Ο κατά φαντασίαν εργαζόμενος

Όπως κάθε μέρα, κατέβηκα στο γραφείο με το μετρό. Καθώς έφτανα στη δουλειά, είδα το κτίριο κλειστό και ένα σωρό κόσμο μαζεμένο στο απέναντι πεζοδρόμιο. «Τηλεφώνησαν για βόμβα» μου είπε κάποιος γειτονικός μαγαζάτορας και απ’ ό,τι φαίνεται θα έπαιρνε ώρες να το ελέγξουν. Βρήκα τους συναδέλφους μου - ο Γενικός ήταν φανερά στεναχωρημένος – και χαζολογήσαμε για λίγο. Όταν αρκετή ώρα αργότερα οι πυροτεχνουργοί συνέχιζαν να ψάχνουν τα δαιδαλώδη υπόγεια του κτιρίου, δόθηκε το σύνθημα και φύγαμε για καφέ. Ήταν τόσο όμορφη η μέρα που ήταν κρίμα να την περάσουμε ξεροσταλιάζοντας σε ένα πεζοδρόμιο. Τελικά περάσαμε πανέμορφα, παρότι το πρωί στο μετρό είχα στραβώσει από βαρεμάρα για τη μέρα που είχα μπροστά μου.

Όταν έφτασα στο γραφείο, στραβωμένος από βαρεμάρα για τη μέρα που είχα μπροστά μου, είδα πως λειτουργούσε κανονικά. Έκανα λοιπόν τον καφέ μου και κάθισα στον υπολογιστή. Λίγο μετά χτύπησε το τηλέφωνο και η αναγνώριση έδειχνε ότι ήταν από το γραφείο του Γενικού.

- Παρακαλώ;
- Κύριε Παπαδόπουλε, σας ζητά ο Γενικός για εκείνη την εισήγηση που κάνατε.

Έφυγα σφαίρα για το γραφείο του. Η εισήγηση ήταν σημαντική, πίστευα ακράδαντα ότι θα γλυτώναμε πολλά λεφτά με τις προτάσεις μου και ότι είχα τεκμηριώσει τα συμπεράσματα έτσι που κανένας λογικός άνθρωπος δεν θα έλεγε όχι. Κι ενώ περίμενα ότι θα κάτσω στο σαλονάκι έξω από το γραφείο του για ώρα, όπως κάθε άλλη φορά που με είχε ζητήσει, αυτός άνοιξε την πόρτα του για να με τραβήξει μέσα. Ήταν όλος χαμόγελα.

- Γιάννη καλημέρα.
- Καλημέρα κύριε Γενικέ.
- Αυτή η εισήγηση που μου έκανες, με ενθουσίασε. Μπράβο αγόρι μου, μπράβο.
- Σας ευχαριστώ πολύ.
- Εδώ και καιρό περίμενα κάτι τέτοιο από σένα, με τα πτυχία σου και το μυαλό σου. Είμαι ενθουσιασμένος.
- Με κολακεύετε.
- Καθόλου, καθόλου. Σε θεωρώ από τα στελέχη στα οποία θα στηριζόμαστε τα επόμενα χρόνια. Πολύ σημαντικός. Συνέχισε έτσι και σύντομα θα μιλήσουμε και για προαγωγή. Για να μην πω, προαγωγές.

Τώρα γελούσαμε και οι δυο, αυτός ενθαρρυντικά κι εγώ ενθουσιασμένος με την αναγνώριση. Ο ήχος του τηλεφώνου που χτυπούσε με έφερε πίσω στο γραφείο μου. Η αναγνώριση έδειχνε ότι ήταν από το γραφείο του Γενικού.

- Παρακαλώ;
- Κύριε Παπαδόπουλε, σας ενημερώνω ότι η συνάντηση που είχατε για σήμερα αναβάλλεται. Ο Γενικός είναι πολύ απασχολημένος με σημαντικά θέματα, και μου ζήτησε να ακυρώσω το σημερινό meeting.
- Μάλιστα. Ξέρουμε πότε θα γίνει;
- Δεν μου έχει πει ακόμα. Θα σας κρατήσω ενήμερο.

Κατέβασα το ακουστικό και αναρωτήθηκα τι είχα κάνει από το πρωί; Τα συνηθισμένα: μια μικρή βόλτα στα αθλητικά sites, λίγα ανέκδοτα από δω κι από κει, αρκετή ώρα στο youtube. Ευτυχώς υπάρχει και το internet γιατί αλλιώς δεν περνά η ώρα ρε παιδάκι μου! Το ρολόϊ του κομπιούτερ έδειχνε συμμετρικά 12:12 όταν μπήκε ο Αντώνης μέσα, με το γνωστό ξινό ύφος κατηγορίας «θα έπρεπε να είχατε εμένα για προϊστάμενο, ρεμάλια!».

