• Σελίδες

  • Φρέσκα κείμενα

  • Το μακρύ και το κοντό μας…

    mpampakis στο Αντί ημερολογίου, βουβή τ…
    εύη στο Αντί ημερολογίου, βουβή τ…
    mpampakis στο Λείπεις
    masterpcm στο Λείπεις
    mpampakis στο Λείπεις
    mpampakis στο Λείπεις
    Stavrula στο Λείπεις
    Snowball στο Λείπεις
    mpampakis στο Αντί ημερολογίου, βουβή τ…
    Stavrula στο Αντί ημερολογίου, βουβή τ…
  • a

  • Νοέμβριος 2017
    Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
    « Μάι.    
     12345
    6789101112
    13141516171819
    20212223242526
    27282930  
  • Στις ντουλάπες του αρχείου

  • Μεταστοιχεία

Χωρίς πάρτυ στη Βουλιαγμένη

lucky-luke

Πάρε μία δυνατή μοτοσυκλέτα
πάρε αν θες και το κορίτσι σου μαζί
κι όλα αυτά που σου τη σπάνε ξέχασέ τα
όσοι το `καναν δεν ήταν χαζοί

Είναι όμορφο να τρέχεις στα λιβάδια
κι από λόφους να περνάς τα δειλινά
ν’ αντικρίζεις πόλεις άγνωστες τα βράδια
και να μη σταματάς πουθενά

«Χαμηλή πτήση», Λουκιανός Κηλαηδόνης 1982

Μικρός είχα ένα καναρίνι που το φώναζα Λουκιανό. Αυτό, τίποτα άλλο.

Advertisements

Τα κουτιά των αναμνήσεων

Μόλις έπιασε το καλοκαίρι, έγινε μια εκκαθάριση στο δωμάτιο του πιτσιρικά. Μεγάλωσε πια και παιχνίδια που τον συντροφεύανε χρόνια, ακόμα και χωρίς να ασχολείται μαζί τους, έγιναν περιττά. Τα περισσότερα πήραν το δρόμο για μικρότερα παιδιά φίλων – λίγα και εκλεκτά μπήκαν σε μια κούτα που έπρεπε να ανέβει στο πατάρι. Κι έτσι, χωρίς να το περιμένω, κάναμε εκκαθάριση στο πατάρι. Και μέσα σε όσα βγήκαν (χριστουγεννιάτικο δέντρο, ένα φωτιστικό κουζίνας, κάποιες παλιές φλοκάτες κλπ) ήταν και δυο σάκοι με τα πράγματά μου από τη θητεία στο Ναυτικό, από το μακρινό ‘96: στολάρες με ασπιρίνες, ρούχα αγγαρείας, ακόμα κι ένα σημειωματάριο που είχα στην προπαίδευση στον Πόρο.

Αυτό το τελευταίο ήταν το πιο παράδοξο απ’ όλα. Το χρησιμοποιούσα σαν ένα μικρό ημερολόγιο αλλά και για να σκίζω σελίδες γράφω γράμματα στην καλή μου αλλά και σε φίλους – όχι πολλά, πόσες εβδομάδες άλλωστε ήμουνα εκεί. Παγιδευμένο, 20 χρόνια μετά, ήταν ένα γράμμα που είχα ξεκινήσει για τον φίλο μου τον Β. και δεν τέλειωσα ποτέ, τρέχα γύρευε γιατί. Τον προσφωνώ μάλιστα «αδελφό» και ξεκινώ να του μιλάω για την καθημερινότητα του στρατοπέδου, πώς περνάω, τι μου λείπει, τι περιμένω να κάνω μετά την ορκωμοσία. Όσα γράφει στους φίλους του οποιοδήποτε νεοσύλλεκτος.

Με τον Β., «αδελφό» πίσω στο 1996, δεν μιλιόμαστε πια. Στα χρόνια του fb φανερώθηκε ο φασίστας μέσα του και κόψαμε τελείως. Ο ίδιος δηλώνει φιλελεύθερος βέβαια και θα αντιδρούσε αν τον έλεγα φασίστα, αλλά οι απόψεις που διατυπώνει είναι ευθέως μισανθρωπικές. Δεν ξεκόψαμε σωστά, απλά πάψαμε να μιλάμε κάποτε. Με τρώει αυτό, ακόμα πιστεύω ότι οι φίλοι μας είναι λίγοι και πολύτιμοι και πρέπει να τους δίνουμε μια ευκαιρία, να τους κράζουμε για το πώς έγιναν, να μας στέλνουν κι αυτοί στον αγύριστο, να καθαρίζουμε ανοικτά, Αλλά τα πράγματα δεν διορθώνονται πάντα. Κι αυτό το παγιδευμένο, ημιτελές γράμμα, ενός άλλου εγώ μου σε έναν άλλον Β. κλειδωμένο μέσα σε ένα κουτί αναμνήσεων για 20 (!!!) χρόνια έχει καρφωθεί στο μυαλό μου εδώ και μέρες.

Είναι παράδοξα τα κουτιά των αναμνήσεών μας. Σαν να στέλνουμε στον εαυτό μας από το παρελθόν έναν χρυσό δίσκο του Βόγιατζερ – και μάλιστα είναι ακόμα πιο έντονο αυτό όταν βρίσκεις κομμάτια του εαυτού σου εκεί που δεν τα περιμένεις. Τι θα έλεγα στον εαυτό μου αν μπορούσα να τον συναντήσω 2 δεκαετίες πριν; Ή μία; Ή και παλιότερα (ας είμαστε ειλικρινείς, οι δεκαετίες προς τα πίσω αρχίζουν και πληθαίνουν!). Για τα λάθη που έρχονται; Για τις καταστροφές που μπορεί να αποτρέψει;

Παράξενο έτσι; Η πρώτη μου σκέψη δεν είναι τα καλά. Δεν θα ήταν να με διαβεβαιώσω για όσα θετικά θα έρθουν, για όσα θα πετύχω σε προσωπικό (και όχι μόνο) επίπεδο: για τα λάθη είναι. Και μάλιστα για τα χαζά, μικρά λάθη, για όσες πληγές μοίρασα σε ανθρώπους δικούς μου, για κινήσεις που χρόνια μετά με ακολουθούν με ντροπή. Τα μεγάλα λάθη είναι δικά μου και θα τα ξαναέκανα, οι ουλές που αφήνουν είναι ο χαρακτήρας που κερδίζουμε. Ελεύθερα τα επέλεξα, δεν θα τα πετάξω τώρα στα σκουπίδια. Τα μικρά θέλω να διορθώσω, αυτά που δηλητηριάζουν την καθημερινότητα.

Πολύ το βάρυνα – λογικό όμως δεν είναι όταν το παρελθόν, διαρκώς παρόν στην σκέψη μας, εισβάλει απροειδοποίητα; 20 χρόνια είναι πολλά και σαν ορόσημο σε κάνουν να αναπολείς, να αξιολογείς και να σιχτιρίζεις τον εαυτό σου. Αλλά και να χαίρεσαι για τις ομορφότερες στιγμές που σου χάρισε η διαδρομή. «Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε. / Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα, / ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν.»

Το γράμμα δεν είχα κουράγιο να το διαβάσω λέξη προς λέξη, αλλά το φύλαξα. Είναι μαζί με τις μπελαμάνες και τα μαντήλια ενός 25χρονου ναυτάρα, στο πατάρι. Όταν χρειαστεί να κάνουμε ξανά εκκαθάριση θα είναι εκεί, παρέα με τα μωρουδιακά παιχνίδια του γιου μου και τις κουβέρτες που έπλεξε η γιαγιά της καλής μου, σαν διαστημόπλοια που ταξιδεύουν στο αιώνιο κενό, να μου ψιθυρίσουν ασήμαντες λεπτομέρειες από την προσωπική μου διαδρομή. Αυτές τελικά που αν τις βάλεις στην σειρά σχηματίζουν τις Ζωές μας.

Σε άλλες εποχές

Οι ειδήσεις περνάνε σαν βιαστικά φορτηγά. Αν ήταν άλλοι χρόνοι, θα έγραφα ολόκληρο σεντόνι για την Ελευθεροτυπία. Ναι, γιατί κι άλλες εταιρείες κλείσανε, κι άλλοι εργαζόμενοι έχουν μείνει απλήρωτοι, γύρω μας σωρός οι εξίσου τραγικές ιστορίες, Ελευθεροτυπία όμως δεν είναι καμιά τους. Θυμάμαι με τόση νοσταλγία το ΄96 – ΄97 να κατεβάζω fonts στην Αγγλία για να μπορώ να την διαβάζω on line. Άλλες εποχές πραγματικά. Και για τον Σόκρατες θα έγραφα ένα ποστ, καθώς σπανίζουν οι ιδεολόγοι και όσοι από αυτούς πεθαίνουν μας λείπουν. Και για την απεργία στην Χαλυβουργική – πόσες εβδομάδες πάει πια; πόσο περισσότερο χρόνο ειδήσεων έχει φάει ο γέροντας (sic) Εφραίμ;

Οπωσδήποτε θα είχα γράψει για το Εθνικό Θέατρο. Που, εν μέσω κρίσης, έριξε τις τιμές των εισιτηρίων του και είδε τα έσοδα από εισιτήρια να αυξάνονται κατά 6%. Ναι, φωστήρες του Οικονομικών, ίσως τα έσοδα από φόρους να ήταν μεγαλύτερα αν οι φόροι ήταν μικρότεροι. Ίσως, ω μαθητευόμενοι μάγοι, η τιμή να επηρεάζει την ζήτηση (Οικονομικά Ι, α’ εξάμηνο). Δείτε τι γίνεται με τις καταθέσεις πινακίδων στις εφορίες και συγκρίνετε με την τιμολογιακή πολιτική που επέλεξε ο Χουβαρδάς κι η παρέα του (και μπράβο στους τελευταίους).

Αν ήταν άλλες εποχές, θα συνέχιζα να ενημερώνω το blog με τα μικρά, προσωπικά, καθημερινά γεγονότα μου. Θα είχα σίγουρα γράψει ας πούμε ότι εδώ και ένα μήνα (από τις 26 Νοεμβρίου συγκεκριμένα) η οικογένειά μας περιλαμβάνει μια παιχνιδιάρα σκυλίτσα, ένα γλυκύτατο σίφουνα με απωθημένο το μάσημα παπουτσιών, που ο πιτσιρικάς μας την βάφτισε Κούκι μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου. Θα είχα γράψει για το πώς πάει ο γιος μου στο σχολείο και το τι γίνεται στο γραφείο. Κι εσείς θα είχατε γράψει κάτι αντίστοιχο στα δικά σας blog. Σε φυσιολογικές συνθήκες θα κράζαμε τους πολιτικούς και τα τηλε-σελέμπριτι που ζουν στην κοσμάρα τους, και θα κουνάγαμε με αγανάκτηση το κεφάλι για την ανοησία που δέρνει το μέσο ψηφοφόρο (κάποιον όχι ριζικά διαφορετικό από εμάς). Ειδικά τέτοιες εποχές του έτους θα μιλάγαμε για ανασκοπήσεις της χρονιάς που φεύγει, σχέδια για τη νέα που έρχεται, για αναμνήσεις γιορτών και συγκινητικές επισκέψεις των σκιών των κεκοιμημένων. Αλλά και για συνταγές, για κρασιά που δοκιμάσαμε, για θεάματα που είδαμε και εστιατόρια που επισκεφτήκαμε. Μπορεί να περιγράφαμε προσωπικά προβλήματα, μπορεί να βγάζαμε κραυγές και αγωνίες και όλοι μαζί θα γράφαμε μια καλή κουβέντα στα σχόλια. Όλοι όμως, ακόμα και στα χειρότερα, θα ελπίζαμε στον ερχομό μιας καλύτερης μέρας.

Να όμως που ζούμε αυτές τις εποχές και όχι τις άλλες. Και φοβάμαι μήπως λίγες μέρες πριν την Πρωτοχρονιά του ’13 λέμε ότι το ’12 ήταν χειρότερο από το ’11.

Νιώθω μια σκιά πάνω από όλους μας. Γκρίζες γιορτές οι φετινές και μαγκωμένες. Μιλάς με ανθρώπους, εύχεσαι, ρωτάς τι κάνεις κι οι απαντήσεις είναι τσαλακωμένες. Είναι κουμπωμένες σαν προπέρσινο παλτό σε βοριαδάκι. Κανείς μας δεν περιμένει κάτι καλό – κι αυτό είναι το πιο άσχημο. Αυτή η έλλειψη ελπίδας είναι που μου ανακατεύει το στομάχι. Έχω μια εικόνα στο μυαλό μου κι είναι πολύ δυσάρεστη: είναι νύχτα, είναι στην εθνική κι ένας λαγός στέκεται στη μέση του δρόμου κοιτάζοντας τα φώτα από το φορτηγό που έρχεται κατά πάνω του. Προλαβαίνει να κινηθεί και να γλυτώσει, αλλά έχει τρομάξει τόσο με αυτά που του επιφυλάσσει η μοίρα που κερώνει. Και στέκεται.

Έτσι μοιάζουμε. Παραδομένοι στην έλλειψη προοπτικής. Δεν το παραδεχόμαστε, γιατί έχουμε στο μυαλό μας ότι είμαστε αγωνιστές κι έχουμε θεληματικά πηγούνια (και γκρίζους κροτάφους) κι όλα αυτά τα ωραία. Αλλά έχουμε παγώσει και δεν αντιδρούμε – όπως θα έπρεπε. Κι αυτό είναι χειρότερο από όλα όσα έχουν συμβεί. Η παραίτηση μας από το δικό μας αύριο είναι το χειρότερο από όλα όσα έχουν συμβεί.

Δεν θέλω όμως να μας μαυρίσω κι άλλο την ψυχή. Σε άλλες εποχές θα άφηνα την πικρίλα που έχω στο στόμα να βγει στο πληκτρολόγιο, θα ανακουφιζόμουνα και θα τελείωνε εκεί. Τώρα όμως χρειαζόμαστε το δια ταύτα. Δεν έχει σημασία πώς φτάσαμε εδώ, δεν έχει σημασία πού κάναμε λάθος (?) επιλογές, ποια στροφή έπρεπε να πάρουμε αλλιώς. Κουβαλάμε τις ιστορίες μας φυσικά και με βάση αυτές θα πορευτούμε. Θα μπορούσαμε να ήμασταν αλλού, να κάνουμε άλλα πράγματα, αλλά κάποτε διαλέξαμε αυτό που μας συνθέτει τώρα και με αυτό σαν υλικό πρέπει να δουλέψουμε για το μέλλον μας. Είναι επιτακτική ανάγκη να σταματήσουμε την βοή των τηλεοράσεων και την φασαρία του δρόμου. Χρειαζόμαστε ησυχία για να ακούσουμε τον ίδιο μας τον εαυτό, να ανοίξουμε κάθε κρύπτη του μυαλού και να καταλήξουμε πού θέλουμε να πάμε. Να σκάψουμε σε βάθος, να κρατήσουμε μόνο τις δικές μας επιθυμίες. Να στήσουμε στόχους με θεμέλια αυτές. Γιατί, στην τελική, έχουμε μία και μοναδική ευκαιρία να ζήσουμε την δική μας ζωή. We are a work in progress κι αυτό δεν ήταν τόσο επώδυνα αληθινό σε άλλες εποχές.

Ανασκοπήσεις τέλος λοιπόν. Στο μυαλό μας μόνο το μέλλον πρέπει να είναι, όλα τα άλλα είναι χάσιμο χρόνου. Σήμερα θέλω να μοιραστώ μαζί σας το παρακάτω απόσπασμα, όσο σχετικό και άσχετο κι αν είναι. Έχει κολλήσει στο μυαλό μου από τότε που το είδα. When a man walks into a room…

 

Εύχομαι σε όλους μας να βρούμε τον βηματισμό που χρειαζόμαστε άμεσα. Και του χρόνου τέτοιες μέρες να γράφουμε ποστ γεμάτα ελπίδα. Όπως θα έπρεπε, σε κάθε εποχή.

Χρόνια καλά!

