Αντί ημερολογίου, βουβή ταινία

Ετούτο δω το blog το ξεκίνησα σε εποχές όμορφης αφέλειας. Όταν ακόμα και η ηλικία και οι συνθήκες στον κόσμο μου δίναν την ψευδαίσθηση ότι μπορώ να κάνω τα πάντα, ότι, με εξαίρεση τα θέματα υγείας, όλα τα άλλα είμαι σε θέση να τα αλλάξω. Και στην αρχή το χρησιμοποιούσα πραγματικά σαν ημερολόγιο, σε εκείνα τα λαμπερά χρόνια (Που ήταν όμως πράγματι τόσο λαμπερά; Ή μήπως, με το τωρινό βλέμμα μου, φαίνονται έτσι επειδή αυτά που ζούμε είναι σκοτεινότερα). Όχι μόνο εγώ, όλοι όσοι ασχοληθήκαμε με το σπορ εκεί στα 2006 – 2007: γράφαμε τι κάναμε το Σαββατοκύριακο, τι αφορμές οδηγήσαν σε ποιες σκέψεις, τι σχέδια είχαμε. Και κάπως έτσι γνωρίσαμε ανθρώπους που γίνανε δικοί μας.

Αραχνιάζουν τα παλιά μας στέκια. Ξέρετε τι έγινε μετά: μπουκάρανε στον χώρο οι δημοσιογράφοι, τα τρολλς πολλαπλασιάστηκαν και τα νέα σόσιαλ μύδια απλώθηκαν όπου βρήκαν. Η λέξη που προφανώς έρχεται στο νου είναι «facebook» αλλά να έχετε στο μυαλό σας ότι τα πιτσιρίκια δεν κάνουν λογαριασμούς εκεί μα στο instagram. Τέλος πάντων, τα blogs μοιάζουν με παλιές εμπορικές στοές στο κέντρο της πόλης, που κάποτε έσφυζαν από ζωή και σχόλια και τώρα κάθονται σκονισμένα και βουβά.

Αντί να ενημερώνουμε λοιπόν τα παλιά μας ημερολόγια, ανεβάζουμε φωτογραφίες από συνταγές, μαζεύουμε likes και κάνουμε retweet σε ατάκες διασήμων. Αν με κάποιους γνωρίστηκες και στα υπόλοιπα μέσα, συνεχίζεις να μαθαίνεις για αυτούς. Είναι φορές όμως που κυκλοφορείς στα παλιά μέρη και αντικρίζεις μόνο σιωπές. Δεν ξέρεις όμως πού οφείλονται αυτές. Τι έγινε αυτός ο άνθρωπος; Βαρέθηκε; Άλλαξε στέκι; Απογοητεύτηκε; Έπαθε κάτι; Ή απλά απορροφήθηκε από μια καθημερινότητα που γίνεται όλο και πιο εχθρική;

Τι έκανα τους τελευταίους μήνες λοιπόν; Έχω αλλάξει αμάξι και χρειάστηκε να του αλλάξω και παμπρίζ. Έχω βάλει τον γιο μου σε προσπάθεια να πάρει πτυχία σε ξένες γλώσσες. Έχω χαζέψει με το πόσο όμορφη παραμένει η καλή μου, καθώς, γεμάτος δέος, αναρωτιέμαι τι έκανα για να αξίζω τέτοια υπέροχη γυναίκα. Έχω κρατήσει το χέρι του πιο αγαπημένου μου θείου στο νοσοκομείο, χωρίς εκείνος να με καταλαβαίνει και χωρίς να ξέρω αν θα είναι η τελευταία φορά που το κρατάω (κάτι που ακόμα δεν ξέρω). Έχω αγχωθεί, χωρίς λόγο, για την δουλειά. Έχω βγάλει πρόβλημα στο δεξί μου μάτι αλλά το παλεύω. Έχω ενθουσιαστεί με ταινίες και σειρές, καθώς και με κάποια φαγητά. Έχω πανηγυρίσει που κατάφερα μόνος μου να κάνω κάποιες γερές δουλειές υδραυλικού στο σπίτι, πρέπει όμως να περάσω στο πεδίο του ηλεκτρολόγου. Έχω απογοητευτεί από ανθρώπους αλλά έχω κάνει και μερικές υπέροχες οινοποσίες με φίλους αγαπημένους. Έχω παραβλέψει την «επέτειό» μου στο blog, την άφησα και πέρασε στο κούφιο, χωρίς να την θυμηθώ στην ώρα της. Έχω αναρωτηθεί πόσο χρήσιμο χρόνο έχω ακόμα, αν και δεν υπάρχει λόγος για τέτοια ερωτήματα. Έχω ξυπνήσει θέλοντας να απολαύσω τη μέρα μου κι άλλες φορές αυτό συνέβη, άλλες όχι, αλλά για καμία δεν έγραψα. Έχω μετατρέψει το ημερολόγιο σε μια βουβή ταινία, με σκηνές που πρόχειρα σώθηκαν από το πάτωμα της αίθουσας μοντάζ. Έχω αποσυρθεί χωρίς να το θέλω.

Έχω όμως;  Στ’ αλήθεια; Χρειάζομαι κοινό για να τηρώ ημερολόγιο; Σπρώχναμε ο ένας τον άλλον προς τα μπροστά τόσο πολύ και δεν το είχαμε καταλάβει; Ή απλά η μέση ηλικία είναι εδώ, με τις διαψεύσεις και τον κυνικό ρεαλισμό της, για να μας απομακρύνει κι άλλο από την πολύτιμη ανεμελιά.

Ποιος ξέρει; «Η απάντηση σύντομα στις οθόνες σας»…

Τα κουτιά των αναμνήσεων

Μόλις έπιασε το καλοκαίρι, έγινε μια εκκαθάριση στο δωμάτιο του πιτσιρικά. Μεγάλωσε πια και παιχνίδια που τον συντροφεύανε χρόνια, ακόμα και χωρίς να ασχολείται μαζί τους, έγιναν περιττά. Τα περισσότερα πήραν το δρόμο για μικρότερα παιδιά φίλων – λίγα και εκλεκτά μπήκαν σε μια κούτα που έπρεπε να ανέβει στο πατάρι. Κι έτσι, χωρίς να το περιμένω, κάναμε εκκαθάριση στο πατάρι. Και μέσα σε όσα βγήκαν (χριστουγεννιάτικο δέντρο, ένα φωτιστικό κουζίνας, κάποιες παλιές φλοκάτες κλπ) ήταν και δυο σάκοι με τα πράγματά μου από τη θητεία στο Ναυτικό, από το μακρινό ‘96: στολάρες με ασπιρίνες, ρούχα αγγαρείας, ακόμα κι ένα σημειωματάριο που είχα στην προπαίδευση στον Πόρο.

Αυτό το τελευταίο ήταν το πιο παράδοξο απ’ όλα. Το χρησιμοποιούσα σαν ένα μικρό ημερολόγιο αλλά και για να σκίζω σελίδες γράφω γράμματα στην καλή μου αλλά και σε φίλους – όχι πολλά, πόσες εβδομάδες άλλωστε ήμουνα εκεί. Παγιδευμένο, 20 χρόνια μετά, ήταν ένα γράμμα που είχα ξεκινήσει για τον φίλο μου τον Β. και δεν τέλειωσα ποτέ, τρέχα γύρευε γιατί. Τον προσφωνώ μάλιστα «αδελφό» και ξεκινώ να του μιλάω για την καθημερινότητα του στρατοπέδου, πώς περνάω, τι μου λείπει, τι περιμένω να κάνω μετά την ορκωμοσία. Όσα γράφει στους φίλους του οποιοδήποτε νεοσύλλεκτος.

Με τον Β., «αδελφό» πίσω στο 1996, δεν μιλιόμαστε πια. Στα χρόνια του fb φανερώθηκε ο φασίστας μέσα του και κόψαμε τελείως. Ο ίδιος δηλώνει φιλελεύθερος βέβαια και θα αντιδρούσε αν τον έλεγα φασίστα, αλλά οι απόψεις που διατυπώνει είναι ευθέως μισανθρωπικές. Δεν ξεκόψαμε σωστά, απλά πάψαμε να μιλάμε κάποτε. Με τρώει αυτό, ακόμα πιστεύω ότι οι φίλοι μας είναι λίγοι και πολύτιμοι και πρέπει να τους δίνουμε μια ευκαιρία, να τους κράζουμε για το πώς έγιναν, να μας στέλνουν κι αυτοί στον αγύριστο, να καθαρίζουμε ανοικτά, Αλλά τα πράγματα δεν διορθώνονται πάντα. Κι αυτό το παγιδευμένο, ημιτελές γράμμα, ενός άλλου εγώ μου σε έναν άλλον Β. κλειδωμένο μέσα σε ένα κουτί αναμνήσεων για 20 (!!!) χρόνια έχει καρφωθεί στο μυαλό μου εδώ και μέρες.

Είναι παράδοξα τα κουτιά των αναμνήσεών μας. Σαν να στέλνουμε στον εαυτό μας από το παρελθόν έναν χρυσό δίσκο του Βόγιατζερ – και μάλιστα είναι ακόμα πιο έντονο αυτό όταν βρίσκεις κομμάτια του εαυτού σου εκεί που δεν τα περιμένεις. Τι θα έλεγα στον εαυτό μου αν μπορούσα να τον συναντήσω 2 δεκαετίες πριν; Ή μία; Ή και παλιότερα (ας είμαστε ειλικρινείς, οι δεκαετίες προς τα πίσω αρχίζουν και πληθαίνουν!). Για τα λάθη που έρχονται; Για τις καταστροφές που μπορεί να αποτρέψει;

Παράξενο έτσι; Η πρώτη μου σκέψη δεν είναι τα καλά. Δεν θα ήταν να με διαβεβαιώσω για όσα θετικά θα έρθουν, για όσα θα πετύχω σε προσωπικό (και όχι μόνο) επίπεδο: για τα λάθη είναι. Και μάλιστα για τα χαζά, μικρά λάθη, για όσες πληγές μοίρασα σε ανθρώπους δικούς μου, για κινήσεις που χρόνια μετά με ακολουθούν με ντροπή. Τα μεγάλα λάθη είναι δικά μου και θα τα ξαναέκανα, οι ουλές που αφήνουν είναι ο χαρακτήρας που κερδίζουμε. Ελεύθερα τα επέλεξα, δεν θα τα πετάξω τώρα στα σκουπίδια. Τα μικρά θέλω να διορθώσω, αυτά που δηλητηριάζουν την καθημερινότητα.

Πολύ το βάρυνα – λογικό όμως δεν είναι όταν το παρελθόν, διαρκώς παρόν στην σκέψη μας, εισβάλει απροειδοποίητα; 20 χρόνια είναι πολλά και σαν ορόσημο σε κάνουν να αναπολείς, να αξιολογείς και να σιχτιρίζεις τον εαυτό σου. Αλλά και να χαίρεσαι για τις ομορφότερες στιγμές που σου χάρισε η διαδρομή. «Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε. / Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα, / ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν.»

Το γράμμα δεν είχα κουράγιο να το διαβάσω λέξη προς λέξη, αλλά το φύλαξα. Είναι μαζί με τις μπελαμάνες και τα μαντήλια ενός 25χρονου ναυτάρα, στο πατάρι. Όταν χρειαστεί να κάνουμε ξανά εκκαθάριση θα είναι εκεί, παρέα με τα μωρουδιακά παιχνίδια του γιου μου και τις κουβέρτες που έπλεξε η γιαγιά της καλής μου, σαν διαστημόπλοια που ταξιδεύουν στο αιώνιο κενό, να μου ψιθυρίσουν ασήμαντες λεπτομέρειες από την προσωπική μου διαδρομή. Αυτές τελικά που αν τις βάλεις στην σειρά σχηματίζουν τις Ζωές μας.

Κυριακή βράδυ κι έχει κρύο

Κυριακή βράδυ κι έχει κρύο κι ο Γιώργος, ο φίλος μου, είναι ήδη σε μια άλλη ήπειρο. Έχει πάει για μόνιμα και πέταξε σήμερα το πρωί, αφήνοντας την οικογένεια πίσω. Βάζοντας κάθε του ελπίδα σε ένα άλμα απελπισίας.

This sucks.

Δημιουργικότητα reloaded – πώς είπατε;

Τον τελευταίο καιρό πάω σε ένα σεμινάριο αναζωογόνησης της δημιουργικότητας. Δεν είναι στοχευμένο σε συγκεκριμένο μέσο ή σκοπό, απλά συγκεντρώνει ορισμένες απλές (αλλά όχι απλοϊκές!) τεχνικές για να ξυπνήσει κανείς την δημιουργικότητά του, σε ό,τι κι αν κάνει. Η αλήθεια είναι ότι έψαχνα για ένα reboot στον τρόπο που σκέφτομαι και λειτουργώ, όχι τόσο γιατί μου λείπει κάτι όσο γιατί με πήρε η μπάλα της καθημερινότητας και με κατατρώει.

