• Σελίδες

  • Φρέσκα κείμενα

  • Το μακρύ και το κοντό μας…

    mpampakis στο Λείπεις
    masterpcm στο Λείπεις
    mpampakis στο Λείπεις
    mpampakis στο Λείπεις
    Stavrula στο Λείπεις
    Snowball στο Λείπεις
    mpampakis στο Αντί ημερολογίου, βουβή τ…
    Stavrula στο Αντί ημερολογίου, βουβή τ…
    Snowball στο Αντί ημερολογίου, βουβή τ…
    kaltsovrako στο Αντί ημερολογίου, βουβή τ…
  • a

  • Μαΐου 2009
    Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
    « Απρ.   Ιον. »
     123
    45678910
    11121314151617
    18192021222324
    25262728293031
  • Στις ντουλάπες του αρχείου

  • Μεταστοιχεία

Η εκκαθάριση

Στις αρχές του δέκατου χρόνου του Τρωικού Πολέμου, μετά την κηδεία του Έκτορα, οι Τρώες κατάλαβαν ότι τα πράγματα είχαν φτάσει στο απροχώρητο. Δεν μπορούσαν μόνοι τους να αντιμετωπίσουν τους Αχαιούς. Έτσι, έστειλαν αγγελιοφόρους στα πιο μακρινά μέρη που έλπιζαν ότι μπορούσαν να βρουν συμμάχους. Σε απάντηση, ήρθαν ισχυροί σύμμαχοι: η βασίλισσα των Αμαζόνων, Πενθεσίλεια, την οποία σκότωσε ο Αχιλλέας, και ο βασιλιάς της Αιθιοπίας, Μέμνονας, ετεροθαλής αδελφός του Πριάμου. Ο Μέμνονας ήταν πολύ γενναίος και ισχυρός πολεμιστής και η πανοπλία του είχε σφυρηλατηθεί από τον Ήφαιστο, όπως και του Αχιλλέα. Η παρουσία του ισσορόπησε και πάλι τον πόλεμο. Στην πρώτη του συμπλοκή σκότωσε τον Αντίλοχο, γιο του Νέστορα. Στη συνεχεία μονομάχησε με τον Αχιλλέα. Οι δύο ήρωες ήταν ισοδύναμοι, όμως ο Δίας όρισε ότι η μοίρα του Μέμνονα ήταν να σκοτωθεί, όπως και έγινε. Κατόπιν, ο Αχιλλέας εκδίωξε τους Τρώες οι οποίοι κλείστηκαν απελπισμένοι στα τείχη τους. Οι θεοί βλέποντας ότι ο Αχιλλέας είχε σκοτώσει τόσους πολλούς, όρισαν ότι ήρθε η ώρα να πεθάνει: ένα δηλητηριώδες βέλος του Πάρη κατευθυνόμενο από τον Απόλλωνα τον πέτυχε στην πτέρνα και τον σκότωσε.

O γέροντας κοιτούσε πένθιμος τη θάλασσα. Ο ελαφρύς κυματισμός της στεφάνωνε κάθε κύμα με την ολόχρυση λάμψη του ήλιου. Εντελώς αναίτια, εντελώς παράταιρα, η θάλασσα έδειχνε γιορτινή. Γύρω από τον γέροντα όμως, η αμμουδιά είχε γίνει λάσπη, όχι ποτισμένη από την αρμύρα του βασίλειου του Ποσειδώνα αλλά από το αίμα νέων θυμάτων του βασίλειου του Άρη.

H απωθητική οχλαγωγή της μάχης είχε κοπάσει: κι άλλοι ήρωες θα είχαν πέσει νεκροί, με τον ανοιξιάτικο ουρανό από πάνω τους να χαίρεται και να τους χαρίζεται για το τελευταίο τους βλέμμα. Γαμπρούς τους έντυναν οι σύντροφοί τους πριν τους οδηγήσουν στην πυρά, τελετή γάμου αιώνιων δεσμών με τον Κάτω Κόσμο. Οι πολεμιστές των δύο πλευρών είχαν πίσω τους συζύγους, παιδιά, γονείς, αδέλφια, φίλους να τους περιμένουν, όμως, κάτω από το αδιάφορο προσωπείο των ουρανών, τους αποχαιρετούσαν χωρίς πολλά – πολλά. Χωρίς να προλάβουν να αρθρώσουν ένα αντίο.