«Αυτοί οι τρίτοι που παροτρύνουν τους τζαμπατζήδες»

Παράλληλα, ο κος Ρέππας κάλεσε όλους να αναλάβουν τις ευθύνες τους, μεταξύ των οποίων και τους τρίτους, που όπως είπε, παροτρύνουν τους τσαμπατζήδες και πριονίζουν τον δημόσιο χαρακτήρα και τις θέσεις εργασίας.

Την εφηβεία μου την έζησα την δεκαετία του ’80. Όταν το Τείχος ήταν ακόμα όρθιο και οι βάτες στα ρούχα θυμίζαν πλατφόρμες αεροπλανοφόρων. Όταν η τηλεόραση είχε δύο κανάλια, τοποθετημένα εναλλάξ στα μονά/ζυγά του τηλεκοντρόλ και cool παιχνίδι ήταν το Pacman, όχι το Medal of  Honor στο PS3 . (Ή ακόμη όταν ο Μουμπάρακ ήταν Πρόεδρος της Αιγύπτου – για φαντάσου!). Μια τόσο μα τόσο διαφορετική εποχή. Για να μαθαίνουν οι νέοι και να θυμούνται οι παλιότεροι, επιτυχημένος Υπουργός Συγκοινωνιών (sic) ήταν αυτός που έβαλε τα χερούλια στα λεωφορεία: μέχρι τότε το χούφτωμα του διπλανού (για να κρατηθείς και να μην πέσεις) ήταν θέμα επιβίωσης!

Εκείνα τα μακρινά χρόνια λοιπόν κάποια στιγμή καταργήθηκαν οι εισπράκτορες των αστικών λεωφορείων. Στη θέση τους μπήκε ένας πορτοκαλί κλειδωμένος κουμπαράς, με μια ανάστροφη σφήνα από διαφανές πλέξιγκλας στην κορφή. Υποτίθεται ότι έμπαινες στο όχημα μόνο από τη μπροστινή πόρτα (παράδοση που συνεχίστηκε ανεξήγητα για πολλά χρόνια μετά την καθιέρωση των χάρτινων εισιτηρίων), έριχνες τον οβολό σου στη σχισμή του πλεξιγκλάς και ο οδηγός έβλεπε ότι έβαλες σωστά τα ψιλά, άνοιγε μια μίνι καταπακτή που τα έριχνε μέσα στον κουμπαρά, και περνούσες. Φλωριές του τύπου «εισιτήριο» ήταν περιττές. Φυσικά, αν είχε ουρές και συνωστισμό σαν στις αποβάθρες του λιμανιού της Σμύρνης, έριχνες σβέλτα κάτι (κέρμα, κουμπί, βοτσαλάκι) και ήταν από σπάνιο έως απίθανο να προλάβει να σου την πει ο οδηγός.

Οι παρέες είχαν κι ένα πρόσθετο κόλπο. Ο πρώτος μάζευε τα ψιλά από όλους και τα έριχνε μαζικά δηλώνοντας επιβάτες: «για τέσσερις». Ε, αναλογικά έπεφτε μια μείωση στα κέρματα που αποδίδονταν. Αν μάλιστα υπήρχαν και πολλά ψιλά, ήταν ακόμα πιο δύσκολο για τον οδηγό να τα μετρήσει, οπότε δηλώνονταν επτά νοματαίοι και έπεφταν λεφτά για 2,15 εισιτήρια (more or less). Νομίζω την εποχή εκείνη είχε 30 ή 50 δραχμές το εισιτήριο – ειλικρινά, θα σας γελάσω. Θυμάμαι ότι τους πρώτους δίσκους που αγόρασα στην Α’ Γυμνασίου τους πλήρωσα 950 δραχμές (τους διπλούς), αλλά δεν έχω ιδέα πόσο έκανε το εισιτήριο εκείνα τα χρόνια.

Για να δείτε λοιπόν τι περιπτωσάρα είμαι, ακόμα και στο Φαρ Ούεστ των αστικών μεταφορών των 80ς πλήρωνα πάντα κανονικά το εισιτήριο μου. Ακόμα και στα 16 μας, όταν το να παραβαίνεις κάτι, κάποιον, κάπως, ήταν ανάγκη, ανάγκη επιτακτική, ακόμα και τότε πλήρωνα γιατί θεωρούσα ότι έτσι είναι το σωστό – κι εκεί τελείωνε η συζήτηση. Δεν κάρφωνα όσους δεν πλήρωναν (γαμώτο, έχουμε και μια απέχθεια προς τα κάθε είδους καρφιά) αλλά ειλικρινά δεν λούφαρα ποτέ. Χρόνια αργότερα μάλιστα, μεγαλωμένος και επαγγελματίας πια, με έπιασαν μία και μόνη φορά χωρίς εισιτήριο: ήταν πρώτη του μηνός και είχα ξεχάσει να ανανεώσω την κάρτα μου. Πλήρωσα το πρόστιμο κανονικά, γιατί θεώρησα ότι ήταν δίκαιο: στο κάτω – κάτω, ας είχα θυμηθεί να το κάνω.

Όπως θα έλεγε κι ο Φελίππε (τι εννοείς «ποιος Φελίππε?») «Αν ήμουν εγώ ανατρεπτικό στοιχείο, η αστυνομία θα βαριόταν να κάθεται».

Ε, όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν. Μπαίνω σε tzampatzis mode.