- Σας κατέλαβα εξ απίνης, ε;

Σπαστικός και εξυπνάκιας, του αρέσει να δείχνει ότι έβγαλε καλό Γυμνάσιο και να εκνευρίζει τους πάντες με τη νοοτροπία «εγώ-είμαι-παλιός-εδώ», αλλά σήμερα αυτό θα άλλαζε. Ο Ηλίας σηκώθηκε απάνω και χωρίς λέξη του έχωσε το καλοξυσμένο μολύβι του στο ρουθούνι. Χασκογελούσαμε όλοι καθώς ο Αντώνης βόγκαγε και χοροπήδαγε, προσπαθώντας να απελευθερώσει την ρινική του δίοδο, χωρίς χέρια όμως: ο Βασίλης κι ο Νίκος του κρατούσαν τα χέρια ακίνητα, ενώ εγώ είχα σηκωθεί και του τράβαγα σαλαμάκια στο κωλομέρι, κάτι που είχα να κάνω από το Γυμνάσιο και πολύ μου είχε λείψει. Η φάρσα μας εξελίχθηκε σε θρίαμβο. Μετά από αυτή την ξεφτίλα δεν θα τολμούσε να μας πασάρει δική του δουλειά για τουλάχιστον τρεις – τέσσερις μήνες. Επιτέλους, ήμασταν ελεύθεροι!

- Ήθελα να μιλήσουμε για τον διαγωνισμό της άλλης Παρασκευής. Σας έχει τηλεφωνήσει κανένας;

Η φωνή του Αντώνη με επανέφερε. Κοίταξα τον Ηλία να κάθεται απέναντί μου, ανέκφραστα σοβαρός - ή σοβαρά ανέκφραστος μήπως; - και μετά την μύτη του Αντώνη, άδεια από μολύβια, στυλό ή νόημα. Μουρμουρίσαμε ότι δεν είχαμε καμιά επαφή με κανέναν, μας ζήτησε να τον κρατάμε ενήμερο επειδή ήταν πρόεδρος της σχετικής επιτροπής κι έφυγε.

Αργότερα πέρασε η Σούλα από το τρίτο τμήμα. Φορούσε στενή μίνι φούστα και μαύρο καλσόν στα λεπτά της πόδια. Το πουκάμισο είχε ένα κουμπί ανοιχτό χαμηλότερα από όσο χρειαζόταν και τα σαρκώδη χείλη της τονίζονταν έντονα από το κραγιόν που φορούσε – φούξια; Ναι, κάτι τέτοιο. Πρόσεξα το βλέμμα που ανταλλάξανε με τον Ηλία, βλέμμα γεμάτο νόημα, και μετά από λίγο τους είδα να αγκαλιάζονται και να φιλιούνται παθιασμένα. Εκεί, μπροστά μας, μέσα στο γραφείο, ασυγκράτητα ρουφούσαν ο ένας το στόμα του άλλου, ενώ τα χέρια του Ηλία εξερευνούσαν με θράσος τις καμπύλες της. Μα δεν καταλάβαιναν ότι βρισκόντουσαν σε χώρο εργασίας; Έβηξα διακριτικά, για να τους θυμίσω την παρουσία και άλλων.

Η Σούλα μου έριξε ένα βλέμμα όλο απορία, το οποίο με επανέφερε. Στεκόταν όρθια απέναντί μου, όπως ακριβώς είχε μπει πριν από λίγο, ενώ ο Ηλίας βρισκόταν μερικά μέτρα μακριά της, καθισμένος στο γραφείο του, να ασχολείται με την επιστολή του Καραμάνου.

- Κρύωσες;
- Όχι, όχι, καλά είμαι.
- Ήθελα τις προδιαγραφές για το συμβόλαιο του Κόμβογλου. Ποιος από σας τις έχει;

Ο Νίκος της έκανε νόημα κι εγώ ξανακοίταξα πένθιμα το ρολόϊ κάτω δεξιά στον υπολογιστή. 13:05.

Το απόγευμα, όταν μπήκα σπίτι, βρήκα εκεί την γυναίκα μου να με περιμένει:

- Καλησπέρα.
- Καλησπέρα. Πώς ήταν η μέρα σου στο γραφείο;

Το σκέφτηκα λίγο πριν της δώσω την απάντηση:

- Φανταστική.

Ευτυχές το 1972!

