• Σελίδες

  • Φρέσκα κείμενα

  • Το μακρύ και το κοντό μας…

    mpampakis στη 49
    mpampakis στη 49
    mpampakis στη 49
    Snowball στη 49
    kaltsovrako στη 49
    Stavrula στη 49
    mpampakis στη Όταν έλειψαν η βουή και η…
    mpampakis στη Όταν έλειψαν η βουή και η…
    mpampakis στη Όταν έλειψαν η βουή και η…
    Νίκος Βαράκης στη Όταν έλειψαν η βουή και η…
  • a

  • Μαΐου 2021
    Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
     12
    3456789
    10111213141516
    17181920212223
    24252627282930
    31  
  • Στις ντουλάπες του αρχείου

  • Μεταστοιχεία

Επισκέψεις

Τα ξημερώματα με επισκέφτηκε ο Σ. Οι γιατροί είχαν κάνει λάθος τελικά κι ήταν ζωντανός. Ήταν αδυνατισμένος μα χαμογελαστός. Η αδελφή μου τον στήριζε να ανέβει τις σκάλες της εισόδου. Τους πήρα αγκαλιά και τους δύο να τους βοηθήσω να περάσουν μέσα, να καθίσουμε, να μιλήσουμε. Όλοι μας νιώθαμε μια γαλήνια χαρά.

Ξύπνησα και «πίεσα» τον εαυτό μου να θυμηθεί το πρωί την επίσκεψη, να μην την χάσω. Την κράτησα και μίλησα στην καλή μου για αυτήν. Με κοίταξε και ρώτησε Θυμάσαι ότι σήμερα θα ήταν τα γενέθλιά του; κι απάντησα Όχι.

Με μια γλυκιά απορία με άφησε αυτή η επίσκεψη και δεν ξέρω τι να κάνω με το πρωί μου για την διατηρήσω ανέπαφη.

49

– Δεν σου φαίνεται παράξενο που πλησιάζεις τα πενήντα; Εγώ νιώθω ότι μόλις τώρα κατάλαβα πώς πρέπει να ζήσω τη νιότη μου.

– Ναι! Είναι σαν την τελευταία μέρα σε μια ξένη χώρα. Έχεις μάθει, επιτέλους, πού θα βρεις καφέ, ποτά και μια καλή μπριζόλα. Και τότε έρχεται η ώρα να φύγεις. Και δεν πρόκειται να ξανάρθεις.

Άντριου Σων Γκρίερ, «Πλην»

Όταν έλειψαν η βουή και η μανία

Να πω ευθύς εξαρχής ότι είμαι από τους τυχερούς: η δουλειά μου είναι τέτοια που μπορεί να γίνει εύκολα από το σπίτι. Μάλιστα, διαπίστωσα τις τελευταίες εβδομάδες ότι μπορεί να γίνει πιο αποδοτικά και πιο δημιουργικά από όσο στο γραφείο. Κι επιπλέον, το σπίτι μου το αγαπώ (κι όταν λέω σπίτι εννοώ ξεκάθαρα την οικογένειά μου). Στην πραγματικότητα, ντρέπομαι λίγο, αλλά περνάω υπέροχα. Συγκρατημένα, αλλά υπέροχα. Και τι εννοώ συγκρατημένα: έχω μια υποκείμενη (χμμμ), σχεδόν υπαρξιακή αγωνία για τους ανθρώπους που χτυπά ο ιός και για το νοσοκομειακό προσωπικό που δίνει την συγκλονιστική μάχη δίπλα τους. Έχω κι έναν τρόμο απροσδιόριστο, που μοιάζει με σκοτεινό υπόγειο σε θρίλερ, εκεί όπου ξέρεις ότι κρύβεται βαθύ κακό, για το πώς θα είναι τα οικονομικά όλων μας σε έξι μήνες. Αν δεν υπήρχαν αυτά θα το έλεγα ανοιχτά: η καραντίνα μου πάει. Η καραντίνα μου έχει κάνει καλό. Και πάνω που την συνήθισα, θα μου λείψει.

Από το σπίτι ακούγεται στο βάθος η Μεσογείων. Ακόμα και Δεκαπενταύγουστο, ακούγεται σα μακρινό μουγκρητό ενός κτήνους από τσιμέντο και λαμαρίνα. Αυτές τις εβδομάδες, το βουητό απουσίαζε. Η πόλη ησύχασε. Τα κεφάλια μας ησύχασαν, τα μάτια μας, τα μέτωπά μας. Δουλεύουμε με άλλους ρυθμούς, ξυπνάγαμε με άλλους ρυθμούς, αγκαλιαζόμασταν με άλλους ρυθμούς. Ευχαριστιόμαστε το σπιτικό μας.

Θα μου λείψουν τα τρυφερά τηλεφωνήματα με φίλους («Είστε όλοι καλά;»). Θα μου λείψει η βαρύτητα που αποκτήσαν κάποιες τετριμμένες (?) ευχές: και του χρόνου με υγεία. Ο χρόνος για comforting, περιποιητική μαγειρική και η ευχέρεια να λύνεις προβλήματα στις ώρες και με τους ρυθμούς που σου πάνε. Θα μου λείψουν τα επιτραπέζια παιχνίδια με τον έφηβο, που έχει δείξει τρελή υπομονή στον εγκλεισμό (βοήθησαν βέβαια κάποιες αναβαθμίσεις συνδέσεων, κάτι νέα παιχνίδια στο PS4 κλπ). Θα μου λείψει η αυθόρμητη ευγνωμοσύνη προς όσους κράτησαν εμάς τους υγιείς όρθιους: courier, ντελίβερι, εργαζόμενοι σε σούπερ-μάρκετ, σε φούρνους, σε μπακάλικα και λαϊκές. Θα μου λείψει η αναγκαστική έλλειψη βιασύνης που δείχναμε σαν πελάτες, στις απλωτές, ακατάστατες, μεσογειακού τύπου ουρές μας.

Θα μου λείψει Εκείνη, τώρα που την είχα κοντά μου συνέχεια, περισσότερο κι από όσο σε διακοπές. Θα μου λείψει να ξυπνάω μαζί της κάθε μέρα, να πίνουμε τον καφέ μαζί πριν κλειστούμε σε χωριστά δωμάτια κι αρχίσουμε τα teleconferences. Θα μου λείψει το διάλειμμα για οικογενειακό γεύμα το μεσημέρι, με τον πιτσιρικά να ψάχνει τρόπους να αναλαμβάνει από το βάρος της προετοιμασίας του φαγητού. Οι ράθυμες βόλτες με τον σκύλο. Το φως του καθαρού αττικού ουρανού και τα αστέρια που ξαναφάνηκαν στις ήρεμες νύχτες πάνω από την Αθήνα. Το κρασί στο μπαλκόνι πριν πάμε για ύπνο.

Θα μου λείψει η ησυχία της πόλης. Θα μου λείψει η παλλόμενη ηρεμία, που δεν περίμενα ότι είναι εφικτή. Στις μέρες της βουής και της μανίας, που σίγουρα θα ξανάρθουν, θα θυμάμαι την καραντίνα και θα ξέρω ότι υπάρχει τελικά και άλλος τρόπος.

Under pressure

Έτσι, ένα μικρό ξαράχνιασμα στο βλογ, με τραγούδι αγαπημένο, από φωνές Θεών που περπατήσαν ανάμεσά μας. Μόνο και μόνο για να θυμάμαι τη μέρα που άρχισα να παίρνω χάπι για την πίεση. Προσωπικό ημερολόγιο δεν είπαμε ότι είναι; 🙂

Το βιογραφικό πάντα θα γράφει μηχανικός, οινολάτρης, παλιός Αμπελωκηπιώτης και βάζελος, αλλά το κοντέρ δεν λέει ψέμματα. Και μετά τα 40-κάτι, όσα έρχονται, έρχονται με σκοπό να μείνουν και να σου κάνουν παρέα.

Στα παπάρια μας φυσικά. Ή ίσως μάθημα ουσίας για να έχει κανείς λιγότερο άγχος. Μάλλον θα έπρεπε την πρώτη μέρα που πιάνουμε δουλειά να κάνουμε όλοι ένα τατουάζ στον βραχίονα: It’s just a job. Κι όταν βαράνε όλα κόκκινο, το κοιτάς και βάζεις τα πράγματα σε προοπτική. Απλά και όμορφα.

Άντε, και τώρα που ανάψαμε τα φώτα και ξεσκονίσαμε, ελπίζω να βρω ξανά αφορμές για να μην χανόμαστε!

