλά θα το παίξω συγκρατημένος, χε χε χε….)

    @Λεμόνι:
    «Δεν θα σου πω ότι γράφεις ωραία, αλλά ότι σκέφτεσαι ωραία, φίλε μου. »
    Γουάου! Αυτό ήταν υπέροχο κοπλιμέντο! 🙂
    Σ’ ευχαριστώ πολύ. Το απολαμβάνω που υπάρχουν κάποιοι εκεί έξω που χαίρονται να τα διαβάζουν αυτά. Δίνουν άλλο νόημα στην ανταλλαγή.

  16. @Κωλόγρια:
    Και να πρέπει να φτάσεις στην άλλη άκρη της Μεσογείου για να το δεις! Τσκ τσκ τσκ…

    @Καφετζής:
    Μερσί, ομοίως.

    @Κ.Κ.Μοίρης:
    Όχι ακριβώς. Όλα αυτά από μία μπλε και από μία βυσινί ρίγα. Το όλον, δύο ρίγες. Παράληλες μάλιστα. Δεν είναι να το παίρνουμε ελαφρά κάτι τέτοιο.

  17. Άσχετο, αλλά εγώ περίμενα ότι στα σχόλια όλο και κάποιος θα ρώταγε τι ομάδα είναι ο Βλάσσης στην Ελλάδα. 🙂

    Το ότι δεν ρωτήσατε δείχνει ότι (μάλλον) πέρασα σωστά το κέντρο βάρους της ιστορίας…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: