• Σελίδες

  • Φρέσκα κείμενα

  • Το μακρύ και το κοντό μας…

    mpampakis στο Λείπεις
    masterpcm στο Λείπεις
    mpampakis στο Λείπεις
    mpampakis στο Λείπεις
    Stavrula στο Λείπεις
    Snowball στο Λείπεις
    mpampakis στο Αντί ημερολογίου, βουβή τ…
    Stavrula στο Αντί ημερολογίου, βουβή τ…
    Snowball στο Αντί ημερολογίου, βουβή τ…
    kaltsovrako στο Αντί ημερολογίου, βουβή τ…
  • a

  • Ιουλίου 2017
    Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
    « Μάι.    
     12
    3456789
    10111213141516
    17181920212223
    24252627282930
    31  
  • Στις ντουλάπες του αρχείου

  • Μεταστοιχεία

Κρόνος

Dali+Persistence+of+Time

Άνοιξα τα μάτια και τον είδα να βρίσκεται στο υπνοδωμάτιό μου. Είπα να τρομάξω αλλά στεκόταν με τέτοια άνεση, σαν ιδιοκτήτης του χώρου, που αναρωτήθηκα αν βρισκόμουν εγώ στο δικό του δωμάτιο.

Έβγαλε και άναψε τσιγάρο. Είπε κάτι πολύ παράξενο, αλλά ό,τι κι αν έλεγε παράξενο θα ήταν:

– Παλιά έκανα στριφτά. Όχι πια. Γίνατε πολλοί και δεν προλαβαίνω, δεν έχω χρόνο να στρίβω χαρτάκια. Ποιος, εγώ! Εγώ που τρώω τα παιδιά μου!

Έκανε μια μικρή παύση, αναστέναξε και τράβηξε μια τζούρα.

– Ξέρεις ποιος είμαι, μην υποτιμήσεις τον εαυτό σου ρωτώντας με. Είμαι ο μόνος που υπάρχει, είμαι το μόνο που έχετε και πάλι νομίζετε πως μπορείτε να με ξοδεύετε σα να μην πρόκειται να τελειώσω ποτέ. Κάνετε λάθος. Όλοι σας κάνετε λάθος. Έπρεπε να το σκέφτεστε ανάποδα: αν τέλειωνα αύριο, τι θα ήθελα να είχα κάνει; Αν αύριο ήταν η τελευταία μέρα της ζωής σου, τι θα μετάνιωνες που δεν πρόλαβες να φτιάξεις; Να δεις; Να ζήσεις;

Έσβησε το τσιγάρο του στο δρύινο πάτωμα, αδιάφορα και τελεσίδικα.

– Να το θυμάσαι αυτό. Είναι το τελειωτικό κριτήριο. Θα με δεις ξανά και θα έχω έρθει για να δω αν το ικανοποίησες.

Άρχισε να κινείται προς την πόρτα, σαν για να φύγει.

–  Στάσου! Πότε θα έρθεις; Πότε θα σε ξαναδώ;

Με κοίταξε με το χαμόγελο ανθρώπου που περίμενε την αφελή ερώτηση και μίλησε αργά:

– Μα είμαι ήδη εδώ. Δεν με βλέπεις;

Για πάντα

Χαμογέλασε σκανδαλιάρικα καθώς τελείωνε την ζωγραφιά της για τα γενέθλιά του. Του είχε φτιάξει μια ζωγραφιά από αυτές που παίνευε η κυρία Ανθούλα, η νηπιαγωγός τους: ένα πύργο με μια χρυσομαλλούσα πριγκήπισσα στο πιο ψηλό παράθυρο να κοιτά έναν ιππότη. Ο ιππότης ήταν καβάλα σ’ ένα δράκο που πετούσε. Είχε ζωγραφίσει επίσης ένα χαμογελαστό ήλιο, που από πάνω έγραφε ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ – ΜΑΡΙΑ. Ο Γιώργος λάτρευε τους δράκους, καθώς και τους δεινόσαυρους, θα ενθουσιαζόταν. Το σκεφτόταν κι ανυπομονούσε να έρθει η μέρα των γενεθλίων, να δώσει στο Γιώργο το δώρο που του είχε διαλέξει.

Όλοι οι άλλοι τους κουβεντιάζανε. Τέτοιος έρωτας δεν κρύβεται, ειδικά επειδή είναι μοναδικός στη μικρή κοινωνία τους. Τι τους νοιάζουν όμως οι άλλοι; Αυτοί έχουν ο ένας τον άλλον, να περνούν τις μέρες τους παρέα, να κουβεντιάζουν για τη ζωή τους και τις οικογένειές τους, να κοιτάζονται στα μάτια και να ορκίζονται ότι έτσι θα είναι μέχρι την στερνή τους μέρα.

Στην αρχή, περάσανε μέρες που κοίταζαν εξεταστικά ο ένας τον άλλον. Σα να είχαν ξαναβρεθεί, σα να ήταν γνωστοί από μια άλλη εποχή, μια ξεχασμένη ζωή. Ο γιος της ήταν που το πρόσεξε πρώτος, έτσι όπως καθόντουσαν στο σαλόνι του γηροκομείου: «Αυτό τον κύριο, τον ξέρεις από κάπου;» Το ίδιο απόγευμα συστηθήκανε, αλλά ακόμα και τα επώνυμά τους δεν τους έλεγαν τίποτα. Άλλωστε, πόσους Γιώργηδες έχει γνωρίσει μια Μαρία στα 80 χρόνια της και πόσες Μαρίες ένας Γιώργος της ίδιας ηλικίας; Έπρεπε να πιάσουν αναλυτική κουβέντα για το παρελθόν, να καταλάβουν ότι τα παιδικά τους χρόνια ήταν στην ίδια γειτονιά, να βρουν ότι πήγαιναν στο ίδιο νηπιαγωγείο και τότε, σαν λαμπερή φωτοβολίδα μέσα στη νύχτα, να τους έρθει η ανάμνηση. Αυτοί οι δυο, πριν 7,5 δεκαετίες, είχαν πει στους γονείς τους ότι θα παντρευτούν όταν μεγαλώσουν.

– Βρε Γιώργο; Εσύ είσαι βρε Γιώργο;
– Μαρία μου…Μαρία μου…Το ξέρεις ότι σε πρόδωσαν τα μάτια σου; Ίδια έχουν μείνει.

Χαμογέλασε κολακευμένη και τον έσπρωξε απαλά: «Πάντα άθλιος ψεύτης ήσουνα!» του είπε τρυφερά. Πιάσανε κουβέντα για τα χρόνια εκείνα κι εντυπωσιαστήκαν και οι δυο από πόσα θυμόντουσαν. Τις κούνιες που έκαναν δίπλα – δίπλα, τα παιχνίδια που προτιμούσε ο καθένας τους, τις αταξίες τους, την κυρία Ανθούλα. Το δέντρο που είχαν προσπαθήσει να σκαλίσουν τα ονόματά τους μέσα σε μια καρδιά, αλλά η κυρία Ανθούλα τους πήρε το μαχαιράκι και δεν πρόλαβαν.

Μετά μοιράστηκαν όσα ζήσανε από τότε, αφού χαθήκανε: σπουδές, γάμους, γεννήσεις, αγώνες, κηδείες αγαπημένων. Λες και οι ζωές τους ήταν μια παρένθεση που άνοιγε μετά το νηπιαγωγείο κι έκλεινε πριν τον οίκο ευγηρίας. Κι από τότε κοιταζόντουσαν και τα μάτια τους έλαμπαν, προς μεγάλη απορία όχι τόσο των υπόλοιπων γερόντων του ιδρύματος, όσο των παιδιών τους. Και έτσι παράδοξα, μετά από δεκαετίες, βγήκαν αληθινοί οι παλιοί τους όρκοι: ο Γιώργος κι η Μαρία θα ζούσαν μαζί (μέχρι) τα βαθειά τους γεράματα. Για πάντα.

Η Μαρία χαμογελαστή σηκώθηκε από εκεί που καθόταν ανάλαφρα, με ένα ενθουσιασμό που δεν τον περιμένεις στα 80 χρόνια του ανθρώπου. Θυμόταν τα καλόπιστα πειράγματα που της κάνουν  για την ιστορία της τα εγγόνια της. Και με ένα μόνιμο χαμόγελο σκεφτόταν τα γενέθλια του αγαπημένου που πλησιάζανε και πώς, τελικά, ίσως κάποιες φορές έχουμε δικαίωμα να ελπίζουμε το απίθανο.

Μια ανάκριση στον Φόβο

Ο Φόβος (Αγγλ. Phobos) ή Άρης I  είναι ο μεγαλύτερος από τους δύο δορυφόρους του πλανήτη Άρη (ο άλλος είναι ο Δείμος). Ο Φόβος, που έλαβε το όνομά του από την ελληνική μυθολογία, περιφέρεται εγγύτερα στον πλανήτη του από κάθε άλλο φυσικό δορυφόρο στο Ηλιακό Σύστημα. Ανακαλύφθηκε από τον Αμερικανό αστρονόμο Έιζαφ Χωλ (Asaph Hall) στις 17 Αυγούστου 1877. Κυρίαρχο χαρακτηριστικό του είναι ο μεγάλος κρατήρας Στίκνευ (Stickney crater), που προήλθε από σύγκρουση του δορυφόρου με θραύσμα από άλλη σύγκρουση στην επιφάνεια του Άρη.

Καθώς οι ανακριτές βουτούσαν για άλλη μια φορά το κεφάλι του Ρεξ μέσα στον κουβά με το παγωμένο νερό, εντελώς παράδοξα στο μυαλό του εμφανίστηκε μια απορία. Τόσα επιτεύγματα, τόση πρόοδος, τόσα τεχνολογικά κατορθώματα, και οι μυστικές υπηρεσίες της Αποικίας χρησιμοποιούσε ακόμη τις ίδιες μεθόδους που χρησιμοποιούσαν πριν από αιώνες – πώς γίνεται αυτό; Βρισκόντουσαν μακριά από την μητέρα Γη, ψηλά πάνω από την επιφάνεια των αποικιών του Άρη, σε ένα χώρο σχεδιασμένο και κατασκευασμένο στην κάθε του λεπτομέρεια. Η ανθρωπότητα άπλωνε την ζωή σε πλανήτες και ουράνια σώματα, καθώς ο μητρικός πλανήτης γινόταν όλο και πιο ακατάλληλος για να φιλοξενεί ζωή. Επιτεύγματα ηλεκτρονικής, ιατρικής και ψυχολογίας μπορούσαν να τσακίσουν τα μυαλά κάθε κοινού εγκληματία, αν υποθέσουμε ότι τέτοιοι συνέχιζαν να υπάρχουν στην Αποικία. Και παρόλα αυτά ο ίδιος βρισκόταν σε ένα σκηνικό αρχαίο και αλλοπρόσαλλο, που έμοιαζε βγαλμένο από περιγραφές μυθιστορημάτων εποχής.

Καθώς, την στιγμή ακριβώς που ο Ρεξ δεν άντεχε άλλο, οι ανακριτές, με τέλειο συγχρονισμό, του έβγαλαν το κεφάλι του από το νερό, καθώς τα πνευμόνια του έβηχαν με αγωνία, γεμίζοντας με το πολυπόθητο οξυγόνο, ο Ρεξ είδε το κλισέ, κακοφωτισμένο, γυμνό δωμάτιο, το βρώμικο πάτωμα, τις αράχνες στη γωνία, τους λεκέδες στην μπογιά των τοίχων και είδε πόσο αταίριαστο ήταν με το πώς θα μπορούσαν να τον ανακρίνουν. Έφτασε στο προφανές συμπέρασμα: όλα αυτά δεν μπορούσαν να είναι παρά ψευδαισθήσεις. Έχουν στήσει ένα ολόκληρο παιχνίδι του νου απάνω του, απευθυνόμενοι στα πιο πρωτόγονα ένστικτά του, με σκοπό να αποσπάσουν πληροφορίες πιο εύκολα από όσο θα τις έδινε μια κλασσική, σύγχρονη ανάκριση. O εχθρός ήταν μέσα στο μυαλό του – αλλά ο Ρεξ το ήξερε. Κι αυτό του έδινε ξαφνικά μια μικρή ελπίδα να πάρει το πάνω χέρι σε αυτή την αναμέτρηση.

Λίγες μέρες πριν ο Ρεξ επέστρεφε στον Άρη για να περάσει την άδειά του όπως κάθε βετεράνος των πολέμων του Τιτάνα: απολαμβάνοντας τις χαρές της ζωής. Στις παγωμένες εσχατιές του ηλιακού συστήματος, η σύγκρουση ανάμεσα στους Αποικιακούς και τις απαρχαιωμένες, αλλά μαζικές, στρατιές που έστελνε η μητέρα Γη συνεχίζονταν. Η Αποικία είχε πρόσφατα σημειώσει μια μεγάλη νίκη φυσικά, αλλά η Γη απαντούσε με το μόνο τρόπο που είχε: με μαζική επιστράτευση των Γήινων.

Πλησίαζαν δύο αιώνες από την ημέρα που η Αποικία του Άρη κήρυξε ανεξαρτησία από την Γη και από τότε οι συγκρούσεις με το μητρικό πλανήτη συντρόφευαν την ιστορία των δύο πλανητών. Σε ένα βαθμό, ήταν κατανοητό. Η Γη ήταν πια ένας βράχος κατεστραμμένος από την εξάντληση των φυσικών πόρων και την φρικτή κλιματική αλλαγή. Πελώριες μάζες ανθρώπων συνέχιζαν να ζουν εκεί, με όνειρο την πράσινη κάρτα και την φυγή για την Αποικία στον Άρη – η Αποικία όμως, αμέσως μόλις έγινε ανεξάρτητη, έκλεισε τα σύνορά της. Δεν θα δεχόντουσαν νέους αποίκους. Η ποιότητα ζωής στον Άρη ήταν υπέροχη, αλλά ο πλανήτης δεν θα ακολουθούσε τη μοίρα της Γης, θα κρατούσε τον πληθυσμό του σε έλεγχο και την αξιοποίηση των πόρων του σε λογικά πλαίσια. Οι φτωχοί της Γης θα έμεναν εκεί που ήταν.

Αυτή η απόφαση είχε κάνει έξαλλους τους κατοίκους του μητρικού πλανήτη, που ένιωθαν ότι τους φορτώθηκε το βάρος της άδειας από πόρους, γριάς Γης. Οι λίγοι τυχεροί απολάμβαναν την αφθονία ενός καινούργιου, υπέροχου, αστραφτερού κόσμου, που φτιάχτηκε τελικά με πόρους και των δύο κατά τη μακρά περίοδο της πελώριας επιχείρησης μετατροπής του Άρη σε κατοικήσιμο. Από την άλλη πλευρά, οι Γήινοι ένιωθαν σαν τον αδικημένο αδελφό που βλέπει τα αδέλφια του να κληρονομούν το σύνολο της γονικής περιουσίας.

Η πρώτη προσπάθεια εισβολής ήταν μαζική και λυσσαλέα, αλλά σύντομα φάνηκε η τεχνική ανωτερότητα των Αποίκων και των όπλων τους. Οι Άποικοι είχαν ένα σπουδαίο σύμμαχο στην άμυνα του Άρη: τον Φόβο, τον μικρό δορυφόρο του πλανήτη, τον οποίο μετατρέψανε σε μια ευέλικτη, πολεμική βάση που λειτουργούσε σαν μια πρώτη, πανίσχυρη γραμμή άμυνας στο διάστημα. Κανείς δεν μπορούσε να πλησιάσει τον Άρη χωρίς να τον ελέγχει ο Φόβος.

Από τότε δεν έγινε άλλη άμεση προσπάθεια συνετισμού της Αποικίας από τη μητέρα Γη, όμως υπήρξαν πολλές συγκρούσεις, σε πολλές περιοχές του ηλιακού συστήματος, καθώς οι δυο ανταγωνιστές πλέον πλανήτες έψαχναν για αξιοποιήσιμους φυσικούς πόρους. Η ζώνη των μετεωριτών, η Ρέα, ο Τιτάνας και, κυρίως, η Ευρώπη, δορυφόρος του Δία, έγιναν λόγοι ανταγωνισμού και περιοχές μεγάλης έντασης. Η Αποικία σχεδόν πάντα επικρατούσε. Η Γη ήταν πια ένας πλανήτης γεμάτος θλιβερές ανθρώπινες μάζες, απελπισμένες, σε κακή κατάσταση υγείας και με ελάχιστες προοπτικές για το μέλλον. Είχε σοβαρό έλλειμμα ηγεσίας, καθώς η παλιά άρχουσα τάξη και τα κορυφαία μυαλά της προ-ανεξαρτησίας κοινωνίας είχαν φροντίσει να μετοικίσουν από τον δοκιμαζόμενο πλανήτη πολύ νωρίς. Επιπλέον, ακόμα και τώρα, δεν είχε καταφέρει να ενωθεί σε ένα κράτος, αλλά συνέχιζαν να μαίνονται ένα σωρό τοπικοί πόλεμοι – σε αντίθεση με τον Άρη.

Ο Φόβος αναβαθμίστηκε. Ο μικρός δορυφόρος, εκτός από φρουρός της Αποκίας, έγινε το διοικητικό της κέντρο. Εκεί που οι λίγοι, αυστηρά επιλεγμένοι ηγέτες κατευθύνανε τις τύχες της Αποικίας. Ο Άρης είχε όλα τα ατού με το μέρος του, αρκεί να μην ξεχνούσε πόσο μεγάλο ήταν το πλήθος των εχθρικών Γήινων. Οι διαρκείς συγκρούσεις με την Γη απαιτούσαν στιβαρή διοίκηση και οι κάτοικοι της Αποικίας δέχτηκαν με ανακούφιση αποφάσεις που ενίσχυαν την ασφάλειά τους έναντι μιας πιθανής εισβολής, αρκεί να αναλάμβανε την δουλειά κάποιος άλλος. Οι κυβερνήτες της Αποικίας, οι Άρχοντες Αρμοστές, έγιναν μια μικρή, ανατροφοδοτούμενη κάστα, που ζούσε και διοικούσε από τον Φόβο, υπενθυμίζοντας διαρκώς στους κατοίκους της ότι κινδυνεύουν. Κι όσο ο Φόβος εγγυόταν την ασφάλειά τους, οι ευτυχισμένοι κάτοικοι του Άρη δούλευαν αγόγγυστα και πολεμούσαν για την προκοπή της Αποικίας, πολεμούσαν για να μην χάσουν όσα αγαπάν, φοβούμενοι μόνο μια αναπάντεχη εισβολή των βαρβάρων που είχαν απομείνει στο μητρικό πλανήτη.

Ο Ρεξ ήταν ένας τολμηρός, αποφασιστικός άνδρας, με ατσάλινο βλέμμα, ένας στρατιώτης εξειδικευμένος στον ηλεκτρο-ψυχολογικό πόλεμο και εκπαιδευμένος σε εξελιγμένες τεχνολογίες, όπως η αντιπαράθεση δικτυωμένων εγκεφάλων. Ήταν από τους καλύτερους στην δουλειά του, αγαπούσε αληθινά την Αποικία και δεν είχε κάτι που να τον κάνει να βλέπει τον κόσμο διαφορετικά από τους άλλους αποίκους. Βρέθηκε πριν λίγες εβδομάδες να μάχεται στο Μεγαδίκτυο με έναν αντίστοιχο γήινο αξιωματικό. Ο Ρεξ κατάφερε σχετικά εύκολα να κάψει τον εγκέφαλο του αντιπάλου του, όμως πριν δώσει το τελειωτικό χτύπημα έπιασε μια σκέψη που τον προβλημάτισε. «Οι γενναίοι πολεμιστές μας θα μας προστατέψουν από τις εισβολές σας ό,τι κι αν κάνετε!» του είχε πετάξει ο θνήσκων αντίπαλος.

Ο Ρεξ αναρωτιόταν για μέρες – Οι εισβολές μας; Ποιες εισβολές μας; Οι Γήινοι είναι αυτοί που θέλουν να κάνουν εισβολή, όχι εμείς. Του έγινε σαράκι η ανησυχία. Στις επόμενες αψιμαχίες προσπάθησε να κλέψει σκέψεις από τους αντιπάλους του και να καταλάβει τι εννοούσαν οι Γήινοι. Όλα αυτά παρά τις ρητές απαγορεύσεις της ηγεσίας (σύμφωνα με τον Στρατιωτικό Κανονισμό που εκδόθηκε από τον Φόβο πριν από περίπου 150 χρόνια) έμαθε ότι οι Γήινοι πίστευαν πως οι Άποικοι ήθελαν να εισβάλουν στην Γη κι ότι είχαν οργανώσει όλες τους τις εκστρατείες βασισμένοι στην αγωνία του κυνηγημένου. Οι διοικούντες τους έλεγαν για το πόσο επικίνδυνη είναι η άλλη πλευρά και οι Γήινοι τους εμπιστεύονταν, δουλεύανε σκληρά και πολεμούσαν για να μην χάσουν όσα αγαπάν.

Ακριβώς όπως και οι Άποικοι. Θεωρητικά.

Το μόνο μέρος που θα υπήρχε η αλήθεια, εκεί όπου τα δεδομένα θα έδειχναν ποιος πραγματικά επιλέγει τις συγκρούσεις και γιατί, ήταν στον Φόβο. Κανείς όμως δεν πήγαινε στον Φόβο. Οι Άρχοντες Αρμοστές και οι υπηρέτες τους δεν κατέβαιναν στον πλανήτη. Μόνο σκάφη ανεφοδιασμού ανεβοκατεβαίνανε από τον Άρη και μόνο μέχρι τις πλατφόρμες πρόσδεσης.

Στις μέρες της άδειάς του ο Ρεξ κρύφτηκε σε ένα μικρό πύραυλο ανεφοδιασμού και δοκίμασε να μπει μέσα στον Φόβο και να βρει στοιχεία για την πραγματικότητα. Όσο έμπειρος κι αν ήταν, δεν άργησε να συλληφθεί από τους πράκτορες ασφαλείας του δορυφόρου. Οι επόμενες ώρες δεν πέρασαν ευχάριστα. Οι πράκτορες του Φόβου ήξεραν ότι η εξουσία του δορυφόρου πάνω στην Αποικία στηριζόταν σε απατηλούς φόβους και ψέματα. Κι αν ήταν σίγουροι ότι ο Ρεξ ήταν μόνος του θα τον είχαν ξεφορτωθεί ήδη – όσο όμως ανησυχούσαν μήπως υπήρχαν και συνεργάτες, τον κρατούσαν ζωντανό και τον ανακρίνανε.