…δείτε το σαν σχόλιο για την απομάκρυνση του Στέλιου Κούλογλου…

Κόπηκα

Προσωπικό ημερολόγιο δεν υποτίθεται ότι είναι το μπλογκ; Αν είπατε ναι, την πατήσατε.

Ε, απλώς κόπηκα χθες βράδυ. Στην κουζίνα (φυσικά) αλλά όχι με κάτι περίπλοκο: έδωσα μια εκ πρώτης όψης άνιση μάχη με το μαχαίρι του ψωμιού. Κι έχασα. Έπρεπε ωστόσο να είχα υποψιαστεί πως θα υπάρξει πρόβλημα όταν άκουσα το καρβέλι να φωνάζει «Θα σε πάρω μαζί μου άτιμε!».

Τέλος πάντων, κόπηκα κι έκανα πρώτη φορά στη ζωή μου ράμματα – συγκεκριμένα δύο, στο μεσαίο δάχτυλο του αριστερού χεριού. Και πρέπει λέει να μην το βρέξω μέχρι τέλος της εβδομάδας. Οι σχετικές υγειονομικές ανησυχίες μου θα έχουν την πλάκα τους – ήδη το πρωί αναγκάστηκα να ξυριστώ απλώνοντας για πρώτη φορά τον αφρό με το άλλο χέρι. Κι έτσι, σήμερα έχω βαβά. Άουτς.

Θα το γυρίσω στο παντεσπάνι κι εγώ για να μάθει!

(Κοπήκατε?)

Ταινίες χωρίς λεσβιακές σκηνές: υπέρ ή κατά;

Κανόνες για το ποστ της ημέρας: Σήμερα θα βρίσω. Ξέρω ότι σας σοκάρω, γαμώ το φελέκι μου, αλλά κάτι πρέπει να γίνει με την επισκεψιμότητα του blog, κι από την στιγμή που δεν θέλω να ξαναγράψω για την Μαρία την Άσχημη, δεν έχω άλλη επιλογή. Γαμώτο, μόλις ξανάγραψα! Σκατά. Τέλος πάντων, θα βρίσω, σε περίπτωση που δεν το πιάσατε ήδη το υπονοούμενο, βλαμμένα. Τι να έκανα άλλωστε; Προλάβανε και γράψαν άλλοι για το Gitar, οπότε, το μόνο που με έμενε ήταν να κάνω το ποστ υλικό για stand-up comedy. Παρασκευή είναι, θα το αντέξετε. Σοφή εφεύρεση η Παρασκευή. Πράγμα που με φέρνει στο άλλο μεγάλο θέμα της ημέρας, που λένε και στα δελτία ειδήσεων: Δεύτερος κανόνας του ποστ είναι ότι σήμερα θα μοιραστώ μαζί σας την εμπειρικά κερδισμένη σοφία μου, τόσο στον τομέα της ανατροφής παιδιών όσο και στον τομέα της κινηματογραφικής απόλαυσης.

Βασική αρχή διαπαιδαγώγησης (κρατάτε σημειώσεις ελπίζω): πάντα προτείνεις στο παιδί σου να ασχολείται με πράγματα που δεν βαριέσαι να κάνεις. Διότι θα βρεθείς να τα κάνεις μαζί του. Λογικό φαίνεται αλλά ελάχιστοι το ακολουθούν. Εξήγηση; Όποιοι δεν έχουν παιδιά, καθώς και συντριπτικό ποσοστό όσων έχουν, δεν συνειδητοποιούν ότι το παιδί γράφει στα παπάρια του το τι κάνει μαζί με τον μπαμπά ή η μαμά, αρκεί να το κάνει για πολύ ώρα. Δεν θα το ένοιαζε λιγότερο αν είναι παζλ, ζωγραφική, παιχνίδι στο κομπιούτερ ή μπάλα στο πάρκο – το μόνο που το νοιάζει είναι να έχει τον χρόνο του γονιού δικό του. Και με το δίκιο του! Δηλαδή ήμαρτον, δεν φτάνει που το ρίξαμε σε τούτο δω τον κωλόκοσμο χωρίς να το ρωτήσουμε, δεν φτάνει που θα του καταστρέψουμε την εφηβεία και θα το στείλουμε στον ψυχαναλυτή, δεν θα ασχοληθούμε καν μαζί του τώρα; Σόρρυ κιόλας, αλλά γονιός είσαι 24 ώρες το εικοσιτετράωρο, δεν βάζεις το παιδί on hold (με την σχετική μουσικούλα ανελκυστήρα), για όποτε τύχει να θυμηθείς ότι θα κάνεις πράγματα μαζί του. Επίσης, αν το δούμε πιο κυνικά, πρέπει να είμαστε καλοί με αυτούς που θα διαλέξουν το γηροκομείο μας, μην το ξεχνάμε!