Στα εισιτήρια, με όλο τον χαμό των τελευταίων μηνών, με μειώσεις σε μισθούς, συντάξεις, άνοδο ανεργίας, κλπ, να βάζεις αύξηση 40% (και παραπάνω, σε κάποες ειδικές κατηγορίες) επειδή «έτσι», ε, αυτό είναι κάτι που με κάνει έξαλλο. Γιατί 40 ρε φίλε; Πώς σου ήρθε; Δεν έχει εκπονηθεί κάποιο business plan, δεν έχει γίνει αλλαγή στους οργανισμούς των φορέων των συγκοινωνιών, δεν ξέρουν τι έξοδα θα έχουν ή τι έσοδα, ούτε καν τι αλλαγές σε δρομολόγια. Αλλά ξέρουν πόσο πρέπει να το αυξήσουν; I’m not buing it!

Μου τη δίνει απίστευτα επίσης κάθε είδος αύξησης που υποστηρίζεται από επιχειρήματα της κατηγορίας «είναι πολλά τα 40 λεπτά;» Ναι ρε, είναι πολλά! Αν δεν είναι πολλά, τότε μείωσέ το 40 λεπτά. Κάθε αύξηση είναι αντιληπτή μόνο ως ποσοστό, ΟΚ;

Δεν θα πληρώσω. Ζητάω να μην γίνουν αυξήσεις στην παρούσα συγκυρία. Ζητάω να συμπεριφερθείς σαν κράτος που ενδιαφέρεται στοιχειωδώς για τους πολίτες του: από την στιγμή που έχουν μειωθεί όλα, οφείλεις να μην βάλεις πρόσθετα βάρη. Επιπλέον, θίγεις ακριβώς όσους έχουν ήδη πάθει ζημιές με τις πολιτικές σου, δεν θίγεις ούτε τον Βαρδινογιάννη ούτε τον Μπόμπολα, ΟΚ; Αυτοί δεν χρησιμοποιούν τρόλλεϊ έτσι κι αλλιώς (κι αμφιβάλλω αν χρησιμοποιούν τρόλλεϊ ακόμα και οι καμαριέρες τους). Δεν με νοιάζει που προσπαθεί το ΠΑΜΕ να το καπελώσει – δεν πρόκειται να αγωνιώ να αποδείξω ότι δεν είμαι κατευθυνόμενος από το ΠΑΜΕ και άλλωστε δεν ζητάω δωρεάν συγκοινωνίες. Δεν με νοιάζουν τα επιχειρήματα περί παρανομίας όσων δεν πληρώνουν – υπάρχουν και νόμοι περί αισχροκέρδειας, το ότι διαλέγει το κράτος να μην τους εφαρμόζει στον εαυτό του δεν κάνει νόμιμες τις νομότυπες αποφάσεις του.

Last but not least: από τις κινήσεις που γίνονται (και ειδικά από τις μειώσεις προσωπικού, τις αυξήσεις εισιτηρίων και τον τρόπο που παρουσιάζονται όλα τούτα από τα ΜΜΕ) είναι δεδομένο ότι το (κρυφό) πρόγραμμα των ιδιωτικοποιήσεων έχει μπόλικες αστικές συγκοινωνίες. Πιστεύω πως μέχρι το τέλος του χρόνου θα τις έχετε δώσει, για συμβάσεις που ψυχανεμίζομαι ότι θα είναι εξίσου χατιρικές με αυτές των διοδίων. Δεν βλέπω για ποιο λόγο να με έχετε συνένοχο σε κάτι τέτοιο.

Δεν τις εγκρίνω τις αυξήσεις σας. Πάρτε τες πίσω. Δεν πληρώνω.

Και κάντε μου μια χάρη: μην με λέτε υποκινούμενο. Είναι προσβολή ακόμα και για την δική σας νοημοσύνη. Μερσί.

Επτά

Σήμερα ήταν βράδυ καθημερινής και τέλος εβδομάδας. Καθήσαμε με την καλή μου και τον γιο μου και ταξιδέψαμε στον χρόνο. Πήγαμε σε μια εποχή άλλη, μακρινή. Για τον πιτσιρικά μας όχι τόσο αλλιώτικη, απλά άγνωστη. Για μας, παράδεισοι χαμένοι. Την ίδια την ζωή σου θυμάσαι και σκέφτεσαι πόσο αθώος ήσουν, πόσο ευλογημένα απροετοίμαστος για όσα έρχονται.

Νωρίτερα το απόγευμα μου τηλεφώνησε μια φίλη. Επέμενε «Είσαστε καλά; Όλοι, έτσι; Είσαστε καλά, ναι;» Ξέρουμε όταν μένουν όλο και λιγότερα να πούμε ότι είναι όλο και πιο άσχημα, όλο και πιο κουραστικά αυτά που γυροφέρνουν στο μυαλό μας. Κάποιοι που σε ξέρουν το πιάνουν: άλλο είναι το ύφος της σιωπής όταν βαριέσαι και άλλο όταν έχεις πίκρες στο στόμα.

Τα προηγούμενα χρόνια σαν σήμερα γιορτάζαμε ανοιχτά. Και σήμερα γιορτάσαμε, μην με παρεξηγάτε. Αλλά να, λίγο πιο ήρεμα, λίγο πιο μεταξύ μας. Ο κούκλος μας μεγαλώνει υπέροχα και παραμένει αχτίδα χαράς σε μια εποχή που πάει όλο και χειρότερα. Αληθινά, από τον Σεπτέμβριο και δώθε έχω τρομάξει να σηκώνω το τηλέφωνο: από την άλλη άκρη της γραμμής μαθαίνω για εισαγωγές σε νοσοκομεία, για κηδείες, για τραγωδίες ασύλληπτου μεγέθους. Έχουν φτάσει τα οικονομικά της χώρας να είναι αστεία υπόθεση. Εμείς είμαστε καλά. Απλά γύρω μας σφυρίζουνε και σκάνε οβίδες.