Έτσι κι ο γέροντας είδε πριν λίγες μέρες τον γιο του να τον αποχαιρετά, τον Αντίλοχο, το καμάρι του, το φως των ματιών του. Αυτόν που πρώτος κράτησε μόλις βγήκε από την κοιλιά της μάνας του, αυτόν που καμάρωσε να μεγαλώνει, να περπατά, να τρέχει, να μαθαίνει να μιλά, να στέκεται, να γίνεται άνδρας, να είναι άνδρας. Αυτόν που προσπάθησε να πείσει να μην έρθει μαζί του στην Τροία, καθώς υπήρχε χρησμός που προέβλεπε τον χαμό του. Ο Αντίλοχος δεν τον άκουσε, κι έτσι ο γέρος Νέστορας, ο πιο σοφός και πιο πράος από όλους τους Έλληνες, είδε το πεπρωμένο να του θερίζει τον ίδιο του τον γιο. Σε μια στιγμή, όλο του το έργο, όλη του η λατρεία, όλες του οι έγνοιες κι οι αγωνίες χρόνων, έγιναν σπίθα στη νεκρική πυρά και τίποτα παραπάνω. Τώρα, ο γέροντας, τσακισμένος, άκουγε τους άλλους Αχαιούς να μιλάνε για εκδίκηση, να μιλάνε για τον Αχιλλέα και πώς θα πάρει αυτός τις ζωές των Τρώων και των συμμάχων τους, να μιλάνε για σκοτωμούς και θανάτους.

Κι αυτός δεν μιλούσε. Τι να πει ένας άνθρωπος που ζει τον μεγαλύτερο εφιάλτη του; Κοιτούσε την θάλασσα. Ανάσαινε βαριά. Σιωπούσε.

Ένας κήρυκας ήλθε και στάθηκε δίπλα του.

– Με στέλνει ο Αγαμέμνων σοφέ βασιλιά. Οι Αχαιοί χρειάζονται την συμβουλή σου.
– Την συμβουλή μου;
– Ναι, σεβάσμιε Νέστορα, την συμβουλή σου.
– Η συμβουλή μου είναι να φύγουν. Να ανέβουν σε αυτά τα καράβια που σαπίσαν να μας περιμένουνε. Να γυρίσουν δίπλα στις γυναίκες τους, δίπλα στα παιδιά τους. Να πιουν κρασιά με τους φίλους τους. Για όσον, ελάχιστο, καιρό τους το έχει γραμμένο.
– Την συμβουλή σου γέροντα, συμπάθα με, για το ποιος θα κρατήσει τα όπλα του Αχιλλέα.

Ο Νέστορας τον κοίταξε για πρώτη φορά λες και ο μάντης είχε υλοποιηθεί από το τίποτα.

– Βλέπεις, οι δυο γενναιότεροι μεταξύ των Αχαιών τα διεκδικούν: ο ισχυρότατος Αίαντας και ο πολυμήχανος Οδυσσέας. Πώς θα διαλέξουμε ποιος θα κρατήσει τον θώρακα που συνάρμοσε ο ίδιος ο θεός της φωτιάς;

Ο Νέστορας σήκωσε τα χέρια απελπισμένος.

– Είστε τρελοί! Είστε τρελοί!
– Σοφέ βασιλιά….
– Δεν βλέπετε τι γίνεται εδώ; Δεν καταλαβαίνετε ακόμα τίποτα;
– Πόλεμος γίνεται.
– Ναι, μα τι πόλεμος; Τι πόλεμος;
– ….
– Μέτρα ποιοι έχουν πέσει νεκροί έξω από τα τείχη της Τροίας. Ποια γενιά, ποιοι άνθρωποι. Τι γονιών απόγονοι. Ο Σαρπηδόνας, γιος του Δία, νεκρός. Ο Αχιλλέας, γιος της Θέτιδος, νεκρός. Γιοι κι εγγόνια και δισέγγονα γενιών θεών, νεκροί. Δεν έχετε δει ακόμα τι γίνεται;
– Τι γίνεται, άρχοντά μου;
– Εκκαθάριση, αδαή κήρυκα, εκκαθάριση. Οι θεοί μας φέρνουν πίσω στα μεγέθη που μπορούν να κουμαντάρουν. Μας είδαν να δυναμώνουμε, μας είδαν να ανακατευόμαστε στις υποθέσεις τους. Είδαν τον Περσέα να κόβει το κεφάλι της Μέδουσας, είδαν τον Θησέα να ανεβοκατεβαίνει στον Άδη κατά βούληση. Είδαν τον Ηρακλή να τους βοηθά ενάντια σε εχθρούς που δεν μπορούσαν να καταφέρουν μόνοι τους. Καταλαβαίνεις;
– Όχι, τι να καταλάβω; Όλοι αυτοί που ανέφερες ήταν ενάρετοι άνθρωποι.