Κάψιμο

Ξημερώματα είχε μουδιάσει το αριστερό μου χέρι γιατί κοιμήθηκα απάνω του και μέσα στον ύπνο μου σκεφτόμουνα ότι αν αυτό είναι συγκοπή η καλή μου θα ταλαιπωρηθεί κι είναι κρίμα. Και μετά σκεφτόμουνα ότι δεν της έχω δώσει πρόσβαση στους κωδικούς ούτε για το ebanking ούτε για το taxis κι αυτό είναι λάθος. Κι ύστερα κατάλαβα ότι έχω πρόβλημα να θέσω σωστά τις προτεραιότητές μου εν όψει του σεναρίου «είναι ξημερώματα και παθαίνω καρδιακό επεισόδιο».

Το έχω κάψει είναι σίγουρο.

Απολογισμός;

…όχι ακόμα.

Ήρθε και φεύγει βιαστικά το 2017. Αγχωμένο, πιεστικό. Ανελέητο. Και ταυτόχρονα με δώρα κι ελπίδες για το μέλλον.

Δεν είμαι έτοιμος για απολογισμούς. Νιώθω ότι δεν έχω κλείσει τους λογαριασμούς μου με τον χρόνο. Και καθώς πλησιάζει το φινάλε του, με την γεύση της πίκρας να δείχνει να κερδίζει, δεν μπορώ παρά να σηκωθώ, να τεντωθώ και να ετοιμαστώ για όσα έρχονται. Καλά, κακά, ανακατεμένα. Εμπειρίες.

Ίσως να μην ακούγομαι αισιόδοξος, αλλά νιώθω πιο συνειδητοποιημένος. Και του χρόνου εύχομαι, όλοι εδώ, με υγεία, γκρίνια και χαρούμενες στιγμές να κερδίζουν στη μπαλάντζα της ζυγαριάς.

Ευτυχισμένο 2018!!!

Λείπεις

Χθες βράδυ κοιμήθηκα καλά, για πρώτη φορά εδώ και αρκετές εβδομάδες. Ο Πανούλης, θείος μου αγαπημένος, αδελφός της μάνας μου, έχει φύγει εδώ και 20 μέρες, αλλά κι όσο ήταν διαγνωσμένος και τρέχαμε στο νοσοκομείο (η μάνα μου κυρίως, εγώ ελάχιστα), πάλι δεν κοιμόμουνα: ξυπνούσα κατά τις 4 και αργούσε να με κερδίσει πάλι ο ύπνος. Το αποκορύφωμα ήταν 3 μέρες μετά την κηδεία, όταν έμεινα ξάγρυπνος μέχρι να ξημερώσει με το μυαλό να τρέχει σε τόπους σκοτεινούς και κρύους.

Οι άνθρωποι δεν είμαστε νησιά. Οι άνθρωποι δεν είμαστε αυτοφυείς κι ανεξάρτητοι. Οι χαρακτήρες και οι ιστορίες μας είναι συνισταμένη πολλών επιλογών και, στις περισσότερες από αυτές, επηρεαστήκαμε από κοντινούς μας ανθρώπους. Ξέρω ποιος δάσκαλος με «έσπρωξε» να σπουδάσω χημικός μηχανικός, ξέρω ποιος άνθρωπος μου έμαθε να είμαι πρώτα απ’ όλα εντάξει με την ηθική μου. Ξέρω ποιος από την οικογένεια αγαπούσε το κρασί και πώς η δική μου αγάπη προς αυτό είναι αγάπη προς εκείνον. Είναι η ζωή μας μια σκάλα, που την χτίζουμε με κόπο, σκαλί – σκαλί, για να την χρησιμοποιήσουμε να ανεβούμε στους στόχους μας. Οι άνθρωποί σου γίνονται σκαλοπάτια στην σκάλα σου. Όταν ξαφνικά ένα σκαλοπάτι φύγει, όταν στη θέση του πρέπει να μάθεις στην απουσία, τι συμβαίνει στην σκάλα; Μπορεί να επισκευαστεί; Και θα είναι πια η ίδια σκάλα;

Πώς γίνεται αυτό; Πώς μπορεί να έχει τελειώσει το γέλιο κάποιου; Το ξέρω ότι είναι κάτι απόλυτα φυσικό και δεν είναι η πρώτη φορά που το αντιμετωπίζω, τα 46 κλείνω φέτος. Αλλά συνεχίζει να μην χωράει στο μυαλό μου. Πώς γίνεται η παρουσία απουσία; Πώς μπορεί να τελειώνει η ιστορία σου με κάποιον αγαπημένο την ώρα που έχεις ακόμα τόσα να πεις, τόσα να κάνεις. Γιατί σπαταλάμε τον χρόνο μας σε απειροελάχιστης σημασίας μαλακίες αναβάλλοντας αυτά που θέλουμε να μοιραστούμε;

Χθες βράδυ κοιμήθηκα καλά αλλά όρεξη για κάτι από το ανούσια καθημερινά ακόμα δεν έχω βρει. Κι ούτε ξέρω πότε θα συμβεί αυτό.