Κι έτσι, απόψε καθήσαμε και βλέπαμε κασέτες που είχαμε τραβήξει με την βιντεοκάμερα. Παλιές. Σκέψου: φέτος έκλεισε τα επτά ο θησαυρός μας, τα βιντεάκια ήταν οι μήνες πριν τα πρώτα του γενέθλια και το πρώτο του πάρτυ. Κι ήμασταν τόσο αλλιώτικοι, τόσο ανέμελοι σε σχέση με σήμερα, με μια τόσο αδιανόητη εμπιστοσύνη στο μέλλον. Και εμείς, και οι φίλοι μας. Τόσο νοσταλγικά εορταστικοί, τόσο χαρωποί, τόσο λαμπερά ανίδεοι για όσα θα ακολουθήσουν. Σαν πρόβατα προς τον πάγκο του χασάπη, έτσι προχωρήσαμε όλοι μας στο χρόνια που ακολούθησαν. Μου ήρθε να μας φωνάξω, όπως μας κοίταζα μέσα από το θαμπό γυαλί του χρόνου, να μας φωνάξω «Εεεεε! Προσέξτε! Φχαριστηθείτε αυτό που έχετε! Ορμάτε όσο προλαβαίνετε! Δεν θα είναι για πάντα τόσο ασυννέφιαστο!»

Και μετά το ξανασκέφτηκα. Κι είπα, καλού – κακού, να μας το φωνάξω τώρα.

Δεν ξέρω τίποτα για το αύριο. Ξέρω ότι οι φουρτούνες που μπορεί να περιμένουν πίσω από την επόμενη στροφή του δρόμου ίσως να είναι μικρές ίσως και μεγάλες. Ίσως να περιμένουν μετά από πολλές στροφές. Σίγουρα θα είναι φουρτούνες όμως. Και σίγουρα, όσο καλά προετοιμασμένος κι αν βαυκαλίζομαι ότι είμαι, όταν θα έρθει η ώρα το μόνο που μετρά είναι οι αντοχές που σου δίνουν οι άνθρωποι που μετράς για δικούς σου. Ε, αυτούς τους ανθρώπους οφείλεις να τους ζεις όμορφα. Σε κάθε ευκαιρία που καταφέρνετε να αρπάξετε από το μαλλί. Το οφείλεις και στους ίδιους και στον εαυτό σου. Το οφείλεις για κάθε στιγμή που καταγράφετε τυχαία σε μια κάμερα  και μετά από καιρούς κι αιώνες την κάνετε μαγικό χαλί και χρονομηχανή και κόμπο στο λαιμό και διαμάντι στις αναμνήσεις. Για να μπορεί το «για πάντα» να γίνεται «τώρα» – και το αντίστροφο.

Να σε χαιρόμαστε αγόρι μου. Να είσαι υγιής, τυχερός ,ευτυχισμένος. Να είσαι όπως όταν μπουσουλούσες κι όπως είσαι και τώρα: μια φλόγα ζωής που χορεύει σε αγκαλιές. Να είσαι και να γίνεσαι αυτός που θέλεις. Κι από δω και μπρος, κάθε χρόνο και καλύτερα.

Σ’ αγαπώ.

My own, private 00s

Λίστα απολογισμού για μια δεκαετία που κλείνει. Όχι κάτι πολύ δουλεμένο, απλά στιγμιότυπα από όσα με απασχολήσαν, όσα ξεχώρισα, όσα με σημαδέψαν. Δέκα χρόνια δεν είναι λίγα άλλωστε, κι από την στιγμή που ό,τι δεν σε σκοτώνει σε κάνει πιο δυνατό, ελπίζω πως μπαίνουμε σε μια καλύτερη, πολύ καλύτερη δεκαετία. Για όλους μας.

Πάμε λοιπόν!

Μετακόμιση στη Ρόδου και… – 2000 – Στήνοντας νοικοκυριό – Το μετρό λειτουργεί – Το όνομα αυτής Λήδα – Γάμος με παπά και με έναν κουμπάρο – Παρίσι – Στο μυαλό του Τζον Μάλκοβιτς – 2001 – Αποχαιρετισμός: Αυτή την φορά πρόλαβα να πω το σ’ αγαπώ – Σύμβουλος – Λευκωσία – Γνωριμία με τον Παπαϊωάννου: Για πάντα – Πού ήσουνα όταν έπεσαν οι Πύργοι; – Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών – 2002 – 340,75 – Η πρώτη μου φιάλη Chambolle Musigny, και μάλιστα στην Σπονδή – Μια γενιά ανθρώπων μου τελειώνει – Ο γάμος στην Ινδία – Η λέσχη των τιποτένιων – Η Αγρύπνια του Παπακωνσταντίνου – 2003 – Ανακαίνιση – Πωλ: το πρώτο μου αυτοκίνητο – Τρεις εβδομάδες μετά δηλώνανε ότι ο πόλεμος είχε κερδηθεί – Μετακόμιση – Αλέξης – Νέμο – 2004 –  Κακαβιές στην Χαλκίδα – Civilization αλλά και Championship Manager – Γκολ και φύγαμε για τελικό – Το ωραίο, το μεγάλο και αληθινό – Ο Κεντέρης κι η Θάνου ρίχνουν κάτω μια μηχανή – Αναχώρηση για Σίφνο – 2005 – Χειμώνας μέσα στη θάλασσα – Friends, season 10 – 2 Ιουλίου, μια κρυστάλλινη στιγμή ευτυχίας – Ηλιαχτίδα – Μια εβδομάδα στο Παίδων και, παράλληλα, τo project απ’ την κόλαση – H εκδίκηση των Σηθ – 2006 – What would Jack Bauer do? – Blogging – Επίδαυρος κι επιστροφή μέσα στη νύχτα – ADSL – Ένα μαύρο πηγάδι – 4, 8, 15, 16, 23, 42 – 2007 Καρπενήσι – Η εποχή των ζωμών – Triple Crown, για πρώτη φορά – Η Ελλάδα καίγεται – Νέα δουλειά – Jokers – 2008 – Alan Moore και Watchmen, μια καθυστερημένη ανακάλυψη – Torrents – The Dark Knight – Θυρεοειδής – Yes, we can! – Στην πλάτη του Γρηγορόπουλου όλοι οι σταυροί που κουβαλάμε – 2009 – Twitter – Το δείπνο των Χρυσών Σκούφων – …and they have a plan – Liebherr – Πρωτάκι – Αποτυχία, το όνομά σου είναι Κοπεγχάγη.