Εδώ στο τελευταίο είναι και το πρόβλημα. Ανεξάρτητα από το πώς θα ξυπνήσεις τον δημιουργό μέσα σου, αυτά για τα οποία θα  μιλήσεις είναι όσα σε απασχολούν. Κι έχω μια μεγάλη στοίβα θέματα που με απασχολούν, πολλά όχι λίγα. Και κανένα τους, κα-νέ-να-τους, δεν είναι άξιο συζήτησης. Είναι ξενέρωτα και βαρετά, είναι το είδος των θεμάτων που αν κάποιος ξεκινήσει να κουβεντιάζει σε παρέα οι υπόλοιποι φεύγουν διακριτικά από το πηγαδάκι κι αποφεύγουν να τον ξανακαλέσουν. Δόσεις στην τράπεζα, ρυθμίσεις στην εφορία, αυθαιρεσίες του οθωμανικού νεοελληνικού κράτους προς αυτούς που τιμητικά και μόνο ονομάζει «πολίτες». Χρόνος και ενέργεια σπαταλημένες σε ουρές. Όλα αυτά δεν είναι καν αληθινά προβλήματα, είναι πράγματα που στον 16-χρονο εαυτό μου θα προκαλούσαν εμετό – και θα είχε απόλυτο δίκιο!

Η καφκική ατμόσφαιρα είναι πολύ ωραία σε μυθιστορήματα, αλλά εγώ την έχω σιχαθεί στις συναλλαγές μου. Ανακατεύομαι όταν συνειδητοποιώ πόσο αδύναμος, μηδαμινός κι ανυπεράσπιστος είμαι μπροστά σε αυτό που λέμε το σύστημα (λες και δεν είναι η συνισταμένη των δικών μας ενεργειών και επιδιώξεων, λες και είναι κάτι έξω από όλους μας). Τρομάζω όταν συγκρίνω τον θυμό και την αγανάκτησή μου με τα συναισθήματα που (μαντεύω) ότι θα νιώθουν συνάνθρωποί μου σε πολύ χειρότερη θέση. Πανικοβάλλομαι στην σκέψη των αληθινών προβλημάτων που περιμένουν πίσω απ΄την γωνία. Το βάθος της αβύσσου με ζαλίζει.

Δεν είναι λοιπόν ότι δεν έχω τι να γράψω. Δεν μου λείπει εφευρετικότητα για να αναπτύξω την ξενερωσιά μου. Είναι ότι δεν θέλω να γράφω για αυτές τις μαλακίες. Δεν θέλω καν να ασχολούμαι με αυτές.Είναι ότι τελικά, μαζεύεται το δηλητήριο και το μόνο που θες είναι να αρχίσεις τις κραυγές: Γαμιέστε, γαμιέστε όλοι!!!

ΥΓ: Επιτακτική ανάγκη: του χρόνου τέτοια μέρα να μην γράφω για τέτοιες σάχλες.

Έλλειψη…;

 69bf7b68b5dfdfa522b5d8921c548178

Κάποια εποχή, για λίγα χρόνια, τα κείμενα έβγαιναν αβίαστα από το πληκτρολόγιο. Κάθε μέρα έσκαγαν ιδέες και σταχυολογούσα τις καλύτερες, χωρίς οικονομία για το μέλλον, χωρίς αυτοσυγκράτηση. Δεν είναι όμως απλό το πράγμα: ακόμα και στα πιο αλλοπρόσαλλα, σουρεαλιστικά κείμενά μου, με κάποιον αφαιρετικό τρόπο παρουσίαζα τον εαυτό μου. Έτσι κάνουν όλοι, δεν μπορείς να ξεφύγεις από το ποιος είσαι, το περιγράψανε πειστικά άνθρωποι πολύ πιο έξυπνοι από εμένα. Εδώ είναι το θέμα: έτσι όπως νιώθω τώρα για μένα, δεν θέλω να με παρουσιάζω. Έχω ακόμα τόνους ολόκληρους δημιουργικότητας, τους νιώθω που κινούνται κάτω από την επίφαση μιας καθημερινότητας. Προτιμώ όμως να τους αφιερώνω σε κανάκεμα των ανθρώπων μου. Αν η ανάγκη για δημιουργία πηγάζει σε κάποιον βαθμό και από την όρεξη να εντυπωσιάσεις, εγώ πια θέλω να εντυπωσιάζω πολύ εστιασμένα, πολύ λίγους, πολύ αγαπημένους.