Τώρα πια ο Νέστορας είχε φουντώσει από την αγανάκτηση και την απελπισία του. Η φρικτή αλήθεια μέσα του κυλούσε σαν ορμητικό ανοιξιάτικο ποτάμι, γεμάτο λάσπη και στροβιλισμούς.

– Ενάρετοι κι ανόητοι κήρυκα, ανόητοι όπως όλοι μας. Που δεν είδαμε ότι το μόνο που νοιάζει τους θεούς είναι να μείνουνε θεοί. Που νομίσαμε ότι αν χρησιμοποιούσαμε τη δύναμή μας για λογαριασμό τους θα μας αγαπούσαν, θα μας χάριζαν ευτυχία, θα μας σώζανε από τη μιζέρια της ύπαρξής μας!
– Μα τι λες….
– Νομίσαμε ότι οι γιοι των θεών δεν θα πάθουν τίποτα – κι όμως: πεθάναν! Ακόμα και ο πανίσχυρος Αχιλλέας, έχει γίνει ένα κομμάτι κρέας που το τραβολογάνε σαν ύαινες Τρώες και Αχαιοί, με έπαθλο την γυαλιστερή του πανοπλία! Μας σφάζουν όλους, έναν προς έναν. Θα μείνουν πίσω ελάχιστοι άνδρες, ανίκανοι για πόλεμο – να σαν εμένα – κι ακόμα πιο ανίκανοι για τα έργα της ειρήνης. Το γένος των ανθρώπων φυραίνει, γινόμαστε νάνοι.
– Σίγουρα οι θεοί…

– Σίγουρα οι θεοί, κήρυκα, θέλουν να μας λιγοστέψουν. Θέλουν να μας κοντύνουν το ύψος. Αυτός ο πόλεμος έχει τραβήξει κοντά δέκα χρόνια και οι Ολύμπιοι είναι μοιρασμένοι στις δύο πλευρές – δεν αναρωτήθηκες ποτέ γιατί; Δεν θα μπορούσε ο Δίας να πάρει την απόφαση από την πρώτη μέρα και να μην θρηνήσουν οι άνθρωποι το άνθος μιας γενιάς, τις ελπίδες του μέλλοντός τους; Δεν θα μπορούσαν οι θεοί να βρίσκονται όλοι στην ίδια πλευρά και να μην χαλάει ο ένας ό,τι φτιάχνει ο άλλος; Θα μπορούσαν. Θα μπορούσαν. Αλλά θέλουν να μας τραβήξουν όλο και πιο βαθειά σε αυτό το ζοφερό πηγάδι, όλο και πιο μέσα στην αυταπάτη της νίκης που πλησιάζει. Το μόνο που κάνουμε είναι να δουλεύουμε για τους δικούς τους σκοπούς!
– Σοφέ γέροντα, επίτρεψέ μου….
– Όλους, με ακούς; Όσοι ξεχωρίζαν από την ανθρωπότητα για την αρετή, την δύναμη, την σοφία, τον πλούτο τους, όλοι αυτοί είναι νεκροί. Σκοτώνουν ο ένας τον άλλο, και οι νεκρικές φωτιές δίνουν την ευχαρίστηση της τσίκνας της θυσίας στον Όλυμπο. Κι αν κάποιοι δεν είναι ακόμη νεκροί, θα είναι σε λίγο – πίστεψέ με. Ο ανθός της ανθρωπότητας γίνεται κιμάς, την ώρα που θα έπρεπε να τα βάζει με αυτούς που έχτισαν έτσι την μοίρα μας. Με αυτούς που με πρόστυχες υποσχέσεις μας βάζουν να σφαζόμαστε μεταξύ μας. Με αυτούς τους χαιρέκακους εκδικητές να μας σκοτώνουν χωρίς να μπορούν να σκοτωθούν. Είμαστε υποζύγια σε ιπποδρομίες και τα έπαθλά μας, πανοπλίες και τα ρέστα, είναι ζαχαρωτές λιχουδιές.
– Όμως, ο Αίαντας κι ο Οδυσσέας….
– Ο Αίαντας κι ο Οδυσσέας είναι δυο άμυαλοι ανόητοι που δεν βλέπουν ότι τα όπλα του Αχιλλέα δεν ήταν αρκετά για να τον κρατήσουν ζωντανό. Που δεν βλέπουν ότι η διαμάχη τους για αυτά θα οδηγήσει με σιγουριά να χυθεί κι άλλο αίμα. Που νομίζουν ότι όλα τούτα τα ένστικτα των σαρκοφάγων βασιλιάδων έχουν κάποια αξία μπροστά σε ένα αργόσυρτο, βαρετό απόγευμα του τελευταίου οικογενειάρχη γεωργού. Που δεν καταλαβαίνουν πόσο λίγος χρόνος υπάρχει για τον καθένα μας πριν τον οδηγήσουν στον πάγκο του χασάπη!