Η επιλογή όμως να συνδέσουν τον συγκεκριμένο στρατιώτη με βύσματα και να του αλλοιώσουν την πραγματικότητα ήταν το μοιραίο λάθος τους.

Όσο κρατούσαν οι βουτιές σε κουβάδες που δεν υπήρχαν, όσο εικονικές τανάλιες του έβγαζαν τα νύχια, όσο ηλεκτρόδια ανύπαρκτα ήταν συνδεδεμένα στο σώμα του για να βιώνει την αγωνία του ηλεκτροσόκ, ο Ρεξ χρησιμοποίησε όλα όσα είχε μάθει στην πρώτη γραμμή των συγκρούσεων. Εντόπισε τον αντίπαλό του στο δίκτυο, τον πράκτορα που το μυαλό του σκηνοθετούσε όλη αυτή την σουρεαλιστική σκηνή ανάκρισης. Σε μια απότομη κίνηση, του έκαψε τον εγκέφαλο με μία και μόνο προσπάθεια. Ένα απελπισμένο ουρλιαχτό ήταν η τελευταία σκέψη του εχθρού του.

Το δωμάτιο κυμάτισε και άλλαξε μπροστά του και ο Ρεξ βρέθηκε έγκλειστος σε ένα ολόλευκο κελί, καλωδιωμένος με κάθε πιθανό τρόπο στο δίκτυο του Φόβου. Ήταν δεδομένο ότι δεν θα τολμούσαν να τον ανακρίνουν πάλι αλλά κι ότι δεν θα τον αφήνανε να ζήσει. Πόσοι άλλοι άραγε είχαν ανακαλύψει μέσα στους δυο αιώνες ότι ο Φόβος ήταν ένα μεγάλο ψέμμα που υπήρχε μόνο και μόνο για να κατευθύνει σα μαριονέτες τους αποίκους; Πόσοι άλλοι είχαν «εξαφανιστεί» βολικά μέσα στα λευκά του κελιά;

Ήταν όμως ακόμα συνδεδεμένος με το τοπικό δίκτυο. Κι ήξερε καλύτερα από τον καθένα πώς να το εκμεταλλευτεί αυτό και να δώσει μια τελευταία, σκληρή ευκαιρία στην Αποικία.

Καταναλώτριες και καταναλωτές, διακόπτουμε το πρόγραμμά μας για να σας μεταδώσουμε μια συγκλονιστική είδηση. Απροσδιόριστης αιτίας τεχνική βλάβη έβγαλε εκτός τροχιάς τον Φόβο και ο δορυφόρος μας έπεσε στο έδαφος του Άρη. Πέρα από τις σεισμικές δονήσεις που όλοι οι κάτοικοι της Αποικίας έχουμε βιώσει (και οι οποίες θα συνεχιστούν για εβδομάδες, όπως λένε οι ειδικοί), δημιουργείται ένα πελώριο διοικητικό κενό, ένα κενό ασφαλείας. Για να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους, αυτή την στιγμή είμαστε απροστάτευτοι απέναντι σε κλοπές, ταραχές, λεηλασίες ή ακόμα και σε μια επίθεση των εξαθλιωμένων μαζών της μητέρας Γης.

Χωρίς το Φόβο κανείς δεν είναι σίγουρος τι θα συμβεί την επόμενη μέρα.

Η σημερινή ανάρτηση γίνεται στα πλαίσια της δράσης Ημέρα κατά του Φόβου. Για λεπτομέρειες, δείτε εδώ: http://grfear.blogspot.com/

Η ανάποδη ιστορία για την ανάποδη ιστορία

Παρακολούθησε βλοσυρός την καρβουνιασμένη στάχτη να παίρνει ξανά σχήμα χαρτιού και να γίνεται τελικά ένα τσαλακωμένο φύλλο εφημερίδας. Το φύλλο πέταξε από το τζάκι και ήρθε να σταθεί στη χούφτα του. Το ξετσαλάκωσε απρόσεχτα και κάθισε να το διαβάσει. Ήταν μια κριτική για το βιβλίο του. Μετά, βρήκε στον υπολογιστή το mail με το αρχείο που είχε στείλει στον εκδότη του και το διέγραψε. Ένιωθε ενθουσιασμένος. Άνοιξε το κείμενο του βιβλίου από τον σκληρό του δίσκο, πήγε στο τελευταίο κεφάλαιο και κινούμενος προς τα πίσω έσβησε προσεκτικά μία – μία τις λέξεις από την οθόνη του. Όταν τελείωσε είδε ότι όλο το βιβλίο δεν υπήρχε, οπότε πήγε για μια μεγάλη, ανανεωτική βόλτα στην εξοχή. Εκεί ξέχασε εντελώς την ιδέα που είχε να γράψει μια ιστορία όπου ο χρόνος κινείται ανάποδα.

Η εκκαθάριση

Στις αρχές του δέκατου χρόνου του Τρωικού Πολέμου, μετά την κηδεία του Έκτορα, οι Τρώες κατάλαβαν ότι τα πράγματα είχαν φτάσει στο απροχώρητο. Δεν μπορούσαν μόνοι τους να αντιμετωπίσουν τους Αχαιούς. Έτσι, έστειλαν αγγελιοφόρους στα πιο μακρινά μέρη που έλπιζαν ότι μπορούσαν να βρουν συμμάχους. Σε απάντηση, ήρθαν ισχυροί σύμμαχοι: η βασίλισσα των Αμαζόνων, Πενθεσίλεια, την οποία σκότωσε ο Αχιλλέας, και ο βασιλιάς της Αιθιοπίας, Μέμνονας, ετεροθαλής αδελφός του Πριάμου. Ο Μέμνονας ήταν πολύ γενναίος και ισχυρός πολεμιστής και η πανοπλία του είχε σφυρηλατηθεί από τον Ήφαιστο, όπως και του Αχιλλέα. Η παρουσία του ισσορόπησε και πάλι τον πόλεμο. Στην πρώτη του συμπλοκή σκότωσε τον Αντίλοχο, γιο του Νέστορα. Στη συνεχεία μονομάχησε με τον Αχιλλέα. Οι δύο ήρωες ήταν ισοδύναμοι, όμως ο Δίας όρισε ότι η μοίρα του Μέμνονα ήταν να σκοτωθεί, όπως και έγινε. Κατόπιν, ο Αχιλλέας εκδίωξε τους Τρώες οι οποίοι κλείστηκαν απελπισμένοι στα τείχη τους. Οι θεοί βλέποντας ότι ο Αχιλλέας είχε σκοτώσει τόσους πολλούς, όρισαν ότι ήρθε η ώρα να πεθάνει: ένα δηλητηριώδες βέλος του Πάρη κατευθυνόμενο από τον Απόλλωνα τον πέτυχε στην πτέρνα και τον σκότωσε.

O γέροντας κοιτούσε πένθιμος τη θάλασσα. Ο ελαφρύς κυματισμός της στεφάνωνε κάθε κύμα με την ολόχρυση λάμψη του ήλιου. Εντελώς αναίτια, εντελώς παράταιρα, η θάλασσα έδειχνε γιορτινή. Γύρω από τον γέροντα όμως, η αμμουδιά είχε γίνει λάσπη, όχι ποτισμένη από την αρμύρα του βασίλειου του Ποσειδώνα αλλά από το αίμα νέων θυμάτων του βασίλειου του Άρη.