Έτσι, αυτό που μοιάζει να μου λείπει είναι η Έμπνευση, όμως έχω αρχίσει να αναρωτιέμαι: ισχύει αυτό; Έμπνευση για Γραφή – έρχεται μόνη της; Αν είναι δηλαδή για κάτι άλλο δημιουργικό, έρχονται ανεξάρτητα ή «τρώνε» η μία από την δημιουργία της άλλης; Αν θέλω να ζωγραφίσω δεν θα μπορώ να γράψω κι αν αποφασίσω να παίξω μουσική δεν θα μου έρχεται να μαγειρέψω; Και το παιχνίδι; Πού ταιριάζει το μοιρασμένο παιχνίδι; Πώς δουλεύει όλο αυτό το ρημάδι; Ναι, θέλω να γράψω ένα βιβλίο, αλλά στην τελική φαίνομαι σα να θέλω να το βρω έτοιμο και να το διορθώσω. Χμ. Δεν μ’ αρέσει αυτό το τελευταίο.

Ίσως βέβαια τα παραπάνω να είναι δικαιολογίες μέχρι να φύγει η τάπα που μου βουλώνει το μυαλό. Ίσως κι όχι. Ίσως στην τελική τούτο δω είναι ένα σημείωμα ναυαγού, πεταμένο σε μπουκάλι στο πέλαγος, που θα το διαβάσω κάποια στιγμή στο μέλλον και θα χαμογελάσω με κατανόηση. Ολόκληρο το blog βέβαια κάτι τέτοιο είναι στην τελική.

Σαν τα μούτρα μου

 aie48Gei4

Γκρινιάζω. Πάντα γκρίνιαζα, αλλά τελευταία δεν έχω υπομονή για τα μικρά εμπόδια. Στα μεγάλα τα καταφέρνω, τρομάρα μου, μέχρι αποδείξεως του εναντίου φυσικά, αλλά τα μικρά με ενοχλούνε και τα βρίσκω για αφορμή να γκαζώνω. Και μετά, γκρινιάζω. Στους ανθρώπους μου, στους πιο κοντινούς μου. Βγάζω κούραση γμτ, κι είναι πολύ νωρίς στη σαιζόν για κάτι τέτοιο. Κι όταν είμαι έτσι, δεν μου αρέσω, δεν μου αρέσω καθόλου.

Σκεφτόμουνα χθες, με τον επαναλαμβανόμενο αυτο-αναφορικό τρόπο των παραδοσιακών ιστολόγων, για το ζήτημα του πόσο συχνά (δεν) γράφω πια. Νομίζω έχει να κάνει με το πώς βλέπω τον εαυτό μου: όταν ξεκίνησε αυτό το παιχνίδι ήταν μια απάντηση στην ανάγκη για διέξοδο συναισθημάτων και σκέψεων, αλλά ήμουνα σε μια φάση ζωής που ακόμα είχα αισιοδοξία για το μέλλον και πίστη στις ικανότητές μου. Αυτά τα τελευταία έχουν εξατμιστεί τα τελευταία χρόνια, ναι, έχουν λιγοστέψει δραματικά. Κι όσο κι αν η λογική μου κραυγάζει ΠΟΣΟ ΜΑΛΑΚΑΣ ΕΙΣΑΙ ΠΟΥ ΝΟΜΙΖΕΙΣ ΟΤΙ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΠΕΡΙΣΤΡΕΦΕΤΑΙ ΓΥΡΩ ΣΟΥ, η στραβή διάθεση είναι στραβή διάθεση.

Προσπαθώ να πω το εξής: όταν άρχισα το blog κατά βάση παρουσίαζα σε τεύχη (aka posts) τον εαυτό μου. Τότε, μου άρεσα. Τώρα, δεν μου αρέσω. Κυρίως δεν μου αρέσουν οι σκέψεις που κάνω για το μέλλον. Κι από το να αποτυπώνω την κάθε ηλιθιότητα που αναβλύζει ανεξέλεγκτη στο κεφάλι μου, προτιμώ την σιωπή.

Αυτό όλο πρέπει να αλλάξει. Είμαι τυχερός άνθρωπος και την γνώση αυτή οφείλω να την φοράω σαν ασπίδα. Όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά για να μην καταντήσω σαν τα μούτρα μου.

Μπλοκάρισμα

Writer-s-block

Εις εαυτόν:

ΓΡΑΨΕ

ΚΑΤΙ

ΞΑΝΑ

ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ!!!