• Σελίδες

  • Φρέσκα κείμενα

  • Το μακρύ και το κοντό μας…

    mpampakis στη 49
    mpampakis στη 49
    mpampakis στη 49
    Snowball στη 49
    kaltsovrako στη 49
    Stavrula στη 49
    mpampakis στη Όταν έλειψαν η βουή και η…
    mpampakis στη Όταν έλειψαν η βουή και η…
    mpampakis στη Όταν έλειψαν η βουή και η…
    Νίκος Βαράκης στη Όταν έλειψαν η βουή και η…
  • a

  • Μαΐου 2021
    Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
     12
    3456789
    10111213141516
    17181920212223
    24252627282930
    31  
  • Στις ντουλάπες του αρχείου

  • Μεταστοιχεία

Όταν έλειψαν η βουή και η μανία

Να πω ευθύς εξαρχής ότι είμαι από τους τυχερούς: η δουλειά μου είναι τέτοια που μπορεί να γίνει εύκολα από το σπίτι. Μάλιστα, διαπίστωσα τις τελευταίες εβδομάδες ότι μπορεί να γίνει πιο αποδοτικά και πιο δημιουργικά από όσο στο γραφείο. Κι επιπλέον, το σπίτι μου το αγαπώ (κι όταν λέω σπίτι εννοώ ξεκάθαρα την οικογένειά μου). Στην πραγματικότητα, ντρέπομαι λίγο, αλλά περνάω υπέροχα. Συγκρατημένα, αλλά υπέροχα. Και τι εννοώ συγκρατημένα: έχω μια υποκείμενη (χμμμ), σχεδόν υπαρξιακή αγωνία για τους ανθρώπους που χτυπά ο ιός και για το νοσοκομειακό προσωπικό που δίνει την συγκλονιστική μάχη δίπλα τους. Έχω κι έναν τρόμο απροσδιόριστο, που μοιάζει με σκοτεινό υπόγειο σε θρίλερ, εκεί όπου ξέρεις ότι κρύβεται βαθύ κακό, για το πώς θα είναι τα οικονομικά όλων μας σε έξι μήνες. Αν δεν υπήρχαν αυτά θα το έλεγα ανοιχτά: η καραντίνα μου πάει. Η καραντίνα μου έχει κάνει καλό. Και πάνω που την συνήθισα, θα μου λείψει.

Από το σπίτι ακούγεται στο βάθος η Μεσογείων. Ακόμα και Δεκαπενταύγουστο, ακούγεται σα μακρινό μουγκρητό ενός κτήνους από τσιμέντο και λαμαρίνα. Αυτές τις εβδομάδες, το βουητό απουσίαζε. Η πόλη ησύχασε. Τα κεφάλια μας ησύχασαν, τα μάτια μας, τα μέτωπά μας. Δουλεύουμε με άλλους ρυθμούς, ξυπνάγαμε με άλλους ρυθμούς, αγκαλιαζόμασταν με άλλους ρυθμούς. Ευχαριστιόμαστε το σπιτικό μας.

Θα μου λείψουν τα τρυφερά τηλεφωνήματα με φίλους («Είστε όλοι καλά;»). Θα μου λείψει η βαρύτητα που αποκτήσαν κάποιες τετριμμένες (?) ευχές: και του χρόνου με υγεία. Ο χρόνος για comforting, περιποιητική μαγειρική και η ευχέρεια να λύνεις προβλήματα στις ώρες και με τους ρυθμούς που σου πάνε. Θα μου λείψουν τα επιτραπέζια παιχνίδια με τον έφηβο, που έχει δείξει τρελή υπομονή στον εγκλεισμό (βοήθησαν βέβαια κάποιες αναβαθμίσεις συνδέσεων, κάτι νέα παιχνίδια στο PS4 κλπ). Θα μου λείψει η αυθόρμητη ευγνωμοσύνη προς όσους κράτησαν εμάς τους υγιείς όρθιους: courier, ντελίβερι, εργαζόμενοι σε σούπερ-μάρκετ, σε φούρνους, σε μπακάλικα και λαϊκές. Θα μου λείψει η αναγκαστική έλλειψη βιασύνης που δείχναμε σαν πελάτες, στις απλωτές, ακατάστατες, μεσογειακού τύπου ουρές μας.

Θα μου λείψει Εκείνη, τώρα που την είχα κοντά μου συνέχεια, περισσότερο κι από όσο σε διακοπές. Θα μου λείψει να ξυπνάω μαζί της κάθε μέρα, να πίνουμε τον καφέ μαζί πριν κλειστούμε σε χωριστά δωμάτια κι αρχίσουμε τα teleconferences. Θα μου λείψει το διάλειμμα για οικογενειακό γεύμα το μεσημέρι, με τον πιτσιρικά να ψάχνει τρόπους να αναλαμβάνει από το βάρος της προετοιμασίας του φαγητού. Οι ράθυμες βόλτες με τον σκύλο. Το φως του καθαρού αττικού ουρανού και τα αστέρια που ξαναφάνηκαν στις ήρεμες νύχτες πάνω από την Αθήνα. Το κρασί στο μπαλκόνι πριν πάμε για ύπνο.

Θα μου λείψει η ησυχία της πόλης. Θα μου λείψει η παλλόμενη ηρεμία, που δεν περίμενα ότι είναι εφικτή. Στις μέρες της βουής και της μανίας, που σίγουρα θα ξανάρθουν, θα θυμάμαι την καραντίνα και θα ξέρω ότι υπάρχει τελικά και άλλος τρόπος.

This will change everything

Δεν έχω ξαναδεί το μετρό έτσι όπως ήταν την προηγούμενη εβδομάδα. Ελάχιστοι επιβάτες, με μάσκες ή/και γάντια ανταλλάσουν βλέμματα καχυποψίας και στέκονται μακριά ο ένας από τον άλλον. Κανείς δεν κρατιέται από χειρολαβή κι όταν το τραίνο φρενάρει αρχίζουμε να χορεύουμε σαν γερο-ναυτικοί σε φουρτούνα. Στο Σύνταγμα έχει κλείσει ακόμα και ο κουλουρτζής. Ο COVID-19 ήρθε και στις επόμενες λίγες εβδομάδες θα ξέρουμε πόσο αγριεμένος έχει έρθει.