Με το παραπάνω λοιπόν πειραματικά επιβεβαιωμένο συμπέρασμα, δηλώνω ευτυχής που ο μικρός δείχνει μεγάλη προτίμηση μεταξύ άλλων στο σινεμά. Εντάξει, δεν πήγαμε ακόμα να δούμε Κουροσάβα (εδώ δυσκολεύομαι να πάω την γυναίκα μου σε Κουροσάβα, πώς θα καταφέρω τον γιο μου?) αλλά αισιοδοξώ. Πήγαμε πάντως να δούμε Λούκυ Λουκ, ο οποίος του αρέσει πολύ εδώ και λίγους μήνες.

H αφίσα της ταινίας

Πράγμα που με φέρνει στο άλλο μεγάλο θέμα της ημέρας: οι ήρωες που προσφέρονται στα παιδιά μας είναι πολλών και διαφορετικών προελεύσεων. Έχεις τον Μπομπ τον Σφουγγαράκη – ξέρετε τις ιστορίες με το ΕΣΡ, έτσι; Ο Μπομπ μετατρέπει λέει τα παιδιά σε γκέϊ. Σε αντίθεση φαντάζομαι με τον Μίκυ και τον Γκούφυ που είναι οι απόλυτα αρρενωποί γαμιάδες. Τέλος πάντων. Έχεις από την άλλη κάτι στρατόκαυλους, τους Power Rangers. Σόρρυ κιόλας, αλλά πιο γκέϊ στολή από των Power Rangers ούτε έχω δει ούτε τολμώ να φανταστώ. Για όνομα δηλαδή! – υπάρχουν βίντεο-κλιπ από συναυλίες του Elton John με τους μουσικούς να φοράνε λιγότερο φανταχτερά χρώματα και υφάσματα από τους Power Rangers! Σε σύγκριση με αυτούς, ο Πάτρικ ο Αστερίας είναι πρότυπο ανδρισμού και ο Καλαμάρης Πλοκάμιας κινητή βόμβα τεστοστερόνης!

Ευτυχώς πάντως δεν βλέπουμε Power Rangers. Βλέπουν κάποια παιδιά στο σχολείο, και έχουμε μια περιέργεια να δούμε κι εμείς, αλλά δεν βλέπουμε. Βλέπουμε όμως φανατικά Λούκυ Λουκ, προς μεγάλη χαρά του Μπαμπάκη που διακρίνει βουρκωμένος έναν άξιο διάδοχό του στον σκληρό αυτό κόσμο, έναν κόσμο στιγματισμένο από συνωμοτικά τηλεοπτικά προγράμματα, που μεγαλώνουν παιδιά που παραγγέλνουν λατέ αντί για φραπόγαλο κι ακούνε Μπάρμπαρα Στρέϊζαντ αντί για Λε Πα. Ο ελληνικός πολιτισμός κινδυνεύει σας λέω!!! Read more »

Προβλήματα στην εφαρμογή του Συμφώνου Ελεύθερης Συμβίωσης

Τα πρώτα ζευγάρια που καλούνται να συνυπάρξουν σύμφωνα με τα προβλεπόμενο από το Σύμφωνο Ελεύθερης Συμβίωσης, προβληματίζονται για την εφαρμογή του στην πράξη

Ιστορία πειρατών και δράκων ΙΙ

Μέρος Β: Καινούργιο πλήρωμα

Προηγούμενα: Ι

Στο μικρό και χωρίς ιδιαίτερες ευκολίες λιμάνι της Σάντα Μαρία ντελ Πουέρτο η νύχτα προχωρά προς το ξημέρωμα, άφωτη από αστέρια, κάτω από έναν ουρανό γεμάτο δυσοίωνα σύννεφα. Είναι η ώρα που ένα νεαρό αγόρι ακολουθεί κατά πόδας, τρέχει για να παραμένει δίπλα του, τον σωτήρα του. Το μέρος είναι ερημικό καθώς τέτοιες ώρες οι άνθρωποι κοιμούνται ή μεθοκοπάνε ή κάνουν έρωτα πάντως αποφεύγουν να περπατούν στα λασπόνερα ή, για να είμαστε ακριβείς, να κάνουν οτιδήποτε άλλο μέσα σε αυτά. Ελάχιστοι διαβάτες κυκλοφορούν στους παγωμένους απ’ την υγρασία δρόμους, βιαστικοί, χωρίς την παρηγοριά του τσιγάρου, θα ήταν αναχρονισμός αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, αφού στα 1610 το ταμπάκο μασιέται και φτύνεται αλλά δεν φουμάρεται ακόμα, σε αντίθεση με πλήθος άλλων χόρτων, εξωτικών και μη. Το αγόρι συνεχίζει να ακολουθεί φυσικά, αλλά κοιτάζει με όλο και πιο έκδηλη απορία το μικρό δράκο που κάθεται πάνω στον ώμο του Ντέϊβιντ, του Ντέϊβιντ που προχωρά ζαλισμένος και κατηφής.