H απωθητική οχλαγωγή της μάχης είχε κοπάσει: κι άλλοι ήρωες θα είχαν πέσει νεκροί, με τον ανοιξιάτικο ουρανό από πάνω τους να χαίρεται και να τους χαρίζεται για το τελευταίο τους βλέμμα. Γαμπρούς τους έντυναν οι σύντροφοί τους πριν τους οδηγήσουν στην πυρά, τελετή γάμου αιώνιων δεσμών με τον Κάτω Κόσμο. Οι πολεμιστές των δύο πλευρών είχαν πίσω τους συζύγους, παιδιά, γονείς, αδέλφια, φίλους να τους περιμένουν, όμως, κάτω από το αδιάφορο προσωπείο των ουρανών, τους αποχαιρετούσαν χωρίς πολλά – πολλά. Χωρίς να προλάβουν να αρθρώσουν ένα αντίο.

Έτσι κι ο γέροντας είδε πριν λίγες μέρες τον γιο του να τον αποχαιρετά, τον Αντίλοχο, το καμάρι του, το φως των ματιών του. Αυτόν που πρώτος κράτησε μόλις βγήκε από την κοιλιά της μάνας του, αυτόν που καμάρωσε να μεγαλώνει, να περπατά, να τρέχει, να μαθαίνει να μιλά, να στέκεται, να γίνεται άνδρας, να είναι άνδρας. Αυτόν που προσπάθησε να πείσει να μην έρθει μαζί του στην Τροία, καθώς υπήρχε χρησμός που προέβλεπε τον χαμό του. Ο Αντίλοχος δεν τον άκουσε, κι έτσι ο γέρος Νέστορας, ο πιο σοφός και πιο πράος από όλους τους Έλληνες, είδε το πεπρωμένο να του θερίζει τον ίδιο του τον γιο. Σε μια στιγμή, όλο του το έργο, όλη του η λατρεία, όλες του οι έγνοιες κι οι αγωνίες χρόνων, έγιναν σπίθα στη νεκρική πυρά και τίποτα παραπάνω. Τώρα, ο γέροντας, τσακισμένος, άκουγε τους άλλους Αχαιούς να μιλάνε για εκδίκηση, να μιλάνε για τον Αχιλλέα και πώς θα πάρει αυτός τις ζωές των Τρώων και των συμμάχων τους, να μιλάνε για σκοτωμούς και θανάτους.

Κι αυτός δεν μιλούσε. Τι να πει ένας άνθρωπος που ζει τον μεγαλύτερο εφιάλτη του; Κοιτούσε την θάλασσα. Ανάσαινε βαριά. Σιωπούσε.

Ένας κήρυκας ήλθε και στάθηκε δίπλα του.

– Με στέλνει ο Αγαμέμνων σοφέ βασιλιά. Οι Αχαιοί χρειάζονται την συμβουλή σου.
– Την συμβουλή μου;
– Ναι, σεβάσμιε Νέστορα, την συμβουλή σου.
– Η συμβουλή μου είναι να φύγουν. Να ανέβουν σε αυτά τα καράβια που σαπίσαν να μας περιμένουνε. Να γυρίσουν δίπλα στις γυναίκες τους, δίπλα στα παιδιά τους. Να πιουν κρασιά με τους φίλους τους. Για όσον, ελάχιστο, καιρό τους το έχει γραμμένο.
– Την συμβουλή σου γέροντα, συμπάθα με, για το ποιος θα κρατήσει τα όπλα του Αχιλλέα.

Ο Νέστορας τον κοίταξε για πρώτη φορά λες και ο μάντης είχε υλοποιηθεί από το τίποτα.

– Βλέπεις, οι δυο γενναιότεροι μεταξύ των Αχαιών τα διεκδικούν: ο ισχυρότατος Αίαντας και ο πολυμήχανος Οδυσσέας. Πώς θα διαλέξουμε ποιος θα κρατήσει τον θώρακα που συνάρμοσε ο ίδιος ο θεός της φωτιάς;

Ο Νέστορας σήκωσε τα χέρια απελπισμένος.

– Είστε τρελοί! Είστε τρελοί!
– Σοφέ βασιλιά….
– Δεν βλέπετε τι γίνεται εδώ; Δεν καταλαβαίνετε ακόμα τίποτα;
– Πόλεμος γίνεται.
– Ναι, μα τι πόλεμος; Τι πόλεμος;
– ….
– Μέτρα ποιοι έχουν πέσει νεκροί έξω από τα τείχη της Τροίας. Ποια γενιά, ποιοι άνθρωποι. Τι γονιών απόγονοι. Ο Σαρπηδόνας, γιος του Δία, νεκρός. Ο Αχιλλέας, γιος της Θέτιδος, νεκρός. Γιοι κι εγγόνια και δισέγγονα γενιών θεών, νεκροί. Δεν έχετε δει ακόμα τι γίνεται;
– Τι γίνεται, άρχοντά μου;
– Εκκαθάριση, αδαή κήρυκα, εκκαθάριση. Οι θεοί μας φέρνουν πίσω στα μεγέθη που μπορούν να κουμαντάρουν. Μας είδαν να δυναμώνουμε, μας είδαν να ανακατευόμαστε στις υποθέσεις τους. Είδαν τον Περσέα να κόβει το κεφάλι της Μέδουσας, είδαν τον Θησέα να ανεβοκατεβαίνει στον Άδη κατά βούληση. Είδαν τον Ηρακλή να τους βοηθά ενάντια σε εχθρούς που δεν μπορούσαν να καταφέρουν μόνοι τους. Καταλαβαίνεις;
– Όχι, τι να καταλάβω; Όλοι αυτοί που ανέφερες ήταν ενάρετοι άνθρωποι.

Τώρα πια ο Νέστορας είχε φουντώσει από την αγανάκτηση και την απελπισία του. Η φρικτή αλήθεια μέσα του κυλούσε σαν ορμητικό ανοιξιάτικο ποτάμι, γεμάτο λάσπη και στροβιλισμούς.

– Ενάρετοι κι ανόητοι κήρυκα, ανόητοι όπως όλοι μας. Που δεν είδαμε ότι το μόνο που νοιάζει τους θεούς είναι να μείνουνε θεοί. Που νομίσαμε ότι αν χρησιμοποιούσαμε τη δύναμή μας για λογαριασμό τους θα μας αγαπούσαν, θα μας χάριζαν ευτυχία, θα μας σώζανε από τη μιζέρια της ύπαρξής μας!
– Μα τι λες….
– Νομίσαμε ότι οι γιοι των θεών δεν θα πάθουν τίποτα – κι όμως: πεθάναν! Ακόμα και ο πανίσχυρος Αχιλλέας, έχει γίνει ένα κομμάτι κρέας που το τραβολογάνε σαν ύαινες Τρώες και Αχαιοί, με έπαθλο την γυαλιστερή του πανοπλία! Μας σφάζουν όλους, έναν προς έναν. Θα μείνουν πίσω ελάχιστοι άνδρες, ανίκανοι για πόλεμο – να σαν εμένα – κι ακόμα πιο ανίκανοι για τα έργα της ειρήνης. Το γένος των ανθρώπων φυραίνει, γινόμαστε νάνοι.
– Σίγουρα οι θεοί…