Προφανώς δεν είμαι ειδικός και δεν έχω άποψη για το πώς ή πότε θα περάσει ο συναγερμός. Έρχομαι απλά να καταγράψω κάποιες σκέψεις μου για το πιθανό μέλλον, αυτό που θα έρθει όταν βρεθεί ο τρόπος και νικηθεί η πανδημία. Υποθέτω ότι θα νικηθεί σε μερικούς μήνες και θα αφήσει πολύ πόνο στο διάβα του – κι αυτό είναι το αισιόδοξο σενάριο. Θα κάνω παρακάτω το fast forward που όλοι θα θέλαμε να κάνουμε και θα καταγράψω λίγες σκέψεις μου για το μεθαύριο, για τον κόσμο που θα ξημερώσει μετά το τιθάσευμα του Κτήνους.


Είμαι της άποψης ότι ο παγκόσμιος πολιτισμός δεν θα μείνει ο ίδιος. Αντίθετα, η επίδραση της επέλασης του ιού θα είναι θεμελιώδης και δραστική. Αντιμετωπίζουμε μια δύναμη που αλλάζει βίαια τις ζωές μας με τον τρόπο που τις αλλάζει ένας παγκόσμιος πόλεμος. Ας παραδεχτούμε με πικρό χαμόγελο ότι η ένταση του φαινομένου δεν μοιάζει με τίποτα που να έχουμε ζήσει (ναι, τα μνημόνια υπαινίσσομαι ή την βαβούρα που δημιουργεί ο κάθε Ερντογάν στα σύνορα) και ας δούμε τι μας έχει κάνει να αλλάξουμε στις ζωές μας ως τώρα και τι (θεωρώ ότι) θα αλλάξει για πάντα ακόμα και όταν βγούμε από το τούνελ.


Πρώτα απ’ όλα, η διάθεση του ιού είναι ξεκάθαρη: έχει έρθει για να μας διαλύσει τις αυταπάτες. Αυταπάτες κυρίως θρησκευτικού χαρακτήρα, αλλά αναμφισβήτητα εκπορευόμενες από την πίστη (και όχι από την λογική). Η γελοία συζήτηση γύρω από το αν κολλάει ή δεν κολλάει με τη μετάληψη δείχνει ήδη αρχαία και ξεπερασμένη. Με τον ίδιο τρόπο, όταν βγούμε από την καταστροφή, κανείς δεν θα αντιμετωπίσει ξανά τη μετάληψη σαν κάτι χαλαρό και φυσιολογικό. Η οργανωμένη θρησκεία δέχεται πλήγμα ισοδύναμο με αυτό του Μαύρου Θανάτου, το γεγονός που σε μεγάλο βαθμό οδήγησε στην Αναγέννηση.


Η άλλη μεγάλη πίστη του καιρού μας, ο Νεοφιλελευθερισμός, δέχεται εξίσου πελώρια διάψευση. Ο δημόσιος τομέας αποτελεί την ασπίδα μας έναντι της πανδημίας και ο ιδιωτικός, με όλη την «σοφία» της αρρύθμιστης αγοράς, παρακολουθεί παγωμένος. Σε έξι μήνες ποιος θα τολμά να μιλήσει για ιδιωτικοποίηση νοσοκομείων; Ειδικά όταν θα έχει ξετυλιχτεί η τραγωδία που περιμένει την Αμερική της ανύπαρκτης δημόσιας υγείας. Ή ποιος θα μιλήσει για ιδωτικοποίηση κρίσιμων υποδομών, όπως το νερό; Όταν ο Μακρόν φτάνει να λέει ότι «υπάρχουν αγαθά & υπηρεσίες που πρέπει να είναι δημόσια», ένας Πρόεδρος που μόνο κουμουνιστή δεν μπορείς να τον πεις, καταλαβαίνει κανείς ότι στην έξοδο τα πλεονεκτήματα που διαλαλούσε ο (νέο-)φιλελευθερισμός θα έχουν εξατμιστεί. Μέχρι να τελειώσει όλο αυτό, το δημόσιο έχει να βάλει τρελή πλάτη για να σταθούν όρθιες οι οικονομίες και η κρατική παρέμβαση θα είναι η νόρμα. Δεν αποκλείω ακόμα και μία κάποιου είδους σεισάχθεια, αφού προηγηθεί απίστευτος πόνος ωστόσο.


Εντωμεταξύ, προσδιορίζεται εκ νέου ποιες δουλειές είναι σημαντικές. Ήρωες, χωρίς επιπολαιότητα στην χρήση της λέξης, οι νοσοκομειακοί γιατροί και οι νοσηλευτές. Κοντά τους και το διοικητικό προσωπικό των νοσοκομείων και οι υπάλληλοι της πολιτικής προστασίας. Αλλά αυτοί που θα κρατήσουν όρθιους τους υγιείς είναι οι ντελιβεράδες, οι εργαζόμενοι σε σούπερ μάρκετ και φούρνους, οι αποθηκάριοι, οι οδηγοί λεωφορείων. Οι μάγειρες σε μαγαζιά που δίνουν πακέτο κι όχι σε εστιατόρια, οι τεχνικοί δικτύων και οι δάσκαλοι που ανακαλύπτουν βιαστικά πώς λειτουργεί το messenger. Αυτές είναι οι δουλειές που σαν κοινωνία χρειαστήκαμε στα δύσκολα και άρα αυτές πρέπει να ανταμείψουμε στο μέλλον, όχι τους τραπεζικούς, τους δικηγόρους ή τους, εντελώς άχρηστους στην παρούσα συγκυρία, middle-layer managers.


Ο μέσος άνθρωπος θα προτιμήσει αυτά που τον έσωσαν, αυτά που τον κρατήσαν όρθιο στις πραγματικά κρίσιμες ώρες. Τους ειδικούς ας πούμε, που παίρνουν τη μεγάλη ρεβάνς από τα fake news των λαϊκιστών και της alt-right Δεξιάς. Τα σκληρά, ρεαλιστικά δεδομένα: όλοι λένε ότι για να αντιμετωπίσουμε αυτό που συμβαίνει χρειαζόμαστε αληθινά, αξιόπιστα data. Οι μεθοδολογίες και η αντικειμενικότητα κυριαρχούν, οι ερμηνείες των άσχετων και τα ευχολόγια των πολιτικών χάνουν με τα χέρια κάτω. Ο Τραμπ για παράδειγμα έχτισε μια καριέρα λέγοντας όλο και μεγαλύτερα ψέματα τώρα, βλέπει την πραγματικότητα να έρχεται προς το μέρος του με την φόρα αφηνιασμένης νταλίκας και όλους να δυσανασχετούν που τις αποφάσεις τις παίρνει αυτός και όχι ο Fauci. Οι ειδικοί, με τους οποίους κάποιοι μας έλεγαν μέχρι πρότινος ότι έχουμε μπουχτίσει, επανακάμπτουν θεαματικά στη συνείδησή μας. Ξαφνικά, αισιοδοξώ λίγο και για την κλιματική κρίση: όταν ξαναπιάσουμε τα ίδια επίπεδα παραγωγής αερίων θερμοκηπίου, οι ειδικοί θα μιλήσουν – όμως, αυτή την φορά, μάλλον θα τους ακούσουμε.
Το σημείο που θέλω να σταθώ είναι η σημασία που αποκτούν τα δεδομένα. Σε μια μετα-καπιταλιστική κοινωνία, το κεφάλαιο είχε αποκτήσει τέτοια κινητικότητα (και τοξικότητα επίσης, κυρίως με τις επενδύσεις στα παράγωγα) που είχε καιρό τώρα πάψει να είναι το σημείο αναφοράς. Τα δεδομένα θα έρθουν να καλύψουν αυτή την έλλειψη και μάλιστα με όλο και μεγαλύτερη την τάση του διαμοιρασμού. Οι πατέντες των κρυψίνοων θα αποδειχτούν φράχτες και εμπόδιο στην θεραπεία, οπότε θα γκρεμιστούν από το τσουνάμι του κατεπείγοντος, ενώ η κοινή χρήση και η εξ αδιαιρέτου προσπάθεια θα οδηγήσουν σε λύτρωση. Δείτε αυτή την ιστορία για παράδειγμα. The future is open source, κι αυτό θα αλλάξει τον τρόπο που αντιμετωπίζονται πνευματικά δικαιώματα, εταιρείες που τα χειρίζονται και τεχνικοί περιορισμοί που είχαν στηθεί. Όλα θα γκρεμιστούν, τουλάχιστον όλα όσα αφορούν το πεδίο της επιστήμης.


Η εργασία θα αλλάξει δραματικά. θα καθιερωθεί η απομακρυσμένη εργασία, αλλά και η ελαστική, ενώ οι αργίες θα τηρούνται «στο περίπου». Θα είναι αναμενόμενο να επικοινωνείς και να στέλνεις αρχεία, ενώ οι συναντήσεις που σπαταλάνε ώρες και υπάρχουν μόνο και μόνο για να υποκαθιστούν την έλλειψη κοινωνικής ζωής ορισμένων μανατζαρέων θα γίνουν σπάνιες και πολύτιμες: θα πρέπει να έχει αληθινή σημασία για να μπεις στην διαδικασία συνάντησης.


Ο τρόπος που ψωνίζουμε επίσης θα αλλάξει. Το προφανές είναι η άνοδος στο ηλεκτρονικό εμπόριο, αλλά περιμένω κι άλλη μια αλλαγή: θα κερδίσουν έδαφος τα μικρά μαγαζιά της γειτονίας, εις βάρος των Mall και εκπτωτικών χωριών. Θα αποδειχτούν το αποκούμπι μας στις εβδομάδες που έρχονται και θα μας κερδίσουν σαν πελάτες.


Κι αν τα παραπάνω σας ακούγονται κυρίως θετικά (εμένα έτσι μου ακούγονται), έχω και αρνητικές προφητείες. Άλλωστε, το μοντέλο που φαίνεται να έδωσε λύση σε πρώτη φάση είναι χωρών όπως η Σιγκαπούρη, όπου οι ελευθερίες είναι εξαιρετικά περιορισμένες και το Κράτος κάτι σχεδόν ιερό. Περιμένω ότι αυτό θα διαδοθεί. Αφού η συμμόρφωση στις οδηγίες μας σώζει, είναι τρελό να πηγαίνεις κόντρα και να διαμαρτύρεσαι. Η πολιτική διαφωνία θα θεωρείται περίπου αντικοινωνική συμπεριφορά και οι άρχοντές μας θα διεκδικούν το αλάθητο (αρκεί να βρουν μια επαρκή μερίδα επιστημόνων που υποστηρίζουν τις αποφάσεις τους). Στην αναμπουμπούλα ο λύκος χαίρεται – άλλωστε, ήδη έχει χρησιμοποιηθεί η καραντίνα σαν πρόσχημα για να προωθηθούν άσχετα μέτρα και ατζέντες πχ εφημερίδες στα σούπερ-μάρκετ. Οι διαδηλώσεις θα εκλείψουν ή και θα απαγορευτούν και ο δημόσιος λόγος ενάντια σε αποφάσεις του καθεστώτος θα θεωρείται επικίνδυνος για λόγους δημόσιας υγείας. Το μόνο καλό που βλέπω σε αυτό τον τομέα είναι ότι θα μείνει πίσω η χρήση της τεχνολογίας αναγνώρισης προσώπου – όταν όλοι φοράνε μάσκες πώς να στηριχτείς σε αυτήν;


Τα ταξίδια, οι βόλτες, οι μεγάλες παρέες είναι πρόβλημα με τον κορωναϊό και ως τέτοια θα μείνουν στην συλλογική μας συνείδηση και μετά. Ένα μακρινό ταξίδι αν γίνεται για αναψυχή και όχι για δουλειά, θα κρίνεται σαν επίδειξη νεοπλουτισμού, κάτι σαν παραγγελία αστακομακαρονάδας το καλοκαίρι του 2011. Οι μεγάλες παρέεες το ίδιο. Αυτό είναι πολύ κακό, καθώς θα περιοριστούν οι ορίζοντές μας. Η διαφωνία προς τους αρχηγούς θα αντιμετωπίζεται με εχθρότητα και η επιθυμία για νέες εμπειρίες ως κάτι εκκεντρικό και ανόητο. Όταν αρθούν οι απαγορεύσεις θα συνεχίσουμε να κλεινόμαστε σπίτι. Θα βλέπουμε όλοι μαζί τηλεόραση και θα έχουμε το νου μας στην δουλειά μας. Σπίτι – δουλειά, δουλειά – σπίτι. Οικειοθελώς και εναρμονισμένα.


Αυτά λοιπόν. Εν κατακλείδι, περιμένω ότι θα ανατείλει μια εποχή πουριτανισμού, στην οποία ωστόσο θα κυριαρχούν οι σοβαροί ειδικοί και τα αξιόπιστα δεδομένα. Θα αλλάξουν κάποια πράγματα προς το καλύτερο, και κάποια άλλα προς το χειρότερο. Το σίγουρο είναι ότι με ένα συμβάν τέτοιου μεγέθους θα αλλάξουν πολλά. Ας ελπίσουμε να είμαστε όσο το δυνατόν περισσότεροι εδώ, παρέα και υγιείς, για δούμε αυτές τις αλλαγές στις μέρες που θα έρθουν.

Stay safe.

Το ποστ των γιορτών

Fact: όσο μεγαλώνει το παιδί, τόσο μικραίνουν τα δώρα κάτω από το δέντρο.

Καλή Χρονιά σε όλους!!! 😀

Χωρίς πάρτυ στη Βουλιαγμένη

lucky-luke

Πάρε μία δυνατή μοτοσυκλέτα
πάρε αν θες και το κορίτσι σου μαζί
κι όλα αυτά που σου τη σπάνε ξέχασέ τα
όσοι το `καναν δεν ήταν χαζοί

Είναι όμορφο να τρέχεις στα λιβάδια
κι από λόφους να περνάς τα δειλινά
ν’ αντικρίζεις πόλεις άγνωστες τα βράδια
και να μη σταματάς πουθενά

«Χαμηλή πτήση», Λουκιανός Κηλαηδόνης 1982

Μικρός είχα ένα καναρίνι που το φώναζα Λουκιανό. Αυτό, τίποτα άλλο.

Πειρατική ΕΡΤ

Θα βρείτε το live streaming της ΕΡΤ (από EBU) εδώ:

 http://www.ert-live.gr/?gclid=CNe9t4vQ47cCFavHtAodM1kAmQ

ΥΓ: Είμαι σίγουρος ότι με όλα αυτά, τελικά θα ανέβει η τηλεθέασή της!

Οι ευχές μου

Το τελευταίο πρωινό του 2012, η επίσκεψη στην ΔΟΥ τα είχε όλα. Είχε παππού που τάχα μου δεν κατάλαβε ότι υπήρχε ουρά και πάει κατ’ ευθείαν τσουπ! μπροστά στο γκισέ. Είχε θειά που θέλει να περάσει μπροστά γιατί είναι εγχειρισμένη και δεν ξέρει αν του χρόνου θα είναι εδώ και μήπως θέλουμε να γδυθεί να δούμε την ουλή για να πειστούμε («ΟΧΙ, ΟΧΙ!!! φώναξαν όλοι έντρομοι με μία φωνή.») Είχε τον κλασσικό 50άρη χοντρούλη που κάθε 5 δευτερόλεπτα αναστενάζει λέγοντας «ωχ!πανα’ίαμου». Είχε κοπελίτσες που πιάνουν κουβέντα και μέχρι να φύγουν θα έχουν κλείσει ραντεβού για να πάνε μαζί για ψώνια. Είχε πεσμένο σύστημα για 25 λεπτά και το ρεύμα να κάνει τα φώτα να αναβοσβήνουν. Και μέσα σε όλα είχε και τον σουρεαλιστικό τόνο που έδιναν τα πιτσιρίκια που τραγουδούσαν το Αρχιμηνιά κι Αρχιχρονιά – μας έπιασαν όλους τα γέλια.

Κάπως έτσι οι μέρες των γιορτών περνούν, με ταλαιπωρία δημόσια και μετρημένες ηδονές ιδιωτικές. Κάθομαι στο PC και δουλεύω. Στην άλλη άκρη του σαλονιού ο γιος μου έχει βάλει στο Wii το δώρο του Άγιου Βασίλη (όσο φέρνει δώρα υπάρχει, κι ας ξέρει ο παραλήπτης ποιος τα τοποθετεί κάτω από το δέντρο) και δείχνει στη μάνα του πώς κάνει τον Batman να νικάει τους εχθρούς του. Τους κοιτώ και αναλογίζομαι το 2012, μια χρονιά που μου φαίνεται παράξενο πως τελείωσε. Μια χρονιά σκληρή και σκοτεινή για όλους, με τις μελλοντικές προοπτικές σε ατομικό ή ομαδικό επίπεδο να δείχνουν ζοφερές (ναι, είναι κλισέ η λέξη αλλά ταιριάζει). Μετά σκέφτομαι ότι και το 2010 και το 2011 έτσι μαύρα και κακορίζικα ήταν όλα και ξαφνικά ένα γεγονός με κοιτάει κατάματα.

Είμαι καλύτερα απ’ ό,τι ήμουνα πέρυσι.

Δεν είμαι καλύτερα οικονομικά, αντίθετα. Δεν έχουν βελτιωθεί οι επαγγελματικές μου προοπτικές ούτε ξαφνικά έχω βρει τον τρόπο να πηγαίνω γυμναστήριο και να φροντίζω τον εαυτό μου όπως θα έπρεπε. Πολλές νύχτες ξυπνάω και δυσκολεύομαι να κοιμηθώ ξανά. Κα τελευταία είμαι αρκετά κυκλοθυμικός, πράγμα που με ενοχλεί βαθιά. Ωστόσο, είμαι καλύτερα.

Όταν άρχισε η κρίση, όταν έβλεπα αυτό το βουνό σκοταδιού να έρχεται κατά πάνω μας, είχε μαυρίσει η ψυχή μου. Όπως όλοι, έλεγα κι εγώ πότε θα τελειώσει και πότε θα τελειώσει. Σήμερα μπορώ να το πω με σιγουριά: ποτέ. Ίσως αυτή η κρίση να τελειώσει αρκετά σύντομα ώστε να δούμε το τέλος της, αλλά έτσι κι αλλιώς δεν θα ξαναγυρίσουμε στην ζωή που κάναμε, θα πρέπει να βρούμε άλλους τρόπους κι άλλους κώδικες για την ρημάδα την καθημερινότητα. Κι έπειτα, μήπως μετά δεν θα έρθει κάποια άλλη κρίση; Ίσως όχι τόσο μαζική, αλλά οπωσδήποτε το μέρα μπαίνει – μέρα βγαίνει του ενήλικα δεν κυλάει σα μήνας του μέλιτος σε εξωτικά νησιά, αλλά με υποχρεώσεις, σχεδιασμό, χαρές και λύπες αγαπημένων προσώπων, τρεχάματα.

Η ζωή δεν μπαίνει στο pause για να περιμένει να σταματήσει η κρίση.

Κι αυτό ισχύει για κάθε κρίση, είτε γενική είτε προσωπική. Το χώνεψα πια. Το έμαθα the hard way.

Οπότε, σηκώνεσαι όρθιος, τινάζεις την σκόνη από τα γεγονότα από πάνω σου
χαζεύεις τους πιο αγαπημένους σου ανθρώπους να συζητάνε με προσήλωση για το πώς ο Μπάτμαν νικάει τους εχθρούς του
και νιώθεις χαρά. Καθαρή και ξάστερη χαρά επειδή βρίσκεις αφορμές για χαμόγελα και αγκαλιές μέσα στην κρίση.

Αυτό που μας τρώει όλους είναι η αγωνία για το αύριο. Ναι, είναι τρομακτικό και όπως δείχνουν τα πράγματα έως και επικίνδυνο. Πρέπει να προετοιμάζεσαι να ανταπεξέλθεις όσο καλύτερα μπορείς. Άλλο η προετοιμασία όμως άλλο να δηλητηριάζεται το σήμερά σου από την αγωνία και το άγχος. Ναι, μας αξίζουν μέρες χωρίς σύννεφα στον ουρανό, αλλά τι να κάνεις στην τελική; Να σταματήσεις την ζωή σου μέχρι τότε; Όχι φυσικά!

Έτσι λοιπόν, εκ βάθους καρδίας, μας εύχομαι όλων αυτό που μας λείπει: ημέρες ασυννέφιαστες. Λιγότερη ανησυχία για το τι θα συμβεί. Ανεμελιά.

Αυτό ακριβώς και τίποτα άλλο: εύχομαι σύντομα να ζήσουμε μέρες ανέμελες.

Και του χρόνου με υγεία.

Ντρέπομαι

Τα καλοκαίρια είμαι «φοιτητής». Η οικογένεια μεταδημεί σε εξωτική κωμόπολη της Πελοποννήσου και εγώ πορεύομαι στη ζωή χωρίς γυναίκα, χωρίς παιδί, χωρίς αυτοκινήτο. Χωρίς λεφτά. Όλο το πακέτο του φοιτητή.

Όσο κι αν απολαμβάνω την ησυχία (αμαρτία εξομολογημένη δεν είναι αμαρτία), μου λείπουν. Μου λείπουν αφάνταστα. Η βδομάδα περνάει με το βλέμμα στην Παρασκευή και την υπέροχη στιγμή που θα τους ξανασφίξω στην αγκαλιά μου. Τους λαχταράω, τι να κάνουμε.

Για να πάω κοντά τους όμως πρέπει να μπω σε ΚΤΕΛ. Και, πέρα από τις σουρρεαλιστικές εμπειρίες που είχα τα τελευταία χρόνια, όχι μία και δύο φορές, το θέμα μου σήμερα είναι ότι από το πρωί γίνεται όλο και πιο πιθανό να βρεθώ εντός του ΚΤΕΛ σε κομμένο δρόμο στο ύψος της Χαλυβουργίας. Βλέπετε, μετά από μήνες απεργίας, αλλά λιγότερο από μία εβδομάδα πριν έρθουν οι ελεγκτές της Τρόϊκα, ο εισαγγελέας (με απ’ ευθείας πρωθυπουργική παρέμβαση όπως ακούγεται με θράσος) αποφάσισε – κάτι. Δεν κατάλαβα τι ακριβώς αποφάσισε, καθώς κανείς δε μιλά για λήξη της απεργίας, αλλά μάλλον αποφάσισε να πάνε κόσμο να δουλέψει συνοδεία αστυνομικών δυνάμεων.

Οι εργαζόμενοι εκεί απεργούν εδώ και μήνες πολλούς. Τα ΜΜΕ έχουν επιλέξει να κρατήσουν αυτή την απεργία στο σκοτάδι, να την υποβαθμίσουν, να την ανακατέψουν στο γνωστό μπλέντερ που κάνει αχταρμά Φωτόπουλους, ΠΑΜίτες, Κασιαδάρηδες και δεν συμμαζεύεται, με τους απλούς εργαζόμενους. Τελικός σκοπός άλλωστε είναι η απαγόρευση των απεργιών (δεδομένο). Κι είναι συγκλονιστικό ότι οι εργαζόμενοι στη Χαλυβουργία συνεχίζουν. Είτε συμφωνείς με τον αγώνα και τις θέσεις τους είτε όχι θα ήταν πολύ φτηνό να υποβαθμίσεις την σημασία των αντοχών τους.

Ε, κι εγώ από το πρωί αδιαφορώ για αυτό. Καίγομαι μόνο για το αν θα φτάσω κοντά στους ανθρώπους μου. Ντρέπομαι που το λέω, αυτοί οι άνθρωποι παλεύουν για τη δουλειά τους και τις συνθήκες στις οποίες θα την κάνουν, κι εγώ καίγομαι να φτάσω. Αν περάσουμε χωρίς προβλήματα, θα νιώθω πως είμαι ο πιο ανακουφισμένος άνθρωπος στον πλανήτη.

Και την ίδια στιγμή που το σκέφτομαι, ντρέπομαι για αυτό. Ντρέπομαι γιατί, ακόμα και σε τέτοιες στιγμές, ακόμα και σε τόσο απλά θέματα, ακόμα και άνθρωποι που έχουν τις καλύτερες των προθέσεων απέναντι στους απεργούς (όπως εγώ καλή ώρα), σκέφτομαι με τις δικές μου προτεραιότητες.

Ντρέπομαι, το λέω. Αλλά συνεχίζω να λαχταράω να πάω κοντά τους. Συνεχίζει να κυριαρχεί στη σκέψη μου.

Σκατά.

Σε άλλες εποχές

Οι ειδήσεις περνάνε σαν βιαστικά φορτηγά. Αν ήταν άλλοι χρόνοι, θα έγραφα ολόκληρο σεντόνι για την Ελευθεροτυπία. Ναι, γιατί κι άλλες εταιρείες κλείσανε, κι άλλοι εργαζόμενοι έχουν μείνει απλήρωτοι, γύρω μας σωρός οι εξίσου τραγικές ιστορίες, Ελευθεροτυπία όμως δεν είναι καμιά τους. Θυμάμαι με τόση νοσταλγία το ΄96 – ΄97 να κατεβάζω fonts στην Αγγλία για να μπορώ να την διαβάζω on line. Άλλες εποχές πραγματικά. Και για τον Σόκρατες θα έγραφα ένα ποστ, καθώς σπανίζουν οι ιδεολόγοι και όσοι από αυτούς πεθαίνουν μας λείπουν. Και για την απεργία στην Χαλυβουργική – πόσες εβδομάδες πάει πια; πόσο περισσότερο χρόνο ειδήσεων έχει φάει ο γέροντας (sic) Εφραίμ;

Οπωσδήποτε θα είχα γράψει για το Εθνικό Θέατρο. Που, εν μέσω κρίσης, έριξε τις τιμές των εισιτηρίων του και είδε τα έσοδα από εισιτήρια να αυξάνονται κατά 6%. Ναι, φωστήρες του Οικονομικών, ίσως τα έσοδα από φόρους να ήταν μεγαλύτερα αν οι φόροι ήταν μικρότεροι. Ίσως, ω μαθητευόμενοι μάγοι, η τιμή να επηρεάζει την ζήτηση (Οικονομικά Ι, α’ εξάμηνο). Δείτε τι γίνεται με τις καταθέσεις πινακίδων στις εφορίες και συγκρίνετε με την τιμολογιακή πολιτική που επέλεξε ο Χουβαρδάς κι η παρέα του (και μπράβο στους τελευταίους).

Αν ήταν άλλες εποχές, θα συνέχιζα να ενημερώνω το blog με τα μικρά, προσωπικά, καθημερινά γεγονότα μου. Θα είχα σίγουρα γράψει ας πούμε ότι εδώ και ένα μήνα (από τις 26 Νοεμβρίου συγκεκριμένα) η οικογένειά μας περιλαμβάνει μια παιχνιδιάρα σκυλίτσα, ένα γλυκύτατο σίφουνα με απωθημένο το μάσημα παπουτσιών, που ο πιτσιρικάς μας την βάφτισε Κούκι μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου. Θα είχα γράψει για το πώς πάει ο γιος μου στο σχολείο και το τι γίνεται στο γραφείο. Κι εσείς θα είχατε γράψει κάτι αντίστοιχο στα δικά σας blog. Σε φυσιολογικές συνθήκες θα κράζαμε τους πολιτικούς και τα τηλε-σελέμπριτι που ζουν στην κοσμάρα τους, και θα κουνάγαμε με αγανάκτηση το κεφάλι για την ανοησία που δέρνει το μέσο ψηφοφόρο (κάποιον όχι ριζικά διαφορετικό από εμάς). Ειδικά τέτοιες εποχές του έτους θα μιλάγαμε για ανασκοπήσεις της χρονιάς που φεύγει, σχέδια για τη νέα που έρχεται, για αναμνήσεις γιορτών και συγκινητικές επισκέψεις των σκιών των κεκοιμημένων. Αλλά και για συνταγές, για κρασιά που δοκιμάσαμε, για θεάματα που είδαμε και εστιατόρια που επισκεφτήκαμε. Μπορεί να περιγράφαμε προσωπικά προβλήματα, μπορεί να βγάζαμε κραυγές και αγωνίες και όλοι μαζί θα γράφαμε μια καλή κουβέντα στα σχόλια. Όλοι όμως, ακόμα και στα χειρότερα, θα ελπίζαμε στον ερχομό μιας καλύτερης μέρας.

Να όμως που ζούμε αυτές τις εποχές και όχι τις άλλες. Και φοβάμαι μήπως λίγες μέρες πριν την Πρωτοχρονιά του ’13 λέμε ότι το ’12 ήταν χειρότερο από το ’11.

Νιώθω μια σκιά πάνω από όλους μας. Γκρίζες γιορτές οι φετινές και μαγκωμένες. Μιλάς με ανθρώπους, εύχεσαι, ρωτάς τι κάνεις κι οι απαντήσεις είναι τσαλακωμένες. Είναι κουμπωμένες σαν προπέρσινο παλτό σε βοριαδάκι. Κανείς μας δεν περιμένει κάτι καλό – κι αυτό είναι το πιο άσχημο. Αυτή η έλλειψη ελπίδας είναι που μου ανακατεύει το στομάχι. Έχω μια εικόνα στο μυαλό μου κι είναι πολύ δυσάρεστη: είναι νύχτα, είναι στην εθνική κι ένας λαγός στέκεται στη μέση του δρόμου κοιτάζοντας τα φώτα από το φορτηγό που έρχεται κατά πάνω του. Προλαβαίνει να κινηθεί και να γλυτώσει, αλλά έχει τρομάξει τόσο με αυτά που του επιφυλάσσει η μοίρα που κερώνει. Και στέκεται.

Έτσι μοιάζουμε. Παραδομένοι στην έλλειψη προοπτικής. Δεν το παραδεχόμαστε, γιατί έχουμε στο μυαλό μας ότι είμαστε αγωνιστές κι έχουμε θεληματικά πηγούνια (και γκρίζους κροτάφους) κι όλα αυτά τα ωραία. Αλλά έχουμε παγώσει και δεν αντιδρούμε – όπως θα έπρεπε. Κι αυτό είναι χειρότερο από όλα όσα έχουν συμβεί. Η παραίτηση μας από το δικό μας αύριο είναι το χειρότερο από όλα όσα έχουν συμβεί.

Δεν θέλω όμως να μας μαυρίσω κι άλλο την ψυχή. Σε άλλες εποχές θα άφηνα την πικρίλα που έχω στο στόμα να βγει στο πληκτρολόγιο, θα ανακουφιζόμουνα και θα τελείωνε εκεί. Τώρα όμως χρειαζόμαστε το δια ταύτα. Δεν έχει σημασία πώς φτάσαμε εδώ, δεν έχει σημασία πού κάναμε λάθος (?) επιλογές, ποια στροφή έπρεπε να πάρουμε αλλιώς. Κουβαλάμε τις ιστορίες μας φυσικά και με βάση αυτές θα πορευτούμε. Θα μπορούσαμε να ήμασταν αλλού, να κάνουμε άλλα πράγματα, αλλά κάποτε διαλέξαμε αυτό που μας συνθέτει τώρα και με αυτό σαν υλικό πρέπει να δουλέψουμε για το μέλλον μας. Είναι επιτακτική ανάγκη να σταματήσουμε την βοή των τηλεοράσεων και την φασαρία του δρόμου. Χρειαζόμαστε ησυχία για να ακούσουμε τον ίδιο μας τον εαυτό, να ανοίξουμε κάθε κρύπτη του μυαλού και να καταλήξουμε πού θέλουμε να πάμε. Να σκάψουμε σε βάθος, να κρατήσουμε μόνο τις δικές μας επιθυμίες. Να στήσουμε στόχους με θεμέλια αυτές. Γιατί, στην τελική, έχουμε μία και μοναδική ευκαιρία να ζήσουμε την δική μας ζωή. We are a work in progress κι αυτό δεν ήταν τόσο επώδυνα αληθινό σε άλλες εποχές.

Ανασκοπήσεις τέλος λοιπόν. Στο μυαλό μας μόνο το μέλλον πρέπει να είναι, όλα τα άλλα είναι χάσιμο χρόνου. Σήμερα θέλω να μοιραστώ μαζί σας το παρακάτω απόσπασμα, όσο σχετικό και άσχετο κι αν είναι. Έχει κολλήσει στο μυαλό μου από τότε που το είδα. When a man walks into a room…

 

Εύχομαι σε όλους μας να βρούμε τον βηματισμό που χρειαζόμαστε άμεσα. Και του χρόνου τέτοιες μέρες να γράφουμε ποστ γεμάτα ελπίδα. Όπως θα έπρεπε, σε κάθε εποχή.

Χρόνια καλά!

Όλα όσα δεν σου έχω γράψει

Η ακόλουθη συζήτηση ξεκινά με διακριτικά πονηρό, κολακευμένο χαμόγελο.

– Ξέρεις, μπήκα στο Μπαμπάκη.
– Εσύ;
– Ναι.
– Πότε;
– Τη μέρα πριν από χθες. Ήθελα να παίξω zoomumba αλλά μπήκα εκεί. Η μαμά μου είπε τι είναι.
– Ωραία. Το είδες όλο;
– Όχι, λίγο στην αρχή. Αφού ήθελα να παίξω zoomumba σου είπα.
– Σωστά.
– Τι γράφεις εκεί;
– Πράγματα που θέλω να θυμάμαι μετά από καιρό. Που θέλω να θυμόμαστε και μαζί.
– Θα τα διαβάσω;
– Όποτε θέλεις. Για σένα είναι εκεί.
– Ωραία. Τώρα παίζουμε σούπερ-ήρωες;

Ο «νονός» του blog με έχει πάρει χαμπάρι και έχει ενθουσιαστεί που υπάρχει κάτι τέτοιο στο ίντερνετ – έστω κι αν το ίντερνετ έχει μια πολύ ασαφή μορφή στο κεφαλάκι του. Ξέρει ότι είναι εκεί, δεν βιάζεται, και ξέρει πως όταν έχει μάθει καλύτερα να διαβάζει θα μπορέσει να βουτήξει ανεμπόδιστος. Είναι δικό του, ένα σεντούκι αναμνήσεων που από την αρχή ως το τέλος μοιάζει με φωτογραφικό άλμπουμ που του ετοιμάζω.

Το βρίσκω λίγο άβολο και ταυτόχρονα συναρπαστικό όλο αυτό. Με κάνει να ντρέπομαι. Κι επιπλέον, μου υπενθυμίζει ότι μένω διαρκώς πίσω σε όσα καταγράφω. Και δεν είναι τόσο ότι χάνω μικρές, πολύτιμες στιγμές όσο ότι δεν καταφέρνω, δεν αντέχω, δεν αρκώ για να σου γράψω πόσο πελώρια κι εξαίσια αγωνία είναι το να μεγαλώνεις ανθρωπάκι.

Δεν σου έχω γράψει για τις αμφιβολίες. Για τον αυτοσχεδιασμό. Για το πόσο άσχετος νιώθω και πόσο ψάχνομαι για κάθε απόφαση σχετική με σένα, μετά από τόσα υπέροχα χρόνια που σε έχω στη ζωή μου. Για το πόσο δεν ξέρω πού πάνε τα τέσσερα τελικά, την ώρα που προσπαθώ να φαίνομαι σαν (παριστάνω ότι είμαι) ένα από τα δύο ακλόνητα σημεία αναφοράς στη ζωή σου.

Δεν ξέρω τι κάνω. Δεν ξέρω αν είμαι σωστός γονιός, αν σε βοηθάω να βρεις την ευτυχία μεγαλώνοντας. Ξέρω, εκ του αποτελέσματος, ότι είσαι ένα καταπληκτικό οκτάχρονο, απόλαυση ακόμα και για ανθρώπους που δεν είναι περίπου ερωτευμένοι μαζί σου (σε αντίθεση με εμένα, που ψυχοπαραδίδω σε κάθε σου χαμόγελο). Ειλικρινά απορώ για αυτό. Και κάθε μέρα ψάχνω να βρω ξανά από την αρχή αυτή τη γαμημένη ισορροπία ανάμεσα στο «θέλω να σε κακομάθω κάθε μία από τις ελάχιστες μέρες των ελάχιστων χρόνων που θα είμαστε παρέα» και στο «για το καλό σου, πρέπει να σε μάθω δυο – τρία βασικά πράγματα για την ζωή, έτσι που όταν καταλάβεις πόσο πουτάνα κρεατομηχανή είναι να μπορείς να το αντέξεις.» Τα καταφέρνω; Δεν ξέρω. Δεν μπορώ να προβλέψω. Μπορώ μόνο να συνεχίσω όπως καταλαβαίνω.

Δεν σου έχω περιγράψει ποτέ πόσο αγχωμένος είμαι για το μέλλον. Για τα βράδια που δεν έχω κοιμηθεί υπολογίζοντας τι μπορώ και τι πρέπει να κάνω. Για την καλή μου που με νιώθει πλάϊ της να στριφογυρνάω και με χαϊδεύει μέσα στον ύπνο της λέγοντάς μου έτσι «είμαι κι εγώ εδώ, είμαι κι εγώ εδώ». Για το πώς φαίνεται στο σκοτάδι το ταβάνι του υπνοδωματίου όταν έχεις εμπιστοσύνη μόνο σε λίγους, δικούς σου ανθρώπους και σε τίποτα άλλο.

Δεν σου έχω πει πόσο με πανικοβάλουν νέα φίλων και γνωστών για ασθένειες, νοσοκομεία. Κηδείες. Αναρωτιέμαι: αυτά τα παλληκαράκια, αυτές οι αστραφτερές κούκλες, πότε άρχισε να φαίνεται ότι είχαν δυσκολίες; Πόσο χρόνο είχαν οι άνθρωποι να αντιδράσουν πριν τους διεκδικήσει ο Μακελλάρης; Πόσες φρικτές εκπλήξεις κρύβει το μέλλον και για ποιους;

Και μετά αναστενάζω, γιατί έχουμε και τα οικονομικά. Έχουμε όλη αυτή τη βίαιη μεταμόρφωση, όχι μόνο της χώρας αλλά ολόκληρης της δυτικής κοινωνίας. Δεν έχουμε ιδέα σε τι κόσμο θα ζήσουν τα παιδιά μας, το ξέρεις; Εδώ μέτρα εξαγγέλονται την Κυριακή κι αλλάζουν μέχρι την Τετάρτη, σιγά μην ξέρουμε πού πηγαίνουμε. Ακόμα κι όλα καλά να εξελιχθούν, δεν ξέρω για τι να σε προετοιμάσω – εκτός από την κινητικότητα.

(Σιγά μην εξελιχθούν καλά βέβαια. Προχωράμε ραγδαία στη φάση που για τους περισσότερους Έλληνες δεν θα έχει διαφορά αν η χώρα χρεοκοπήσει ή όχι – κι αυτό με παγώνει.)

Κι έχουμε φυσικά να τρώγομαι με το τι θα κάνω με την (γαμώ τις λέξεις σου!) καριέρα μου. Και δεν σου έχω πει πως είμαι έτοιμος και ψάχνω να θυσιάσω από τον χρόνο που ζω μαζί σου για να διασφαλίσω κάτι, έστω λίγο, από την ποιότητα ζωής μας. Για το πόσο ασφυκτικά είναι όλα αυτά που συμβαίνουν. Για το πόσο με τρομάζει το μέλλον κάθε φορά που επιβεβαιώνεται η σιχαμένη ακρίβεια με την οποία είχα προβλέψει τους μήνες που ερχόντουσαν. Εδώ και καιρό, από τα τέλη του ’08, πολύ περισσότερο από το Μάρτη του ’10, όταν φίλοι αγαπημένοι μου έλεγαν «Μην το αφήνεις να σε παίρνει τόσο από κάτω». Σφίγγεται το στομάχι μου κάθε φορά που σκέφτομαι πόσο πρέπει να αλλάξω την ζωή μας ολόκληρη για να αντέξουμε όλες αυτές τις «σωτηρίες» που μας ετοιμάζουν.

Δεν θέλω όμως να σου τα πω όλα αυτά. Άλλα θέλω να σου πω. Θέλω να σου πω ότι μου χαρίσες την ευχή Καλό Καλοκαίρι έτσι που να αξίζει. Θέλω να σου πω ότι καμαρώνω τα καλά σου και χαίρομαι τα ελαττώματά σου, γιατί κι αυτά μαθαίνεις να τα κουμαντάρεις. Θέλω να σου πω ότι μ’ αρέσει πού φέρεσαι αντρίκια, που πατάς πάνω στα πόδια σου ξέροντας τι θέλεις και πώς να είσαι καθαρός με τους γύρω σου. Θέλω να σου πω ότι θα κάνω ό,τι μπορώ για να είμαι δίπλα σου κι όχι μπροστά σου, για να μην παίρνω εγώ αποφάσεις για σένα. Όχι αφού έχει περάσει η ώρα μου τουλάχιστον. Θέλω να σου πω ότι όσα κι αν φυλάξω από την παιδική σου ηλικία, πάλι λίγα θα είναι για να αποδεικνύουν το θαυμάσιο φως που φέρνεις μέσα στο σπίτι μας. Θέλω να σου πω ότι στο μυαλό μου η λέξη ευτυχία είναι συγκεκριμένη, είναι απόγευμα καλοκαιρινό, είναι στη θάλασσα, κι είναι παιχνίδι με σένα και τη μάνα σου – και την χρωστάω αυτή την λέξη να την επιστρέψω και στους δυο σας, με τόκο, όπως πρέπει.

Θέλω τέλος να σου πω ότι δεν σε φοβάμαι. Εσένα, δεν σε φοβάμαι. Είσαι ήδη πιο δυνατός από πολλούς ανθρώπους που υποτίθεται ότι ενηλικιώθηκαν εδώ και δεκαετίες.

Θέλω να σου πω ότι όλη αυτή η ιστορία, όλο αυτό το παιχνίδι με το blog, όλη η ανάγκη μου για έκφραση, ξέσπασμα, επικοινωνία, δημιουργικότητα είναι ένας άλλος, κάπως φαντεζί, τρόπος να σου πω ότι Σ’ αγαπώ.

Ούτε και για αυτό ήξερα τον τρόπο. Τον ψάχνω όμως, όπως βλέπεις.

Φτωχαίνουμε

Πρώτα ο Παπάζογλου, μετά ο Σάντας, σήμερα αυτός.

Θα μου πεις, τι συγκρίνω. Θα σου πω ανθρώπους με ήθος. Έτσι κι αλλιώς, αυτοί μας λείπουν.

Άει στο διάολο όλα.