Αντί ημερολογίου, βουβή ταινία

Ετούτο δω το blog το ξεκίνησα σε εποχές όμορφης αφέλειας. Όταν ακόμα και η ηλικία και οι συνθήκες στον κόσμο μου δίναν την ψευδαίσθηση ότι μπορώ να κάνω τα πάντα, ότι, με εξαίρεση τα θέματα υγείας, όλα τα άλλα είμαι σε θέση να τα αλλάξω. Και στην αρχή το χρησιμοποιούσα πραγματικά σαν ημερολόγιο, σε εκείνα τα λαμπερά χρόνια (Που ήταν όμως πράγματι τόσο λαμπερά; Ή μήπως, με το τωρινό βλέμμα μου, φαίνονται έτσι επειδή αυτά που ζούμε είναι σκοτεινότερα). Όχι μόνο εγώ, όλοι όσοι ασχοληθήκαμε με το σπορ εκεί στα 2006 – 2007: γράφαμε τι κάναμε το Σαββατοκύριακο, τι αφορμές οδηγήσαν σε ποιες σκέψεις, τι σχέδια είχαμε. Και κάπως έτσι γνωρίσαμε ανθρώπους που γίνανε δικοί μας.

Αραχνιάζουν τα παλιά μας στέκια. Ξέρετε τι έγινε μετά: μπουκάρανε στον χώρο οι δημοσιογράφοι, τα τρολλς πολλαπλασιάστηκαν και τα νέα σόσιαλ μύδια απλώθηκαν όπου βρήκαν. Η λέξη που προφανώς έρχεται στο νου είναι «facebook» αλλά να έχετε στο μυαλό σας ότι τα πιτσιρίκια δεν κάνουν λογαριασμούς εκεί μα στο instagram. Τέλος πάντων, τα blogs μοιάζουν με παλιές εμπορικές στοές στο κέντρο της πόλης, που κάποτε έσφυζαν από ζωή και σχόλια και τώρα κάθονται σκονισμένα και βουβά.

Αντί να ενημερώνουμε λοιπόν τα παλιά μας ημερολόγια, ανεβάζουμε φωτογραφίες από συνταγές, μαζεύουμε likes και κάνουμε retweet σε ατάκες διασήμων. Αν με κάποιους γνωρίστηκες και στα υπόλοιπα μέσα, συνεχίζεις να μαθαίνεις για αυτούς. Είναι φορές όμως που κυκλοφορείς στα παλιά μέρη και αντικρίζεις μόνο σιωπές. Δεν ξέρεις όμως πού οφείλονται αυτές. Τι έγινε αυτός ο άνθρωπος; Βαρέθηκε; Άλλαξε στέκι; Απογοητεύτηκε; Έπαθε κάτι; Ή απλά απορροφήθηκε από μια καθημερινότητα που γίνεται όλο και πιο εχθρική;