Και τώρα 2010 –  φτάσαμε κι εκεί: αισίως 20 το Σάββατο. 🙂

One Web Day

Η 22η του Σεπτέμβρη είναι η OneWebDay, μια προσπάθεια εορτασμού του Internet και των αλλαγών που φέρνει στη ζωή μας.. Πέρυσι τέτοια μέρα, πήρα μια πάσα από τον adamo, να γράψω την ιστορία μου σε σχέση με το δίκτυο. Με διαφορά φάσης (κυριολεκτικά!), έρχομαι να απαντήσω στο ερώτημα του πως άλλαξε τη ζωή μου και τι σημαίνει το Internet για μένα.

Πότε άρχισα πραγματικά να μπαίνω στο Internet; Έπεσα λίγο παράξενα χρονικά – ενώ παρακολουθούσα το μπαμ του Internet, δεν ήμουνα διαθέσιμος (έπεσε πάνω στη θητεία) ενώ και η ειδικότητά μου – χημικός μηχανικός– δεν είναι ακριβώς στο κέντρο των εξελίξεων σε υπολογιστικά συστήματα. Ναι μεν είχαμε δίκτυο στο Ίδρυμα, αλλά η χρήση που κάναμε ήταν περιορισμένη και κανείς δεν ενδιαφέρθηκε να μας δείξει κάτι παραπάνω για τα μηχανάκια έτρεχαν σε UNIX (αυτό το τελευταίο το μετράω σαν απώλεια). Επί της ουσίας, το δίκτυο για μας ήταν σαν τοπικό.

Η πρώτη τακτική χρήση μου λοιπόν ήταν στο μεταπτυχιακό, όταν έμπαινα στις ιστοσελίδες των ελληνικών εφημερίδων για να μαθαίνω τι γίνεται sto patrida (θυμάμαι μάλιστα πως έπρεπε να εγκαταστήσω γραμματοσειρά στον εκάστοτε υπολογιστή για να φαίνονται τα ελληνικά ως τέτοια και όχι ως…αραβο-λιθουανικά). Μετά, το χρησιμοποίησα όχι μόνο για πληροφορίες (επαγγελματικές αλλά και Αθηνόραμα) και επικοινωνία με φίλους (αν σας πω από πότε είχα gmail…) αλλά και για επιτραπέζια μέσω internet.

Αυτό το τελευταίο βέβαια είναι ένα θέμα για ένα εντελώς άλλο ποστ, αλλά απέκτησα φίλους όχι μέσω των τσατ (ή μάλλον newsgroups), αλλά από γκρουπς ανθρώπων με κοινά χόμπυ. Ήταν η εποχή που το yahoogroups μάζευε κόσμο και ντουνιά. Σημειώνω ότι η εξερεύνηση που έκανα στο Internet ήταν εντελώς μοναχική – είχα ήδη αποφοιτήσει, δεν είχα κάποιον να μου δείξει τα κόλπα και τα κατατόπια και προχωρούσα ψάχνοντας στα σκοτεινά. Με μόνη πυξίδα την σιγουριά μου ότι εδώ μπορεί να υπάρχει τρομερό ενδιαφέρον.

Έτσι έφτασα, εκτός από τους φίλους σε άλλες πόλεις, σε Κύπρο, Βρετανία, Ινδία με τους οποίους διατηρούσα επαφή, απέκτησα νέους φίλους που…δεν είχα δει από κοντά. Σε Καναδά, ΗΠΑ, Αυστραλία, Γερμανία, Δανία και αλλού έχω κόσμο που με ξέρει και μάλιστα καλά. Απόδειξη; Από τα πρώτα παιχνίδια του γιου μου ήταν ένας λούτρινος τάρανδος με την σημαία του Καναδά στη φανέλα. Μου τον έστειλε ένας άνθρωπος που δεν έχω συναντήσει ποτέ από κοντά. Άλλο παράδειγμα: έχω κάνει ταξίδι στο Παρίσι με τα έξοδα διαμονές (στο St Germain παρακαλώ) πληρωμένα. Έχω πιει κρασιά και ούζα με ανθρώπους (από άλλες χώρες ή από την δική μου) που τους γνώρισα στην οθόνη μου. Έχω γυρίσει με δώρα και ενθύμια. Με αναμνήσεις. Που ξεκινήσαν από ένα πληκτρολόγιο και ένα modem.