– Σίγουρα οι θεοί, κήρυκα, θέλουν να μας λιγοστέψουν. Θέλουν να μας κοντύνουν το ύψος. Αυτός ο πόλεμος έχει τραβήξει κοντά δέκα χρόνια και οι Ολύμπιοι είναι μοιρασμένοι στις δύο πλευρές – δεν αναρωτήθηκες ποτέ γιατί; Δεν θα μπορούσε ο Δίας να πάρει την απόφαση από την πρώτη μέρα και να μην θρηνήσουν οι άνθρωποι το άνθος μιας γενιάς, τις ελπίδες του μέλλοντός τους; Δεν θα μπορούσαν οι θεοί να βρίσκονται όλοι στην ίδια πλευρά και να μην χαλάει ο ένας ό,τι φτιάχνει ο άλλος; Θα μπορούσαν. Θα μπορούσαν. Αλλά θέλουν να μας τραβήξουν όλο και πιο βαθειά σε αυτό το ζοφερό πηγάδι, όλο και πιο μέσα στην αυταπάτη της νίκης που πλησιάζει. Το μόνο που κάνουμε είναι να δουλεύουμε για τους δικούς τους σκοπούς!
– Σοφέ γέροντα, επίτρεψέ μου….
– Όλους, με ακούς; Όσοι ξεχωρίζαν από την ανθρωπότητα για την αρετή, την δύναμη, την σοφία, τον πλούτο τους, όλοι αυτοί είναι νεκροί. Σκοτώνουν ο ένας τον άλλο, και οι νεκρικές φωτιές δίνουν την ευχαρίστηση της τσίκνας της θυσίας στον Όλυμπο. Κι αν κάποιοι δεν είναι ακόμη νεκροί, θα είναι σε λίγο – πίστεψέ με. Ο ανθός της ανθρωπότητας γίνεται κιμάς, την ώρα που θα έπρεπε να τα βάζει με αυτούς που έχτισαν έτσι την μοίρα μας. Με αυτούς που με πρόστυχες υποσχέσεις μας βάζουν να σφαζόμαστε μεταξύ μας. Με αυτούς τους χαιρέκακους εκδικητές να μας σκοτώνουν χωρίς να μπορούν να σκοτωθούν. Είμαστε υποζύγια σε ιπποδρομίες και τα έπαθλά μας, πανοπλίες και τα ρέστα, είναι ζαχαρωτές λιχουδιές.
– Όμως, ο Αίαντας κι ο Οδυσσέας….
– Ο Αίαντας κι ο Οδυσσέας είναι δυο άμυαλοι ανόητοι που δεν βλέπουν ότι τα όπλα του Αχιλλέα δεν ήταν αρκετά για να τον κρατήσουν ζωντανό. Που δεν βλέπουν ότι η διαμάχη τους για αυτά θα οδηγήσει με σιγουριά να χυθεί κι άλλο αίμα. Που νομίζουν ότι όλα τούτα τα ένστικτα των σαρκοφάγων βασιλιάδων έχουν κάποια αξία μπροστά σε ένα αργόσυρτο, βαρετό απόγευμα του τελευταίου οικογενειάρχη γεωργού. Που δεν καταλαβαίνουν πόσο λίγος χρόνος υπάρχει για τον καθένα μας πριν τον οδηγήσουν στον πάγκο του χασάπη!

Πικραμένος σιώπησε. Ο κήρυκας περίμενε για λίγο.

– Τι να τους πω;
– Πες ό,τι θες. Πες ότι είπα να αποφασίσουν οι Τρώες ποιος είναι ο πιο γενναίος. Έτσι κι αλλιώς, δεν έχει σημασία. Μέχρι να καταλάβουμε ότι άλλος είναι ο εχθρός μας κι όχι η γενιά του Πριάμου, τίποτα από όσα κάνουμε δεν θα έχει σημασία.

Και μετά από μια μικρή παύση, συμπλήρωσε:

– Όλη αυτή η ιστορία με την Ελένη και τους γενναιότερους πολεμιστές ήταν ένα καλό κόλπο για να μας κρατήσουν μικρούς και πιστούς. Τίποτα παραπάνω.

Και γύρισε ξανά προς την θάλασσα, ακίνητος και σκυφτός, σαν δέντρο που ξεράθηκε από την κακή χρονιά.

Στην μάχη γύρω από το σώμα του Αχιλλέα, ο Οδυσσέας απωθούσε τους Τρώες ενώ ο Αίαντας μετέφερε τον νεκρό ήρωα στο στρατόπεδο των Αχαιών. Όταν κόπασαν οι συγκρούσεις, προέκυψε το ζήτημα ποιος θα αποκτούσε την πανοπλία του Αχιλλέα, η οποία θα προσφερόταν στον πιο ανδρειωμένο πολεμιστή. Ο Αγαμέμνονας ήταν απρόθυμος να αναλάβει πρωτοβουλία να υποδείξει τον κατάλληλο και απευθύνθηκε στο Νέστορα, ζητώντας τη συμβουλή του. Και σύμφωνα με την συμβουλή αυτή, έστειλαν κατασκόπους για να ακούσουν την άποψη των Τρώων. Εκεί άκουσαν μια νεαρή Τρωάδα να λέει ότι ο Αίαντας υπήρξε ο γενναιότερος, μια άλλη νεαρή όμως της απαντά ότι ο Οδυσσέας ήταν πιο γενναίος καθώς αυτός αντιμετώπισε τόσους αντιπάλους ταυτόχρονα, ενώ η μεταφορά απλά του νεκρού Αχιλλέα δεν θεωρείται πράξη γενναιότητας. Σύμφωνα με αυτά τα στοιχεία η απόφαση των Αχαιών ήταν ομόφωνη να δοθεί ο οπλισμός στον Οδυσσέα.

Μετά από αυτή την τροπή των γεγονότων, ο Αίαντας άρχισε να χάνει τα λογικά του. Εξοργισμένος από την απόφαση, θόλωσε και (με την παρέμβαση της Αθηνάς) άρχισε να σκοτώνει τα αιγοπρόβατα των Αχαιών πιστεύοντας ότι είναι οι μισητοί πια συμπολεμιστές του. Νόμιζε μάλιστα ότι ένα κριάρι είναι ο Οδυσσέας και το έσυρε στη σκηνή του να το βασανίσει. Το επόμενο πρωί, όταν λογικεύτηκε και συνειδητοποίησε τι έκανε, δεν άντεξε τον εξευτελισμό και την ταπείνωση. Αποφάσισε να αυτοκτονήσει κι έπεσε πάνω στο ξίφος του και έτσι βάζει τέλος στη ζωή του. Η μοιρασιά των όπλων του Αχιλλέα βάφτηκε με αίμα και ο Τρωικός Πόλεμος θα είχε ακόμα πολλά θύματα πριν ολοκληρωθεί.

Γδύσου

– Γδύσου.
– Μπα; Έτσι σου ήρθε;
– Όχι, το σκεφτόμουνα όλη μέρα.
– Εκεί έχεις πάντα το μυαλό σου, πονηρέ.
– Ναι. Για το μυαλό μου άλλωστε δεν με αγάπησες;
– Χμ. Κι αν δεν θέλω;
– Αν δεν θέλεις, θα μου πεις όχι και αυτό είναι όλο.
– Όχι λοιπόν.
– Και γιατί όχι;
– Δεν είπες ότι αυτό είναι όλο;
– Έτσι είπα;
– Ναι.
– Καλά. Αφού έτσι το θες. Θα κοιτάξω να βρω κάποια άλλη που θέλει.
– Έλα, μην λες τέτοια. Με στεναχωρείς.
– Συγνώμη.
– Μην το σκέφτεσαι. Απλώς μη μου μιλήσεις ξανά για άλλες.
– Εσένα θέλω μωρό μου, εσένα μόνο. Θέλω να σε γευτώ ολόκληρη, να απολαύσω την μυρωδιά σου, να βυθίσω το δόντια μου στην σάρκα σου.
– Αχ, αχ, ντροπή καλέ, με αναστατώνεις.
– Λοιπόν;
– Χμ, με κατάφερες πονηρούλη!
– Γδύσου.
– Όχι μόνη μου, αλητάκο. Εσύ θα με γδύσεις.
– Εντάξει, στάσου να σε γδύσω εγώ.