Τι έκανα τους τελευταίους μήνες λοιπόν; Έχω αλλάξει αμάξι και χρειάστηκε να του αλλάξω και παμπρίζ. Έχω βάλει τον γιο μου σε προσπάθεια να πάρει πτυχία σε ξένες γλώσσες. Έχω χαζέψει με το πόσο όμορφη παραμένει η καλή μου, καθώς, γεμάτος δέος, αναρωτιέμαι τι έκανα για να αξίζω τέτοια υπέροχη γυναίκα. Έχω κρατήσει το χέρι του πιο αγαπημένου μου θείου στο νοσοκομείο, χωρίς εκείνος να με καταλαβαίνει και χωρίς να ξέρω αν θα είναι η τελευταία φορά που το κρατάω (κάτι που ακόμα δεν ξέρω). Έχω αγχωθεί, χωρίς λόγο, για την δουλειά. Έχω βγάλει πρόβλημα στο δεξί μου μάτι αλλά το παλεύω. Έχω ενθουσιαστεί με ταινίες και σειρές, καθώς και με κάποια φαγητά. Έχω πανηγυρίσει που κατάφερα μόνος μου να κάνω κάποιες γερές δουλειές υδραυλικού στο σπίτι, πρέπει όμως να περάσω στο πεδίο του ηλεκτρολόγου. Έχω απογοητευτεί από ανθρώπους αλλά έχω κάνει και μερικές υπέροχες οινοποσίες με φίλους αγαπημένους. Έχω παραβλέψει την «επέτειό» μου στο blog, την άφησα και πέρασε στο κούφιο, χωρίς να την θυμηθώ στην ώρα της. Έχω αναρωτηθεί πόσο χρήσιμο χρόνο έχω ακόμα, αν και δεν υπάρχει λόγος για τέτοια ερωτήματα. Έχω ξυπνήσει θέλοντας να απολαύσω τη μέρα μου κι άλλες φορές αυτό συνέβη, άλλες όχι, αλλά για καμία δεν έγραψα. Έχω μετατρέψει το ημερολόγιο σε μια βουβή ταινία, με σκηνές που πρόχειρα σώθηκαν από το πάτωμα της αίθουσας μοντάζ. Έχω αποσυρθεί χωρίς να το θέλω.

Έχω όμως;  Στ’ αλήθεια; Χρειάζομαι κοινό για να τηρώ ημερολόγιο; Σπρώχναμε ο ένας τον άλλον προς τα μπροστά τόσο πολύ και δεν το είχαμε καταλάβει; Ή απλά η μέση ηλικία είναι εδώ, με τις διαψεύσεις και τον κυνικό ρεαλισμό της, για να μας απομακρύνει κι άλλο από την πολύτιμη ανεμελιά.

Ποιος ξέρει; «Η απάντηση σύντομα στις οθόνες σας»…

Τα κουτιά των αναμνήσεων

Μόλις έπιασε το καλοκαίρι, έγινε μια εκκαθάριση στο δωμάτιο του πιτσιρικά. Μεγάλωσε πια και παιχνίδια που τον συντροφεύανε χρόνια, ακόμα και χωρίς να ασχολείται μαζί τους, έγιναν περιττά. Τα περισσότερα πήραν το δρόμο για μικρότερα παιδιά φίλων – λίγα και εκλεκτά μπήκαν σε μια κούτα που έπρεπε να ανέβει στο πατάρι. Κι έτσι, χωρίς να το περιμένω, κάναμε εκκαθάριση στο πατάρι. Και μέσα σε όσα βγήκαν (χριστουγεννιάτικο δέντρο, ένα φωτιστικό κουζίνας, κάποιες παλιές φλοκάτες κλπ) ήταν και δυο σάκοι με τα πράγματά μου από τη θητεία στο Ναυτικό, από το μακρινό ‘96: στολάρες με ασπιρίνες, ρούχα αγγαρείας, ακόμα κι ένα σημειωματάριο που είχα στην προπαίδευση στον Πόρο.

Αυτό το τελευταίο ήταν το πιο παράδοξο απ’ όλα. Το χρησιμοποιούσα σαν ένα μικρό ημερολόγιο αλλά και για να σκίζω σελίδες γράφω γράμματα στην καλή μου αλλά και σε φίλους – όχι πολλά, πόσες εβδομάδες άλλωστε ήμουνα εκεί. Παγιδευμένο, 20 χρόνια μετά, ήταν ένα γράμμα που είχα ξεκινήσει για τον φίλο μου τον Β. και δεν τέλειωσα ποτέ, τρέχα γύρευε γιατί. Τον προσφωνώ μάλιστα «αδελφό» και ξεκινώ να του μιλάω για την καθημερινότητα του στρατοπέδου, πώς περνάω, τι μου λείπει, τι περιμένω να κάνω μετά την ορκωμοσία. Όσα γράφει στους φίλους του οποιοδήποτε νεοσύλλεκτος.

