
Φίλοι και γνωστοί, συγγενείς, αδέλφια και επαγγελματικές γνωριμίες, μέσα στα πρώτα λεπτά που γνωριζόμαστε και συζητάμε καταλαβαίνουν δύο πράγματα για εμένα: λατρεύω το κρασί και σιχαίνομαι τον Χατζηγιάννη.
Θα μπορούσα και τώρα να σας πω ένα σωρό πράγματα για την σχέση μου και το πάθος μου για το κρασί, αλλά αλλού θέλω να καταλήξω. Ο τρέχων γκόμενος της Ζέτας Φάε-Κάτι-Επιτέλους από πού κι ως πού; (σας ακούω που αναρωτιέστε – στις ελεύθερες ώρες μου είμαι τηλεπαθητικός).
Κατ΄ αρχήν μουσικά είναι μια μετριότητα. Το ίδιο τραγούδι, γλυκερό κι άνοστο, πάνω κάτω οι ίδιοι στίχοι, ρεφραίν στην επαναλαμβανόμενη λογική γηπεδικών συνθημάτων – βάζουμε έναν καινούργιο τίτλο κι αυτό ήταν: σουξέ! Δεν είναι τυχαίο ότι ο τύπος βγάζει τραγούδι που παίζει πρώτα σε διαφήμιση – τζινγκλάκια είναι το πεδίο του. Μ’ ενοχλεί επίσης το ύφος του, κάτι δηλώσεις «εγώ κάνω σκεπτόμενη ποπ» που σε κάνουν να ξερνάς πριν προλάβεις να ανοίξεις το στόμα σου. Κυρίως όμως μου την δίνει πώς μας τον ταϊζουν με το ζόρι. Τα playlist στα ραδιόφωνα, οι διαφημίσεις στην τηλεόραση, κάτι μυστήριες χορηγίες. Εντάξει, για κανά παιδικό πάρτυ παλεύεται (υπάρχουν άλλωστε και χειρότερα, όπως ξέρει όποιος έχει ακούσει ολόκληρο το soundtrack της Πάττυ) αλλά ως εκεί. Μας τον ταϊζουν λες και θέλουν να πάρουν το μουσικό συκώτι μας να το κάνουν φουα-γκρα.
Αλλού θέλω να καταλήξω.
Φυσικά, ανάμεσα στους ανθρώπους που ξέρουν για την ειδική σχέση μου με τον Ακατανόμαστο, είναι και ο γιος μου. Ο οποίος μου κάνει τρελή καζούρα για αυτό, όπου βρεθεί κι όπου σταθεί. Έχει προσπαθήσει να καταλάβει γιατί δεν μου αρέσει, αλλά το έχει δεχτεί σαν μια ευκαιρία για πλάκες.
Έτσι, λίγες εβδομάδες πριν κλείσει το σχολείο για καλοκαίρι, χτυπάει το τηλέφωνο στο γραφείο. Βλέπω αναγνώριση – είναι το σπίτι. Το σηκώνω:
- Έλα μωρό!
- Μπαμπά;
- (Σοκ! Ο πιτσιρικάς! Έχει να μου τηλεφωνήσει χρόνια!) Αγάπη μου! Τι κάνεις, καλά;
- Θέλω να σου πω κάτι.
- Πες μου αγόρι μου.
- Στην γιορτή του σχολείου θα παίξει Χατζη’άννη. Κι εγώ τους είπα να το κάνουν. Χα, χα, χα! (κλικ)
- (του’τού – του’τού – του’τού)
Δικιά του ιδέα ή όχι, το άτομο μπήκε στην διαδικασία να με πάρει τηλέφωνο και να με δουλέψει ασύστολα. Κάνε παιδιά να δεις καλό, και άλλες παροιμίες. Αποφάσισα όταν γυρνούσα σπίτι να του αποκεφαλίσω στοργικά όλα τα playmobil, σκέφτηκα όμως τις κραυγές των γειτόνων και άλλαξα γνώμη. Του είπα ότι με σκληρή δουλειά θα πάει μπροστά στη ζωή του κι αυτό συνιστά την απόλυτη εκδίκηση.
Αλλού θέλω να καταλήξω.
Πάμε λοιπόν στην γιορτή του δημοτικού. Έγινε σε ανοικτό θέατρο, με κυκλική ορχήστρα κι ωραία σκιά (ξεκινήσαμε απόγευμα). Οι κερκίδες ήταν γεμάτες μπαμπάδες με βιντεοκάμερες, μαμάδες με μπισκότα και νεαρότερα αδελφάκια. Τα αδελφάκια αντί για τα μπισκότα έτρωγαν τα νάτσος που έπαιρναν οι μπαμπάδες για τις μπύρες τους με αποτέλεσμα τραγική έλλειψη αλμυρών σνακς για αυτούς που τα χρειάζονται. Αντιπαρέρχομαι.
Το σχολείο μας έκανε ένα μικρό σκετς, από κείμενο του Τριβιζά (εγγύηση!), κάτι γυμναστικές επιδείξεις και παραδοσιακούς χορούς, διαφορετικούς ανά τάξη. Κάθε τάξη είχε και την δική της στολή. Τα εκτάκια, πιστιρίκια που είναι πια έτοιμα να ανοίξουν φτερά για το «μεγάλο σχολείο» χώρεψαν μέχρι και ζεϊμπέκικο κι ήταν τόσο αφοπλιστικά, τόσο υπέροχα στην φρεσκάδα τους που ούτε εγώ δεν βρήκα κάτι για να γκρινιάξω (φανταστείτε!). Πέρναγε η ώρα και όλα μια χαρά.
Ώσπου στο τέλος…
Εκεί που καθόμουνα αμέριμνος και αθώος, ακούω ξαφνικά «Και τώρα όλο το σχολείο μας θα ανέβει στην ορχήστρα» και στο βάθος το Χέρια Ψηλά. Σοκ και δέος. Έλεγε αλήθεια το κ@^%παιδο! Όρμησαν πάνω όλες οι τάξεις, έγιναν ένα τσούρμο, από την έκτη μέχρι την πρώτη, κι άρχισαν να χορεύουν.
Έτσι λοιπόν, ένα γλυκό βραδάκι του Ιούνη βρέθηκα να βλέπω ένα ολόκληρο δημοτικό σχολείο να χορεύει απελευθερωτικά, χωρίς χορογραφία, χωρίς αυριανά μαθήματα, χωρίς υποχρεώσεις. Έξι τάξεις να αποχαιρετούν την χρονιά που έβγαλαν σε μια σχεδόν παγανιστική τελετή υποδοχής του καλοκαιριού. Αυτού του ακατάβλητου, ανίκητου ελληνικού καλοκαιριού, με τζιτζίκια, καρπούζι, ξερολιθιά, ξυπολησιά. Με άμμο να έχει κολλήσει ανάμεσα στα δόντια. Με γλυκάνισο και θυμάρι, με μοιρασμένα ηλιοβασιλέματα και δροσερές μπύρες, με τον ήλιο των Κυκλάδων να λούζει το μυαλό, με την δύναμη να μπορείς να αναβάλεις τις σκοτούρες για τα πρωτοβρόχια. Να μπορείς να δεις ξανά ότι, εντάξει, η ζωή συνεχίζεται όπως και δήποτε.
Κι έτσι απλά, τα πιτσιρίκια μας έστειλαν έμπρακτα το μήνυμα. Μην ανησυχείτε, μην σκάτε. Έρχεται καλοκαίρι. Είμαστε εδώ, είμαστε ζωηρά, δροσερά και αιώνια. Κι έρχεται καλοκαίρι ρε σεις, ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ, σαν κάθαρση από όλα σας τα προβλήματα, σαν βουτιά σε δροσερή θάλασσα, σαν τον καρπό σου που ελαφραίνει καθώς δεν φοράς ρολόϊ. Είναι μακριά ακόμη η έξοδος από όλα όσα μας μέλλονται, μα είναι καλοκαίρι κι αυτό μπορεί να τα διώξει όλα σαν ευλογημένος χείμαρρος.
Χέρια ψηλά λοιπόν. Τίποτα πιο εμψυχωτικό για το μέλλον από ένα σχολείο που φωνάζει σύσσωμο Καλό Καλοκαίρι. Λίγο ακόμα και θα με έκαναν να μου αρέσει το τραγούδι τα παλιόπαιδα.
Καλό Καλοκαίρι σε όλους μας!!!
ΥΓ: Το ποστ «Το κρασί κι εγώ» θα είναι λιγότερο γκρινιάρικο.
Filed under: Μουσική,Ο γιος μου,Προσωπικά | 12 σχόλια »