Πικραμένος σιώπησε. Ο κήρυκας περίμενε για λίγο.

– Τι να τους πω;
– Πες ό,τι θες. Πες ότι είπα να αποφασίσουν οι Τρώες ποιος είναι ο πιο γενναίος. Έτσι κι αλλιώς, δεν έχει σημασία. Μέχρι να καταλάβουμε ότι άλλος είναι ο εχθρός μας κι όχι η γενιά του Πριάμου, τίποτα από όσα κάνουμε δεν θα έχει σημασία.

Και μετά από μια μικρή παύση, συμπλήρωσε:

– Όλη αυτή η ιστορία με την Ελένη και τους γενναιότερους πολεμιστές ήταν ένα καλό κόλπο για να μας κρατήσουν μικρούς και πιστούς. Τίποτα παραπάνω.

Και γύρισε ξανά προς την θάλασσα, ακίνητος και σκυφτός, σαν δέντρο που ξεράθηκε από την κακή χρονιά.

Στην μάχη γύρω από το σώμα του Αχιλλέα, ο Οδυσσέας απωθούσε τους Τρώες ενώ ο Αίαντας μετέφερε τον νεκρό ήρωα στο στρατόπεδο των Αχαιών. Όταν κόπασαν οι συγκρούσεις, προέκυψε το ζήτημα ποιος θα αποκτούσε την πανοπλία του Αχιλλέα, η οποία θα προσφερόταν στον πιο ανδρειωμένο πολεμιστή. Ο Αγαμέμνονας ήταν απρόθυμος να αναλάβει πρωτοβουλία να υποδείξει τον κατάλληλο και απευθύνθηκε στο Νέστορα, ζητώντας τη συμβουλή του. Και σύμφωνα με την συμβουλή αυτή, έστειλαν κατασκόπους για να ακούσουν την άποψη των Τρώων. Εκεί άκουσαν μια νεαρή Τρωάδα να λέει ότι ο Αίαντας υπήρξε ο γενναιότερος, μια άλλη νεαρή όμως της απαντά ότι ο Οδυσσέας ήταν πιο γενναίος καθώς αυτός αντιμετώπισε τόσους αντιπάλους ταυτόχρονα, ενώ η μεταφορά απλά του νεκρού Αχιλλέα δεν θεωρείται πράξη γενναιότητας. Σύμφωνα με αυτά τα στοιχεία η απόφαση των Αχαιών ήταν ομόφωνη να δοθεί ο οπλισμός στον Οδυσσέα.

Μετά από αυτή την τροπή των γεγονότων, ο Αίαντας άρχισε να χάνει τα λογικά του. Εξοργισμένος από την απόφαση, θόλωσε και (με την παρέμβαση της Αθηνάς) άρχισε να σκοτώνει τα αιγοπρόβατα των Αχαιών πιστεύοντας ότι είναι οι μισητοί πια συμπολεμιστές του. Νόμιζε μάλιστα ότι ένα κριάρι είναι ο Οδυσσέας και το έσυρε στη σκηνή του να το βασανίσει. Το επόμενο πρωί, όταν λογικεύτηκε και συνειδητοποίησε τι έκανε, δεν άντεξε τον εξευτελισμό και την ταπείνωση. Αποφάσισε να αυτοκτονήσει κι έπεσε πάνω στο ξίφος του και έτσι βάζει τέλος στη ζωή του. Η μοιρασιά των όπλων του Αχιλλέα βάφτηκε με αίμα και ο Τρωικός Πόλεμος θα είχε ακόμα πολλά θύματα πριν ολοκληρωθεί.