Κάποια στιγμή μεταξύ 2000 και 2001 συνειδητοποίησα ότι περνούσα πολύ χρόνο μιλώντας, επικοινωνώντας και εκφραζόμενος μέσω του Internet. Έβρισκα και πληροφορίες, αλλά όχι τόσες και όχι όπως θα ήθελα. Τα site της κάθε εταιρείας σου έδιναν αυτά που ήθελαν να σου δώσουν – οι γνώμες πελατών και (πιο σημαντικό) οι on-line εφαρμογές εξυπηρέτησης έλλειπαν για πολύ καιρό.

Κάπου εκεί, προς το 2002, αποφάσισα ότι θα είναι καθημερινότητά μου. Στην ανακαίνιση του πατρικού σπιτιού περνάμε καλώδια δικτύου για όλα τα δωμάτια και διαλέγω πού θα τερματίζουν ώστε (μελλοντικά) να μπει εκεί ένας router. Έξι χρόνια μετά δεν έχω υλοποιήσει τίποτα, όμως έχω την υποδομή: το σπίτι είναι έτοιμο να δικτυωθεί όποτε το χρειαστούμε. Άλλωστε, πάντα προχωρούσα με βάση την ανάγκη μου κι όχι με βάση τις (σέξυ, ομολογώ) ιδέες για νέα γκάτζετ.

Τα χρόνια τρέχουν. Το blog ήταν επίσης μια καλή ευκαιρία να γνωριστώ με ένα σωρό ανθρώπους, με πολύ διαφορετικό background και προτεραιότητες από μένα. Παρόλα αυτά, ποτέ δεν αντιμετώπισα το blog ως πρωτίστως ένα εργαλείο επικοινωνίας, αλλά μάλλον σαν εργαλείο έκφρασης – ίσως για αυτό δεν με ξετρελαίνουν πλατφόρμες όπως το facebook ή ακόμα και το twitter: το ζήτημά μου είναι η έκφραση, όχι ποιος την διαβάζει. Το πέρασμα σε DSL (καλοκαίρι 2006) ήταν σχεδόν δραματικό. Αναρωτιέμαι πόσο προφανή θα φαίνονται στον γιο μου πράγματα που για μένα ήταν καινούργιες κατακτήσεις. Κι όταν το αναρωτιέμαι, θυμάμαι πώς ο πατέρας μου διηγείται τις πρώτες του επαφές με το τηλέφωνο. Θέματα όπως freeware, ftp (πάντα για την δουλειά: το έχω σχεδόν παράπονο, αλλά μόνο για επαγγελματικούς λόγους έχω χρησιμοποιήσει ftp) αλλά και mp3, torrent και δεν συμμαζεύεται έχουν μπει στην καθημερινότητά μου.

Σήμερα το ομολογώ: είναι ένα τόσο πελώριο και ευέλικτο παράθυρο που αναρωτιέμαι πώς θα μπορούσα να ζήσω χωρίς αυτό. Είναι παράξενο όταν κάνεις κάτι για πρώτη φορά μέσα από το Internet. Η πρώτη αγορά (εισιτήρια ή βιβλία ήταν?). Το πρώτο κατέβασμα (ταινίας ή μουσική?). H πρώτη εγγραφή σε κάποιο forum. Το πρώτο spam που διαβάζεις – ξεχάστηκα να σας ενημερώσω, αλλά από Δευτέρα παρατάω την δουλειά μου: ο πρόεδρος της Τράπεζας της Νιγηρίας θα μου μεταβιβάζει 65 εκατομμύρια δολάρια! 😉

Είναι πολυ-εργαλείο, είναι μια επέκταση του «εδώ» και του «τώρα» σε πολλαπλές διαστάσεις. Μπορώ να κάνω πράγματα που ο μέσος ανεκπαίδευτος ηλεκτρονικά συμπολίτης μου δεν μπορεί καν να φανταστεί – κι ακόμα κι έτσι, μένω πίσω! Μένα πίσω γιατί δεν έχω ιδέα για εξελίξεις αν δεν «αναγκαστώ» να τις χρησιμοποιήσω, αν δεν με οδηγήσει μια πρακτική ανάγκη να τις μάθω στην πράξη. Χωρίς manual, χωρίς καθοδηγητή, χωρίς προορισμό: απλώς καθοδηγούμενος από μια ρημάδα ανάγκη, από μια έμφυτη (χμφ…) ικανότητα να δουλεύω καλύτερα με ένα πληκτρολόγιο στα άκρα των δαχτύλων μου και ένα καλώδιο σφηνωμένο στην υποδοχή του μόντεμ.

Σήμερα, εύχομαι μακροημέρευση στο net, εύχομαι φτηνές χρεώσεις (δλδ τζάμπα) και παντού κι εύχομαι να γίνει κατανοητό το πόσες ευκαιρίες χαρίζει ως εργαλείο – επίσης όμως, ως εργαλείο, και το πόσους κουλούς κινδύνους κρύβει για αυτούς που το παίρνουν πιο σοβαρά από όσο πρέπει.

Α, ναι! Και πάσες! Αν έχουν όρεξη, παρακαλώ να γράψουν την ιστορία τους για την έκθεση στο Internet οι Δημήτρης Ρουσουνέλος, Προκόπης Δούκας και το δίδυμο του Πω-Πω Κουλτούρα.