Με τον Β., «αδελφό» πίσω στο 1996, δεν μιλιόμαστε πια. Στα χρόνια του fb φανερώθηκε ο φασίστας μέσα του και κόψαμε τελείως. Ο ίδιος δηλώνει φιλελεύθερος βέβαια και θα αντιδρούσε αν τον έλεγα φασίστα, αλλά οι απόψεις που διατυπώνει είναι ευθέως μισανθρωπικές. Δεν ξεκόψαμε σωστά, απλά πάψαμε να μιλάμε κάποτε. Με τρώει αυτό, ακόμα πιστεύω ότι οι φίλοι μας είναι λίγοι και πολύτιμοι και πρέπει να τους δίνουμε μια ευκαιρία, να τους κράζουμε για το πώς έγιναν, να μας στέλνουν κι αυτοί στον αγύριστο, να καθαρίζουμε ανοικτά, Αλλά τα πράγματα δεν διορθώνονται πάντα. Κι αυτό το παγιδευμένο, ημιτελές γράμμα, ενός άλλου εγώ μου σε έναν άλλον Β. κλειδωμένο μέσα σε ένα κουτί αναμνήσεων για 20 (!!!) χρόνια έχει καρφωθεί στο μυαλό μου εδώ και μέρες.

Είναι παράδοξα τα κουτιά των αναμνήσεών μας. Σαν να στέλνουμε στον εαυτό μας από το παρελθόν έναν χρυσό δίσκο του Βόγιατζερ – και μάλιστα είναι ακόμα πιο έντονο αυτό όταν βρίσκεις κομμάτια του εαυτού σου εκεί που δεν τα περιμένεις. Τι θα έλεγα στον εαυτό μου αν μπορούσα να τον συναντήσω 2 δεκαετίες πριν; Ή μία; Ή και παλιότερα (ας είμαστε ειλικρινείς, οι δεκαετίες προς τα πίσω αρχίζουν και πληθαίνουν!). Για τα λάθη που έρχονται; Για τις καταστροφές που μπορεί να αποτρέψει;

Παράξενο έτσι; Η πρώτη μου σκέψη δεν είναι τα καλά. Δεν θα ήταν να με διαβεβαιώσω για όσα θετικά θα έρθουν, για όσα θα πετύχω σε προσωπικό (και όχι μόνο) επίπεδο: για τα λάθη είναι. Και μάλιστα για τα χαζά, μικρά λάθη, για όσες πληγές μοίρασα σε ανθρώπους δικούς μου, για κινήσεις που χρόνια μετά με ακολουθούν με ντροπή. Τα μεγάλα λάθη είναι δικά μου και θα τα ξαναέκανα, οι ουλές που αφήνουν είναι ο χαρακτήρας που κερδίζουμε. Ελεύθερα τα επέλεξα, δεν θα τα πετάξω τώρα στα σκουπίδια. Τα μικρά θέλω να διορθώσω, αυτά που δηλητηριάζουν την καθημερινότητα.

Πολύ το βάρυνα – λογικό όμως δεν είναι όταν το παρελθόν, διαρκώς παρόν στην σκέψη μας, εισβάλει απροειδοποίητα; 20 χρόνια είναι πολλά και σαν ορόσημο σε κάνουν να αναπολείς, να αξιολογείς και να σιχτιρίζεις τον εαυτό σου. Αλλά και να χαίρεσαι για τις ομορφότερες στιγμές που σου χάρισε η διαδρομή. «Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε. / Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα, / ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν.»

Το γράμμα δεν είχα κουράγιο να το διαβάσω λέξη προς λέξη, αλλά το φύλαξα. Είναι μαζί με τις μπελαμάνες και τα μαντήλια ενός 25χρονου ναυτάρα, στο πατάρι. Όταν χρειαστεί να κάνουμε ξανά εκκαθάριση θα είναι εκεί, παρέα με τα μωρουδιακά παιχνίδια του γιου μου και τις κουβέρτες που έπλεξε η γιαγιά της καλής μου, σαν διαστημόπλοια που ταξιδεύουν στο αιώνιο κενό, να μου ψιθυρίσουν ασήμαντες λεπτομέρειες από την προσωπική μου διαδρομή. Αυτές τελικά που αν τις βάλεις στην σειρά σχηματίζουν τις Ζωές μας.

Κυριακή βράδυ κι έχει κρύο

Κυριακή βράδυ κι έχει κρύο κι ο Γιώργος, ο φίλος μου, είναι ήδη σε μια άλλη ήπειρο. Έχει πάει για μόνιμα και πέταξε σήμερα το πρωί, αφήνοντας την οικογένεια πίσω. Βάζοντας κάθε του ελπίδα σε ένα άλμα απελπισίας.

This sucks.