– Μα τι κάνεις εκεί; Μιλάς στη μπανάνα;
– Ναι. Μόλις της είπα να γδυθεί.
– Μα την ξεφλουδίζεις.
– Ε, ναι. Την γδύνω.
– …..καλά. Από βδομάδα, μόνο μήλα μπαίνουν σε αυτό το σπίτι.
– Ζηλιάρα!
– Διεστραμμένε!!!
– …
– …
– Γδύσου.
– Εντάξει.

Mes que una tormenta

321621284_aa86f60dc1

Βγήκαμε για καφέ με τον Βλάσση την ίδια μέρα που γύρισε από την Βαρκελώνη. Περιμέναμε να δούμε έναν ποδοσφαιρόφιλο ενθουσιασμένο, έναν άνθρωπο που έκανε ένα όνειρο ζωής πραγματικότητα κι επέστρεψε να το διηγηθεί. Αντί για αυτό είδαμε έναν άνδρα που είχε δει αλλιώτικα τον Θεό, είδαμε τον κολλητό μας αγνώριστο: έπαιζε νευρικά με τον αναπτήρα στα χέρια του, το βλέμμα του πηδούσε από λεπτομέρεια σε λεπτομέρεια του χώρου, το μέτωπό του ήταν αυλακωμένο από προβληματισμούς. Ο Βλάσσης είχε γυρίσει άλλος άνθρωπος από την Βαρκελώνη.

– Τι έγινε ρε; Γιατί τέτοια μούτρα; Δεν πήγες γήπεδο;
– Πήγα.
– Και;
– Τι και, δεν έχει και. Πήγα.
– Και; Πώς ήταν; Όπως τα περίμενες;
– Όχι. Για να καταλάβετε, ούτε καν μπήκα μέσα.

Αυτό ήταν μεγάλη έκπληξη. Πρέπει να σας πω ότι είναι μέγας φίλος του ποδοσφαίρου ο Βλάσσης και πάντα διαλέγει ομάδες με ιστορία και αρχές να υποστηρίξει. Για χρόνια ας πούμε μας έπρηζε με την Σανκτ Παουλί, επειδή είναι η μόνη ομάδα της Γερμανίας που έχει αποβάλει ρατσιστές και ναζιστές από τις τάξεις της. Φανατικός οπαδός της, κι ας μην είχε τίτλους, κι ας είχε πέσει στην τοπική πριν κάποια χρόνια. Σπαθί για την Σανκτ Παουλί ο Βλάσσης.

Μπορεί να είναι αυτό που λέμε κολλημένος με την μπάλα, αλλά δεν είναι χωρίς άλλα ενδιαφέροντα: και το σινεμά του θα πάει, και τις συναυλίες του, και το καλό εστιατόριο και όλα. Και τα ταξίδια του θα κάνει, συνήθως με την καλή του. Βέβαια, όταν εκείνη λέει «Βενετία» αυτός θα πει «Τορίνο» και θα ψάξει στο ίντερνετ για εισιτήρια στο Μεάτσα. Το τερπνόν μετά του ωφελίμου. Η Βαρκελώνη λοιπόν φαινόταν ιδανικός προορισμός για τους δυο τους. Άλλωστε και ο Βλάσσης ήξερε ισπανικά και η Μπάρτσα συναρπάζει ακόμα και γυναίκες.

Την ποδοσφαιρική ομάδα της Μπαρτσελόνα την έχουν ακούσει όλοι, αλλά δεν ξέρουν όλοι την σημασία της για τους οπαδούς της, Καταλανούς και μη. Στα δύσκολα χρόνια της δικτατορίας του Φράνκο, όταν η διαφωνία ήταν ποινικοποιημένη και η διαφορετική άποψη αδίκημα, η ανάγκη του λαού της Ισπανίας για αντίσταση ξέσπαγε σε μικρές «ανταρσίες» της καθημερινότητας. Για παράδειγμα, η ομάδα της Μπαρτσελόνα, με ανοιχτά αριστερή διοίκηση πριν ακόμα από τον Εμφύλιο, έγινε σύντομα ένα σύμβολο αντίστασης. Με την απαγόρευση της καταλανικής γλώσσας και σημαίας, η Μπάρτσα έγινε ο σύλλογος των αντιφρονούντων, σε αντιδιαστολή με την Ρεάλ Μαδρίτης που ήταν ο ευνοημένος σύλλογος του καθεστώτος και βέβαια σε αντιδιαστολή με την Εσπανιόλ: επίσης ομάδα της Βαρκελώνης, χαϊδεύτηκε και υποστηρίχθηκε από το καθεστώς για να γίνει το αντίπαλο δέος. Κάπως έτσι η Μπάρτσα έγινε Κάτι Παραπάνω από μια Ομάδα – “Mes que un club” όπως έλεγε και το σύνθημα. Αυτό το σύνθημα που κάθε περαστικός διαβάτης έξω από το γήπεδό της, το Camp Nou, δεν το διαβάζει απλώς στους τοίχους, δεν το σκέφτεται, το νιώθει μέσα στον πυρήνα της ύπαρξής του.

– Τι έπαθες ρε Βλάσση, τι έγινε στη Βαρκελώνη;
– Έμαθα για τον Θεό.
– Τι πράγμα;
– Συνάντησα κάποια που μου μίλησε για τον Θεό.

Και τότε ο Βλάσσης μας διηγήθηκε πώς συνάντησε την σενιόρα Μπιάνκα. Πώς περνούσε τον δρόμο απέναντι, για να πάει στο γήπεδο, κυκλωμένος από ένα πολύβουο πλήθος που γελούσε και τραγουδούσε και γιόρταζε ήδη. Κασκόλ, καπέλα, μεγάλα βήματα στην άσφαλτο, αυτοπεποίθηση. Ο Βλάσσης γινόταν ένα με το πλήθος, αυτό το πελώριο, θορυβώδες θηρίο, γεμάτο κέφι και ορμή, και περπατούσαν όλοι μαζί, όλο και πιο ενθουσιασμένοι, στην ίδια κατεύθυνση, με την ίδια ορμή, με την ίδια επιθυμία να δούνε αυτό που είναι κάτι παραπάνω από ομάδα να δίνει μια νέα παράσταση μόνο για τους αληθινούς λάτρες της, μόνο για τους πιστούς της. Όλοι μαζί, δεκάδες, εκατοντάδες, ο ένας δίπλα στον άλλο, προχωράνε προς το γήπεδο – όταν το βλέμμα του Βλάσση πιάνει κάτι, κάτι που δεν ταίριαζε στην εικόνα.

Μια γυναίκα περπατούσε αντίστροφα. Και καθώς περπατούσε έκλαιγε.

Ο Βλάσσης την πρόσεξε και την προσπέρασε, μα δεν μπόρεσε να συνεχίσει. Ήταν λες και του τραβούσε το μανίκι η εικόνα της. Η εικόνα ενός ανθρώπου που δε νοιάζεται αν βλέπουν το κλάμα του. Τα δάκρυα κυλούν ελεύθερα στο πρόσωπό της, δεν τα σκουπίζει, δεν τα σταματά και δεν τα κρύβει. Δεν έχει καμιά σημασία αν είναι μόνη ή αν υπάρχει πλήθος γύρω της. Πέρα από ντροπή και κοινωνικές συμβατικότητες, η γυναίκα προχωρά και κλαίει. Ελεύθερη μέσα στην απελπισία της και απελπισμένη μέσα στην ελευθερία της. Τα μαλλιά της κρέμονται απεριποίητα σαν χλαίνη και το πρόσωπό της είναι μια πήλινη μάσκα πόνου που πλάστηκε λες για να εκφέρει στίχους του Αισχύλου.