Advertisements

9 Σχόλια

  1. Φοβερή ιστορία που λέει πολλές αλήθειες, κάποιες απ’ αυτές πικρές. Έγραψες! Μέρα καλή

  2. Κατ΄εικόνα και καθ΄ομοίωσιν.
    (Εξαιρετικό!)

  3. Άρχισε να βλέπει τα πράγματα διαφορετικά… Κάποιες από τις καινούριες του σκέψεις τον ενοχλούσαν ακόμα και τον ίδιο. Δεν είχε να κάνει με βασιλιάδες, πατρίδες, επαναστάτες και στρατιώτες. Δεν αφορούσε στρατηγούς με σκοτεινές φιλοδοξίες, με τα υπέρ και τα κατά τους. Αφορούσε τον Χάρο αυτοπροσώπως, που είχε κάνει τα πάντα να φαίνονται γελοία. Ο Χάρος ήταν ο βασιλιάς της Αγγλίας, της Σκωτίας και της Ιρλανδίας. Ο βασιλιάς της Γαλλίας. Της Ινδίας, της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Ρωσίας. Ο αυτοκράτορας όλων των αυτοκρατοριών. Είχε πάρει τους συντρόφους του Γουίλι, είχε παρασύρει έθνη ολόκληρα, και κοίταζε αφ’ υψηλού τους αγώνες τους με περιφρόνηση και θυμηδία. Ολόκληρος ο κόσμος είχε ξεσηκωθεί για να λύσει ένα απροσδιόριστο ζήτημα, κι ο Χάρος έτριβε περιχαρής τα αιματοβαμμένα του χέρια.
    (Σεμπάστιαν Μπάρρυ – Μακριά, πολύ μακριά)

    Το διαβάζω τώρα και μου φάνηκε ταιριαχτό με το εξαιρετικό ποστ σας.

  4. Υποτίθεται ότι η τιμή και η δόξα ενός πολεμιστή ήταν αξίες ύψιστες για την ομηρική εποχή. Έχοντας ξεσκονίσει την Ιλιάδα όμως, δεν μπορώ να μη παραλληλίζω τους ήρωές της με τους σύγχρονους μισθοφόρους της «ευρύτερης περιοχής τής Μεσοποταμίας»…
    Πώς να πεις στα παιδιά της Β΄ Γυμνασίου, ότι, όταν έχει χαθεί η τιμή και η δόξα της σημερινής συνείδησής μας, βλέπουμε μόνο τη «γυαλάδα της πανοπλίας»… Μόνο κλέινοντας τα βιβλία.

  5. εξαιρετικό, επίκαιρο, ιδιοφυΐές!

  6. @Λάκης Φουρουκλάς:
    Σ’ ευχαριστώ πολύ, καλή σου μέρα και εσένα!

    @selitsanos:
    Και πιο τρομακτικό πράμα από αυτή την ομοιότητα δεν υπάρχει, έτσι;
    Ευχαριστώ!

    @Ρενάτα:
    Να είσαι καλά βρε! 🙂

    @Litanie des Saints:
    Ευχαριστώ πολύ.

    @oneinchman:
    Πολύ εγκωμιαστικό το σχόλιο κι ευχαριστώ – το να βρίσκει κάποιος αναφορές που θυμίζουν κείμενό σου είναι πραγματικά μεγάλος έπαινος. Ευχαριστώ και πάλι.

  7. @gremiii:
    Πολλές ύψιστες αξίες μας σερβίρονται ώστε να κάνουμε την «βρωμοδουλειά» άλλων, μόνο και μόνο για την ψευδαίσθηση πως έτσι θα ανέβει η δική μας (ύψιστη) αξία. Και το σχετικό ψέμα μας καταδυναστεύει και πολλά χρόνια μετά την Β’ Γυμνασίου φοβάμαι…

    @Κροτ:
    Χίλια ευχαριστώ.
    Είπα πως είχα καιρό να ανεβάσω κάτι σε αυτό το ύφος.
    (Πρόσεξες; Όχι να γράψω, αλλά να ανεβάσω).

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: