• Σελίδες

  • Φρέσκα κείμενα

  • Το μακρύ και το κοντό μας…

    mpampakis στο Αντί ημερολογίου, βουβή τ…
    εύη στο Αντί ημερολογίου, βουβή τ…
    mpampakis στο Λείπεις
    masterpcm στο Λείπεις
    mpampakis στο Λείπεις
    mpampakis στο Λείπεις
    Stavrula στο Λείπεις
    Snowball στο Λείπεις
    mpampakis στο Αντί ημερολογίου, βουβή τ…
    Stavrula στο Αντί ημερολογίου, βουβή τ…
  • a

  • Νοέμβριος 2017
    Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
    « Μάι.    
     12345
    6789101112
    13141516171819
    20212223242526
    27282930  
  • Στις ντουλάπες του αρχείου

  • Μεταστοιχεία

Χωρίς πάρτυ στη Βουλιαγμένη

lucky-luke

Πάρε μία δυνατή μοτοσυκλέτα
πάρε αν θες και το κορίτσι σου μαζί
κι όλα αυτά που σου τη σπάνε ξέχασέ τα
όσοι το `καναν δεν ήταν χαζοί

Είναι όμορφο να τρέχεις στα λιβάδια
κι από λόφους να περνάς τα δειλινά
ν’ αντικρίζεις πόλεις άγνωστες τα βράδια
και να μη σταματάς πουθενά

«Χαμηλή πτήση», Λουκιανός Κηλαηδόνης 1982

Μικρός είχα ένα καναρίνι που το φώναζα Λουκιανό. Αυτό, τίποτα άλλο.

Advertisements

Πειρατική ΕΡΤ

Θα βρείτε το live streaming της ΕΡΤ (από EBU) εδώ:

 http://www.ert-live.gr/?gclid=CNe9t4vQ47cCFavHtAodM1kAmQ

ΥΓ: Είμαι σίγουρος ότι με όλα αυτά, τελικά θα ανέβει η τηλεθέασή της!

Οι ευχές μου

Το τελευταίο πρωινό του 2012, η επίσκεψη στην ΔΟΥ τα είχε όλα. Είχε παππού που τάχα μου δεν κατάλαβε ότι υπήρχε ουρά και πάει κατ’ ευθείαν τσουπ! μπροστά στο γκισέ. Είχε θειά που θέλει να περάσει μπροστά γιατί είναι εγχειρισμένη και δεν ξέρει αν του χρόνου θα είναι εδώ και μήπως θέλουμε να γδυθεί να δούμε την ουλή για να πειστούμε («ΟΧΙ, ΟΧΙ!!! φώναξαν όλοι έντρομοι με μία φωνή.») Είχε τον κλασσικό 50άρη χοντρούλη που κάθε 5 δευτερόλεπτα αναστενάζει λέγοντας «ωχ!πανα’ίαμου». Είχε κοπελίτσες που πιάνουν κουβέντα και μέχρι να φύγουν θα έχουν κλείσει ραντεβού για να πάνε μαζί για ψώνια. Είχε πεσμένο σύστημα για 25 λεπτά και το ρεύμα να κάνει τα φώτα να αναβοσβήνουν. Και μέσα σε όλα είχε και τον σουρεαλιστικό τόνο που έδιναν τα πιτσιρίκια που τραγουδούσαν το Αρχιμηνιά κι Αρχιχρονιά – μας έπιασαν όλους τα γέλια.

Κάπως έτσι οι μέρες των γιορτών περνούν, με ταλαιπωρία δημόσια και μετρημένες ηδονές ιδιωτικές. Κάθομαι στο PC και δουλεύω. Στην άλλη άκρη του σαλονιού ο γιος μου έχει βάλει στο Wii το δώρο του Άγιου Βασίλη (όσο φέρνει δώρα υπάρχει, κι ας ξέρει ο παραλήπτης ποιος τα τοποθετεί κάτω από το δέντρο) και δείχνει στη μάνα του πώς κάνει τον Batman να νικάει τους εχθρούς του. Τους κοιτώ και αναλογίζομαι το 2012, μια χρονιά που μου φαίνεται παράξενο πως τελείωσε. Μια χρονιά σκληρή και σκοτεινή για όλους, με τις μελλοντικές προοπτικές σε ατομικό ή ομαδικό επίπεδο να δείχνουν ζοφερές (ναι, είναι κλισέ η λέξη αλλά ταιριάζει). Μετά σκέφτομαι ότι και το 2010 και το 2011 έτσι μαύρα και κακορίζικα ήταν όλα και ξαφνικά ένα γεγονός με κοιτάει κατάματα.

Είμαι καλύτερα απ’ ό,τι ήμουνα πέρυσι.

Δεν είμαι καλύτερα οικονομικά, αντίθετα. Δεν έχουν βελτιωθεί οι επαγγελματικές μου προοπτικές ούτε ξαφνικά έχω βρει τον τρόπο να πηγαίνω γυμναστήριο και να φροντίζω τον εαυτό μου όπως θα έπρεπε. Πολλές νύχτες ξυπνάω και δυσκολεύομαι να κοιμηθώ ξανά. Κα τελευταία είμαι αρκετά κυκλοθυμικός, πράγμα που με ενοχλεί βαθιά. Ωστόσο, είμαι καλύτερα.

Όταν άρχισε η κρίση, όταν έβλεπα αυτό το βουνό σκοταδιού να έρχεται κατά πάνω μας, είχε μαυρίσει η ψυχή μου. Όπως όλοι, έλεγα κι εγώ πότε θα τελειώσει και πότε θα τελειώσει. Σήμερα μπορώ να το πω με σιγουριά: ποτέ. Ίσως αυτή η κρίση να τελειώσει αρκετά σύντομα ώστε να δούμε το τέλος της, αλλά έτσι κι αλλιώς δεν θα ξαναγυρίσουμε στην ζωή που κάναμε, θα πρέπει να βρούμε άλλους τρόπους κι άλλους κώδικες για την ρημάδα την καθημερινότητα. Κι έπειτα, μήπως μετά δεν θα έρθει κάποια άλλη κρίση; Ίσως όχι τόσο μαζική, αλλά οπωσδήποτε το μέρα μπαίνει – μέρα βγαίνει του ενήλικα δεν κυλάει σα μήνας του μέλιτος σε εξωτικά νησιά, αλλά με υποχρεώσεις, σχεδιασμό, χαρές και λύπες αγαπημένων προσώπων, τρεχάματα.

Η ζωή δεν μπαίνει στο pause για να περιμένει να σταματήσει η κρίση.

Κι αυτό ισχύει για κάθε κρίση, είτε γενική είτε προσωπική. Το χώνεψα πια. Το έμαθα the hard way.

Οπότε, σηκώνεσαι όρθιος, τινάζεις την σκόνη από τα γεγονότα από πάνω σου
χαζεύεις τους πιο αγαπημένους σου ανθρώπους να συζητάνε με προσήλωση για το πώς ο Μπάτμαν νικάει τους εχθρούς του
και νιώθεις χαρά. Καθαρή και ξάστερη χαρά επειδή βρίσκεις αφορμές για χαμόγελα και αγκαλιές μέσα στην κρίση.

Αυτό που μας τρώει όλους είναι η αγωνία για το αύριο. Ναι, είναι τρομακτικό και όπως δείχνουν τα πράγματα έως και επικίνδυνο. Πρέπει να προετοιμάζεσαι να ανταπεξέλθεις όσο καλύτερα μπορείς. Άλλο η προετοιμασία όμως άλλο να δηλητηριάζεται το σήμερά σου από την αγωνία και το άγχος. Ναι, μας αξίζουν μέρες χωρίς σύννεφα στον ουρανό, αλλά τι να κάνεις στην τελική; Να σταματήσεις την ζωή σου μέχρι τότε; Όχι φυσικά!

Έτσι λοιπόν, εκ βάθους καρδίας, μας εύχομαι όλων αυτό που μας λείπει: ημέρες ασυννέφιαστες. Λιγότερη ανησυχία για το τι θα συμβεί. Ανεμελιά.

Αυτό ακριβώς και τίποτα άλλο: εύχομαι σύντομα να ζήσουμε μέρες ανέμελες.

Και του χρόνου με υγεία.

Ντρέπομαι

Τα καλοκαίρια είμαι «φοιτητής». Η οικογένεια μεταδημεί σε εξωτική κωμόπολη της Πελοποννήσου και εγώ πορεύομαι στη ζωή χωρίς γυναίκα, χωρίς παιδί, χωρίς αυτοκινήτο. Χωρίς λεφτά. Όλο το πακέτο του φοιτητή.

Όσο κι αν απολαμβάνω την ησυχία (αμαρτία εξομολογημένη δεν είναι αμαρτία), μου λείπουν. Μου λείπουν αφάνταστα. Η βδομάδα περνάει με το βλέμμα στην Παρασκευή και την υπέροχη στιγμή που θα τους ξανασφίξω στην αγκαλιά μου. Τους λαχταράω, τι να κάνουμε.

Για να πάω κοντά τους όμως πρέπει να μπω σε ΚΤΕΛ. Και, πέρα από τις σουρρεαλιστικές εμπειρίες που είχα τα τελευταία χρόνια, όχι μία και δύο φορές, το θέμα μου σήμερα είναι ότι από το πρωί γίνεται όλο και πιο πιθανό να βρεθώ εντός του ΚΤΕΛ σε κομμένο δρόμο στο ύψος της Χαλυβουργίας. Βλέπετε, μετά από μήνες απεργίας, αλλά λιγότερο από μία εβδομάδα πριν έρθουν οι ελεγκτές της Τρόϊκα, ο εισαγγελέας (με απ’ ευθείας πρωθυπουργική παρέμβαση όπως ακούγεται με θράσος) αποφάσισε – κάτι. Δεν κατάλαβα τι ακριβώς αποφάσισε, καθώς κανείς δε μιλά για λήξη της απεργίας, αλλά μάλλον αποφάσισε να πάνε κόσμο να δουλέψει συνοδεία αστυνομικών δυνάμεων.

Οι εργαζόμενοι εκεί απεργούν εδώ και μήνες πολλούς. Τα ΜΜΕ έχουν επιλέξει να κρατήσουν αυτή την απεργία στο σκοτάδι, να την υποβαθμίσουν, να την ανακατέψουν στο γνωστό μπλέντερ που κάνει αχταρμά Φωτόπουλους, ΠΑΜίτες, Κασιαδάρηδες και δεν συμμαζεύεται, με τους απλούς εργαζόμενους. Τελικός σκοπός άλλωστε είναι η απαγόρευση των απεργιών (δεδομένο). Κι είναι συγκλονιστικό ότι οι εργαζόμενοι στη Χαλυβουργία συνεχίζουν. Είτε συμφωνείς με τον αγώνα και τις θέσεις τους είτε όχι θα ήταν πολύ φτηνό να υποβαθμίσεις την σημασία των αντοχών τους.

Ε, κι εγώ από το πρωί αδιαφορώ για αυτό. Καίγομαι μόνο για το αν θα φτάσω κοντά στους ανθρώπους μου. Ντρέπομαι που το λέω, αυτοί οι άνθρωποι παλεύουν για τη δουλειά τους και τις συνθήκες στις οποίες θα την κάνουν, κι εγώ καίγομαι να φτάσω. Αν περάσουμε χωρίς προβλήματα, θα νιώθω πως είμαι ο πιο ανακουφισμένος άνθρωπος στον πλανήτη.

Και την ίδια στιγμή που το σκέφτομαι, ντρέπομαι για αυτό. Ντρέπομαι γιατί, ακόμα και σε τέτοιες στιγμές, ακόμα και σε τόσο απλά θέματα, ακόμα και άνθρωποι που έχουν τις καλύτερες των προθέσεων απέναντι στους απεργούς (όπως εγώ καλή ώρα), σκέφτομαι με τις δικές μου προτεραιότητες.

Ντρέπομαι, το λέω. Αλλά συνεχίζω να λαχταράω να πάω κοντά τους. Συνεχίζει να κυριαρχεί στη σκέψη μου.

Σκατά.

Σε άλλες εποχές

Οι ειδήσεις περνάνε σαν βιαστικά φορτηγά. Αν ήταν άλλοι χρόνοι, θα έγραφα ολόκληρο σεντόνι για την Ελευθεροτυπία. Ναι, γιατί κι άλλες εταιρείες κλείσανε, κι άλλοι εργαζόμενοι έχουν μείνει απλήρωτοι, γύρω μας σωρός οι εξίσου τραγικές ιστορίες, Ελευθεροτυπία όμως δεν είναι καμιά τους. Θυμάμαι με τόση νοσταλγία το ΄96 – ΄97 να κατεβάζω fonts στην Αγγλία για να μπορώ να την διαβάζω on line. Άλλες εποχές πραγματικά. Και για τον Σόκρατες θα έγραφα ένα ποστ, καθώς σπανίζουν οι ιδεολόγοι και όσοι από αυτούς πεθαίνουν μας λείπουν. Και για την απεργία στην Χαλυβουργική – πόσες εβδομάδες πάει πια; πόσο περισσότερο χρόνο ειδήσεων έχει φάει ο γέροντας (sic) Εφραίμ;

Οπωσδήποτε θα είχα γράψει για το Εθνικό Θέατρο. Που, εν μέσω κρίσης, έριξε τις τιμές των εισιτηρίων του και είδε τα έσοδα από εισιτήρια να αυξάνονται κατά 6%. Ναι, φωστήρες του Οικονομικών, ίσως τα έσοδα από φόρους να ήταν μεγαλύτερα αν οι φόροι ήταν μικρότεροι. Ίσως, ω μαθητευόμενοι μάγοι, η τιμή να επηρεάζει την ζήτηση (Οικονομικά Ι, α’ εξάμηνο). Δείτε τι γίνεται με τις καταθέσεις πινακίδων στις εφορίες και συγκρίνετε με την τιμολογιακή πολιτική που επέλεξε ο Χουβαρδάς κι η παρέα του (και μπράβο στους τελευταίους).

Αν ήταν άλλες εποχές, θα συνέχιζα να ενημερώνω το blog με τα μικρά, προσωπικά, καθημερινά γεγονότα μου. Θα είχα σίγουρα γράψει ας πούμε ότι εδώ και ένα μήνα (από τις 26 Νοεμβρίου συγκεκριμένα) η οικογένειά μας περιλαμβάνει μια παιχνιδιάρα σκυλίτσα, ένα γλυκύτατο σίφουνα με απωθημένο το μάσημα παπουτσιών, που ο πιτσιρικάς μας την βάφτισε Κούκι μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου. Θα είχα γράψει για το πώς πάει ο γιος μου στο σχολείο και το τι γίνεται στο γραφείο. Κι εσείς θα είχατε γράψει κάτι αντίστοιχο στα δικά σας blog. Σε φυσιολογικές συνθήκες θα κράζαμε τους πολιτικούς και τα τηλε-σελέμπριτι που ζουν στην κοσμάρα τους, και θα κουνάγαμε με αγανάκτηση το κεφάλι για την ανοησία που δέρνει το μέσο ψηφοφόρο (κάποιον όχι ριζικά διαφορετικό από εμάς). Ειδικά τέτοιες εποχές του έτους θα μιλάγαμε για ανασκοπήσεις της χρονιάς που φεύγει, σχέδια για τη νέα που έρχεται, για αναμνήσεις γιορτών και συγκινητικές επισκέψεις των σκιών των κεκοιμημένων. Αλλά και για συνταγές, για κρασιά που δοκιμάσαμε, για θεάματα που είδαμε και εστιατόρια που επισκεφτήκαμε. Μπορεί να περιγράφαμε προσωπικά προβλήματα, μπορεί να βγάζαμε κραυγές και αγωνίες και όλοι μαζί θα γράφαμε μια καλή κουβέντα στα σχόλια. Όλοι όμως, ακόμα και στα χειρότερα, θα ελπίζαμε στον ερχομό μιας καλύτερης μέρας.

Να όμως που ζούμε αυτές τις εποχές και όχι τις άλλες. Και φοβάμαι μήπως λίγες μέρες πριν την Πρωτοχρονιά του ’13 λέμε ότι το ’12 ήταν χειρότερο από το ’11.

Νιώθω μια σκιά πάνω από όλους μας. Γκρίζες γιορτές οι φετινές και μαγκωμένες. Μιλάς με ανθρώπους, εύχεσαι, ρωτάς τι κάνεις κι οι απαντήσεις είναι τσαλακωμένες. Είναι κουμπωμένες σαν προπέρσινο παλτό σε βοριαδάκι. Κανείς μας δεν περιμένει κάτι καλό – κι αυτό είναι το πιο άσχημο. Αυτή η έλλειψη ελπίδας είναι που μου ανακατεύει το στομάχι. Έχω μια εικόνα στο μυαλό μου κι είναι πολύ δυσάρεστη: είναι νύχτα, είναι στην εθνική κι ένας λαγός στέκεται στη μέση του δρόμου κοιτάζοντας τα φώτα από το φορτηγό που έρχεται κατά πάνω του. Προλαβαίνει να κινηθεί και να γλυτώσει, αλλά έχει τρομάξει τόσο με αυτά που του επιφυλάσσει η μοίρα που κερώνει. Και στέκεται.

Έτσι μοιάζουμε. Παραδομένοι στην έλλειψη προοπτικής. Δεν το παραδεχόμαστε, γιατί έχουμε στο μυαλό μας ότι είμαστε αγωνιστές κι έχουμε θεληματικά πηγούνια (και γκρίζους κροτάφους) κι όλα αυτά τα ωραία. Αλλά έχουμε παγώσει και δεν αντιδρούμε – όπως θα έπρεπε. Κι αυτό είναι χειρότερο από όλα όσα έχουν συμβεί. Η παραίτηση μας από το δικό μας αύριο είναι το χειρότερο από όλα όσα έχουν συμβεί.

Δεν θέλω όμως να μας μαυρίσω κι άλλο την ψυχή. Σε άλλες εποχές θα άφηνα την πικρίλα που έχω στο στόμα να βγει στο πληκτρολόγιο, θα ανακουφιζόμουνα και θα τελείωνε εκεί. Τώρα όμως χρειαζόμαστε το δια ταύτα. Δεν έχει σημασία πώς φτάσαμε εδώ, δεν έχει σημασία πού κάναμε λάθος (?) επιλογές, ποια στροφή έπρεπε να πάρουμε αλλιώς. Κουβαλάμε τις ιστορίες μας φυσικά και με βάση αυτές θα πορευτούμε. Θα μπορούσαμε να ήμασταν αλλού, να κάνουμε άλλα πράγματα, αλλά κάποτε διαλέξαμε αυτό που μας συνθέτει τώρα και με αυτό σαν υλικό πρέπει να δουλέψουμε για το μέλλον μας. Είναι επιτακτική ανάγκη να σταματήσουμε την βοή των τηλεοράσεων και την φασαρία του δρόμου. Χρειαζόμαστε ησυχία για να ακούσουμε τον ίδιο μας τον εαυτό, να ανοίξουμε κάθε κρύπτη του μυαλού και να καταλήξουμε πού θέλουμε να πάμε. Να σκάψουμε σε βάθος, να κρατήσουμε μόνο τις δικές μας επιθυμίες. Να στήσουμε στόχους με θεμέλια αυτές. Γιατί, στην τελική, έχουμε μία και μοναδική ευκαιρία να ζήσουμε την δική μας ζωή. We are a work in progress κι αυτό δεν ήταν τόσο επώδυνα αληθινό σε άλλες εποχές.

Ανασκοπήσεις τέλος λοιπόν. Στο μυαλό μας μόνο το μέλλον πρέπει να είναι, όλα τα άλλα είναι χάσιμο χρόνου. Σήμερα θέλω να μοιραστώ μαζί σας το παρακάτω απόσπασμα, όσο σχετικό και άσχετο κι αν είναι. Έχει κολλήσει στο μυαλό μου από τότε που το είδα. When a man walks into a room…

 

Εύχομαι σε όλους μας να βρούμε τον βηματισμό που χρειαζόμαστε άμεσα. Και του χρόνου τέτοιες μέρες να γράφουμε ποστ γεμάτα ελπίδα. Όπως θα έπρεπε, σε κάθε εποχή.

Χρόνια καλά!

Όλα όσα δεν σου έχω γράψει

Η ακόλουθη συζήτηση ξεκινά με διακριτικά πονηρό, κολακευμένο χαμόγελο.

– Ξέρεις, μπήκα στο Μπαμπάκη.
– Εσύ;
– Ναι.
– Πότε;
– Τη μέρα πριν από χθες. Ήθελα να παίξω zoomumba αλλά μπήκα εκεί. Η μαμά μου είπε τι είναι.
– Ωραία. Το είδες όλο;
– Όχι, λίγο στην αρχή. Αφού ήθελα να παίξω zoomumba σου είπα.
– Σωστά.
– Τι γράφεις εκεί;
– Πράγματα που θέλω να θυμάμαι μετά από καιρό. Που θέλω να θυμόμαστε και μαζί.
– Θα τα διαβάσω;
– Όποτε θέλεις. Για σένα είναι εκεί.
– Ωραία. Τώρα παίζουμε σούπερ-ήρωες;

Ο «νονός» του blog με έχει πάρει χαμπάρι και έχει ενθουσιαστεί που υπάρχει κάτι τέτοιο στο ίντερνετ – έστω κι αν το ίντερνετ έχει μια πολύ ασαφή μορφή στο κεφαλάκι του. Ξέρει ότι είναι εκεί, δεν βιάζεται, και ξέρει πως όταν έχει μάθει καλύτερα να διαβάζει θα μπορέσει να βουτήξει ανεμπόδιστος. Είναι δικό του, ένα σεντούκι αναμνήσεων που από την αρχή ως το τέλος μοιάζει με φωτογραφικό άλμπουμ που του ετοιμάζω.

Το βρίσκω λίγο άβολο και ταυτόχρονα συναρπαστικό όλο αυτό. Με κάνει να ντρέπομαι. Κι επιπλέον, μου υπενθυμίζει ότι μένω διαρκώς πίσω σε όσα καταγράφω. Και δεν είναι τόσο ότι χάνω μικρές, πολύτιμες στιγμές όσο ότι δεν καταφέρνω, δεν αντέχω, δεν αρκώ για να σου γράψω πόσο πελώρια κι εξαίσια αγωνία είναι το να μεγαλώνεις ανθρωπάκι.

Δεν σου έχω γράψει για τις αμφιβολίες. Για τον αυτοσχεδιασμό. Για το πόσο άσχετος νιώθω και πόσο ψάχνομαι για κάθε απόφαση σχετική με σένα, μετά από τόσα υπέροχα χρόνια που σε έχω στη ζωή μου. Για το πόσο δεν ξέρω πού πάνε τα τέσσερα τελικά, την ώρα που προσπαθώ να φαίνομαι σαν (παριστάνω ότι είμαι) ένα από τα δύο ακλόνητα σημεία αναφοράς στη ζωή σου.

Δεν ξέρω τι κάνω. Δεν ξέρω αν είμαι σωστός γονιός, αν σε βοηθάω να βρεις την ευτυχία μεγαλώνοντας. Ξέρω, εκ του αποτελέσματος, ότι είσαι ένα καταπληκτικό οκτάχρονο, απόλαυση ακόμα και για ανθρώπους που δεν είναι περίπου ερωτευμένοι μαζί σου (σε αντίθεση με εμένα, που ψυχοπαραδίδω σε κάθε σου χαμόγελο). Ειλικρινά απορώ για αυτό. Και κάθε μέρα ψάχνω να βρω ξανά από την αρχή αυτή τη γαμημένη ισορροπία ανάμεσα στο «θέλω να σε κακομάθω κάθε μία από τις ελάχιστες μέρες των ελάχιστων χρόνων που θα είμαστε παρέα» και στο «για το καλό σου, πρέπει να σε μάθω δυο – τρία βασικά πράγματα για την ζωή, έτσι που όταν καταλάβεις πόσο πουτάνα κρεατομηχανή είναι να μπορείς να το αντέξεις.» Τα καταφέρνω; Δεν ξέρω. Δεν μπορώ να προβλέψω. Μπορώ μόνο να συνεχίσω όπως καταλαβαίνω.

Δεν σου έχω περιγράψει ποτέ πόσο αγχωμένος είμαι για το μέλλον. Για τα βράδια που δεν έχω κοιμηθεί υπολογίζοντας τι μπορώ και τι πρέπει να κάνω. Για την καλή μου που με νιώθει πλάϊ της να στριφογυρνάω και με χαϊδεύει μέσα στον ύπνο της λέγοντάς μου έτσι «είμαι κι εγώ εδώ, είμαι κι εγώ εδώ». Για το πώς φαίνεται στο σκοτάδι το ταβάνι του υπνοδωματίου όταν έχεις εμπιστοσύνη μόνο σε λίγους, δικούς σου ανθρώπους και σε τίποτα άλλο.

Δεν σου έχω πει πόσο με πανικοβάλουν νέα φίλων και γνωστών για ασθένειες, νοσοκομεία. Κηδείες. Αναρωτιέμαι: αυτά τα παλληκαράκια, αυτές οι αστραφτερές κούκλες, πότε άρχισε να φαίνεται ότι είχαν δυσκολίες; Πόσο χρόνο είχαν οι άνθρωποι να αντιδράσουν πριν τους διεκδικήσει ο Μακελλάρης; Πόσες φρικτές εκπλήξεις κρύβει το μέλλον και για ποιους;

Και μετά αναστενάζω, γιατί έχουμε και τα οικονομικά. Έχουμε όλη αυτή τη βίαιη μεταμόρφωση, όχι μόνο της χώρας αλλά ολόκληρης της δυτικής κοινωνίας. Δεν έχουμε ιδέα σε τι κόσμο θα ζήσουν τα παιδιά μας, το ξέρεις; Εδώ μέτρα εξαγγέλονται την Κυριακή κι αλλάζουν μέχρι την Τετάρτη, σιγά μην ξέρουμε πού πηγαίνουμε. Ακόμα κι όλα καλά να εξελιχθούν, δεν ξέρω για τι να σε προετοιμάσω – εκτός από την κινητικότητα.

(Σιγά μην εξελιχθούν καλά βέβαια. Προχωράμε ραγδαία στη φάση που για τους περισσότερους Έλληνες δεν θα έχει διαφορά αν η χώρα χρεοκοπήσει ή όχι – κι αυτό με παγώνει.)

Κι έχουμε φυσικά να τρώγομαι με το τι θα κάνω με την (γαμώ τις λέξεις σου!) καριέρα μου. Και δεν σου έχω πει πως είμαι έτοιμος και ψάχνω να θυσιάσω από τον χρόνο που ζω μαζί σου για να διασφαλίσω κάτι, έστω λίγο, από την ποιότητα ζωής μας. Για το πόσο ασφυκτικά είναι όλα αυτά που συμβαίνουν. Για το πόσο με τρομάζει το μέλλον κάθε φορά που επιβεβαιώνεται η σιχαμένη ακρίβεια με την οποία είχα προβλέψει τους μήνες που ερχόντουσαν. Εδώ και καιρό, από τα τέλη του ’08, πολύ περισσότερο από το Μάρτη του ’10, όταν φίλοι αγαπημένοι μου έλεγαν «Μην το αφήνεις να σε παίρνει τόσο από κάτω». Σφίγγεται το στομάχι μου κάθε φορά που σκέφτομαι πόσο πρέπει να αλλάξω την ζωή μας ολόκληρη για να αντέξουμε όλες αυτές τις «σωτηρίες» που μας ετοιμάζουν.

Δεν θέλω όμως να σου τα πω όλα αυτά. Άλλα θέλω να σου πω. Θέλω να σου πω ότι μου χαρίσες την ευχή Καλό Καλοκαίρι έτσι που να αξίζει. Θέλω να σου πω ότι καμαρώνω τα καλά σου και χαίρομαι τα ελαττώματά σου, γιατί κι αυτά μαθαίνεις να τα κουμαντάρεις. Θέλω να σου πω ότι μ’ αρέσει πού φέρεσαι αντρίκια, που πατάς πάνω στα πόδια σου ξέροντας τι θέλεις και πώς να είσαι καθαρός με τους γύρω σου. Θέλω να σου πω ότι θα κάνω ό,τι μπορώ για να είμαι δίπλα σου κι όχι μπροστά σου, για να μην παίρνω εγώ αποφάσεις για σένα. Όχι αφού έχει περάσει η ώρα μου τουλάχιστον. Θέλω να σου πω ότι όσα κι αν φυλάξω από την παιδική σου ηλικία, πάλι λίγα θα είναι για να αποδεικνύουν το θαυμάσιο φως που φέρνεις μέσα στο σπίτι μας. Θέλω να σου πω ότι στο μυαλό μου η λέξη ευτυχία είναι συγκεκριμένη, είναι απόγευμα καλοκαιρινό, είναι στη θάλασσα, κι είναι παιχνίδι με σένα και τη μάνα σου – και την χρωστάω αυτή την λέξη να την επιστρέψω και στους δυο σας, με τόκο, όπως πρέπει.

Θέλω τέλος να σου πω ότι δεν σε φοβάμαι. Εσένα, δεν σε φοβάμαι. Είσαι ήδη πιο δυνατός από πολλούς ανθρώπους που υποτίθεται ότι ενηλικιώθηκαν εδώ και δεκαετίες.

Θέλω να σου πω ότι όλη αυτή η ιστορία, όλο αυτό το παιχνίδι με το blog, όλη η ανάγκη μου για έκφραση, ξέσπασμα, επικοινωνία, δημιουργικότητα είναι ένας άλλος, κάπως φαντεζί, τρόπος να σου πω ότι Σ’ αγαπώ.

Ούτε και για αυτό ήξερα τον τρόπο. Τον ψάχνω όμως, όπως βλέπεις.

Φτωχαίνουμε

Πρώτα ο Παπάζογλου, μετά ο Σάντας, σήμερα αυτός.

Θα μου πεις, τι συγκρίνω. Θα σου πω ανθρώπους με ήθος. Έτσι κι αλλιώς, αυτοί μας λείπουν.

Άει στο διάολο όλα.