Έτσι, τέσσερα πέντε βήματα πιο κει, ο Βλάσσης στέκεται και γυρνά και την κοιτάζει να σέρνει αργά το βήμα της, αντίστροφα σε όλους, αμετάκλητα και απαρηγόρητα. Το αίνιγμά της τον προβληματίζει και σε μια στιγμιαία έμπνευση σκέφτεται ότι πρέπει να έχει περίπου την ίδια ηλικία με τη μάνα του και τότε γυρίζει και τρέχει κοντά της. Της πιάνει απαλά το χέρι και την σταματά. Της μιλά στα ισπανικά, όσο τα ξέρει, καθώς ο κόσμος που τους προσπερνά σκουντουφλά πάνω τους, καθώς το χαρούμενο πλήθος προχωρά αδιάφορα αμέριμνο. Την παίρνει απαλά από το χέρι και καταλήγει να την κερνά ένα καφέ και ένα ζεστό σάντουϊτς. Και κάπως έτσι, ξεχνώντας το εισιτήριο που είχε βγάλει ήδη από την Αθήνα, ο Βλάσσης μαθαίνει την ιστορία της σενιόρας Μπιάνκα.

Πώς ήταν νέα κι όμορφη κι ερωτευμένη. Πώς δούλεψε και πώς δημιούργησε σε μια δουλειά που αγαπούσε. Πώς έστησε όμορφο το κοινό σπιτικό τους και τη μοιρασμένη ζωή τους. Πώς έφερε στον κόσμο τα υπέροχα παιδιά του. Πόσο την αγάπησε εκείνος, και πώς ο Θεός γελούσε όσο αυτοί έκαναν σχέδια.

Και μετά; Μετά, πόσο δύσκολα αντέξανε τον χαμό ενός παιδιού, στηρίζοντας ο ένας τον άλλο. Πώς το άλλο παιδί μπαρκάρισε. Πώς βούλιαξε το πλοίο και πώς ψάχνανε άυπνοι, με αγωνία τις λίστες με τα ονόματα των αγνοούμενων. Πώς ο αγαπημένος της αρρώστησε από την στεναχώρια του και πώς τέλειωσε τις μέρες του στο νοσοκομείο χωρίς να ξέρει αν ο αγνοούμενος γλύτωσε ή όχι. O Βλάσσης δεν έμαθε  λεπτομέρειες, πόσο καιρό μπαινοβγαίναν στα νοσοκομεία, αν υπήρχαν άλλα παιδιά. Έμαθε όμως πόση πίκρα μαζεύτηκε στη ζωή της χωρίς να έχει κάνει τίποτα λάθος. Πόση πίκρα. Πόσος πόνος.

Κι η σενιόρα Μπιάνκα, αφού αποχαιρέτησε τον άνδρα της, έφυγε από το νοσοκομείο με το νου χτυπημένο και  δοκιμασμένο από κάθε άποψη. Περπατούσε κλαίγοντας, αλλοπαρμένη – και τότε τα έβαλε με τον Θεό. Είχαν γίνει τόσα που ήταν πια επί προσωπικού. Άλλωστε, ήταν φανερό ότι έπρεπε να Τον αντιμετωπίσει, να Του δείξει τα εγκλήματά Του και να Τον κάνει να καταλάβει τι έκανε. Όχι για την ίδια, όχι, αλλά για όλους τους άλλους τους φουκαριάρηδες που στο μέλλον θα πίστευαν ότι βρήκαν την χαρά και μετά θα τους έπιανε στα σαγόνια Του να τους ξεκοκαλίσει διασκεδάζοντας. Οι λεπτομέρειες άλλωστε δεν είχαν σημασία: οι τρόποι για να πονέσει ο άνθρωπος είναι άπειροι.

Την πρώτη φορά πήγε κοντά στη θάλασσα και περίμενε να φυσήξει άνεμος, να σηκωθεί κύμα, να ουρλιάξει στα στοιχεία της φύσης. Να βγάλει όλη την πίκρα της, όλη την απελπισία του ανθρώπου που άγγιξε με τα ακροδάχτυλα την ευτυχία – να, να εκεί ήταν, δίπλα στα χέρια της – κι ήρθε σαν φύσημα ανέμου κάτι άγριο και ξένο και απατηλά απρόβλεπτο και τα πήρε μακριά της. Περίμενε να ουρλιάξει όπως περίπου ουρλιάζουν οι ήρωες στις αμερικάνικες ταινίες: γύρω καταιγίδα, χαμός, εικόνα που αυθόρμητα σου φέρνει στο μυαλό τον Θεό. Όμως δεν φύσηξε εκείνη τη μέρα κι έτσι η σενιόρα Μπιάνκα θυμήθηκε πώς λένε ότι ο Θεός είναι πανταχού παρών, είναι τα πάντα γύρω μας και το κάθε τι που μπορούμε να δούμε ή να φανταστούμε αποτελεί τμήμα του.

Ο Θεός είναι τα πάντα. Δεν είναι μόνο καταιγίδα, αλλά και παγκάκι, κύμα, ανάσα, σκέψη, βλέφαρο, γραμματοσειρά, άρωμα, λάσπη, μικρόβιο, σύννεφο, βάρκα, μπάλα, χλώριο, άρπα, σελίδα, όνειρο, bit, δάχτυλο, φως, σκοτάδι, σκατά σκύλου. Σκατά σκύλου. Ναι, σκατά σκύλου. Όσο ο Θεός είναι καταιγίδα άλλο τόσο είναι και σκατά σκύλου: η σενιόρα Μπιάνκα βρήκε μια τέτοια, ανίερη κουράδα κοντά της κι άρχισε να βρίζει σε εκείνη τον Θεό («Είσαι σκατά ρε, είσαι σκατά, ΣΚΑΤΑ»), να Του λέει για τον φθόνο Του, για την προδοσία που έχει κάνει στους ανθρώπους, για το αδικαιολόγητο μίσος Του για αυτούς. Η σενιόρα Μπιάνκα ούρλιαξε, έβγαλε τα πνευμόνια της, μίλησε με τον Θεό στο σχήμα μιας κουράδας. Μια γυναίκα δοκιμασμένη έβγαζε όλο της τον καημό πάνω σε ένα μικρό σωρό από σκατά σκύλου. Σταμάτησε να ξεκουραστεί και μετά άρχισε πάλι από την αρχή.

Κι από τότε, περνά τις μέρες και τις νύχτες της περπατώντας στην πόλη. Και κάθε τόσο, όταν ένιωθε λίγο ξεκούραστη, έβαζε τις φωνές στον Θεό, άφηνε ελεύθερα την πίκρα που την πότισε Εκείνος, αναγνωρίζοντάς Τον σε οποιοδήποτε σχήμα τύχαινε να βρεθεί κοντά της. Σε φανοστάτες, σε τσαλακωμένες εφημερίδες, σε πλάκες πεζοδρομίου. Έχει ακόμα αρκετό πόνο για συνεχίζει να Του φωνάζει.

Αυτό ήρθε και μας είπε ο Βλάσσης πως έμαθε για τον Θεό από τη σενιόρα Μπιάκα. Πως είναι γύρω μας. Πως μας κυκλώνει ασφυκτικά. Παίζει με τις ζωές μας και τις καταστρέφει για το γούστο Του. Και μας φανερώνεται σαν κάτι παραπάνω. Κάτι παραπάνω από αυτά που δείχνουν οι ταινίες.

Κάτι παραπάνω από ουράνιες φαντασμαγορίες, κάτι παραπάνω από καιρικό φαινόμενο.

Κάτι Παραπάνω από μια Καταιγίδα.

Mes que una tormenta.