Αυτός ο άνθρωπος, ας το παραδεχτούμε για να ξεμπλέκουμε, ενταγμένος σε έναν τόπο ανομίας, κατοικημένο από απόβλητους των ευρωπαϊκών κοινωνιών της εποχής, εμφανίζεται ανένταχτος ανάμεσα στους ανένταχτους, δείχνει αταίριαστος όσο ένα διαστημόπλοιο ανάμεσα σε πιρόγες. Ήδη γνωρίζουμε κάτι έντονα παράδοξο για αυτόν, και τούτο δεν είναι ότι υπερασπίστηκε ένα άγνωστό του αγόρι, ούτε ότι τόλμησε να αναμετρηθεί με τον διαβόητο Πιέρ τον Ξανθό, άλλωστε ο Ντέϊβιντ ο Δράκος, όπως είναι γνωστός στην πιάτσα, έχει τον σεβασμό που έχουν όλοι οι παλιοί πειρατές, οι λίγοι που επιζούν ακόμα δηλαδή. Μάλιστα, το πιο παράδοξο σε αυτόν δεν είναι καν ότι φέρει ένα δράκο στον ώμο σαν κατοικίδιο ζωάκι. Το αληθινά ανορθόδοξο γεγονός είναι ότι δεν σκότωσε τον Πιέρ μετά την αναμέτρησή τους και έδειξε φιλευσπλαχνία σε ένα περιβάλλον που δεν έχει λέξη για αυτή την έννοια. Αν παρατηρήσουμε καλύτερα τον άνθρωπο αυτό, θα δούμε ένα βλέμμα αλλιώτικο, με το βυθό του ματιού όσο περνά η ώρα να μοιάζει θολός σαν βυθός ρηχής λίμνης, η λάσπη έχει αναταραχθεί μέσα του, και τα χέρια τρέμουν, χοντρές στάλες ιδρώτα τρέχουν κάτω από το καπέλο του, παρότι το ξημέρωμα πλησιάζει και η νύχτα είναι κρύα. Και αν σε όλα αυτά προσθέσουμε τη νευρικότητα, την βιασύνη, την κοφτή αναπνοή, την διεσταλμένη κόρη, κάποιος με μεγαλύτερη από εμάς εμπειρία θα είχε βγάλει ήδη το συμπέρασμά του: ο άνθρωπος αυτός πάσχει από κάποια εξάρτηση.

Και καθώς με βιασύνη ακατάστατη προσπαθεί να επιστρέψει στο δωμάτιο που νοικιάζει και στην ασφάλεια του χόρτου, όλη του η σκέψη είναι στην στιγμή που θα το βάλει στο λυχναράκι και θα ανασάνει τους λυτρωτικούς, μαυλιστικούς ατμούς του, τώρα γυρνά απότομα στο αγόρι να το διώξει Τι θέλεις πια, σταμάτα να με ακολουθείς, Με έσωσες, θέλω να είμαι μαζί σου, Δεν σε έσωσα, κανέναν δεν έσωσα, απλά ανέβαλα το αναπόφευκτο και αυτή είναι μια φράση που μπερδεύει το αγόρι, δεν έχει τις εμπειρίες ενός άνδρα για να καταλάβει τι εννοεί ο Ντέιβιντ, που ίσως να εννοεί ότι η τελική επικράτηση του Πιέρ είναι αναπόφευκτη, ελάχιστοι θα είχαν την τόλμη να σκεφτούν ότι δεν μιλά για τον Πιέρ συγκεκριμένα αλλά για κάτι άλλο, κάποιον Άλλον, που όλοι μας μοιραζόμαστε την βεβαιότητα μιας μελλοντικής συνάντησης μαζί Του και όλοι μας απλώς την αναβάλουμε, κι αυτό χωρίς να διαλέξει καν την τυχαία λέξη που θα Τον κατονομάσει – Θεός; Θάνατος; Μοίρα; Πάντως το βέβαιο ραντεβού το μοιραζόμαστε όλοι. Τούτες οι σκέψεις βέβαια είναι απρόσιτες για το αγόρι, ευτυχώς ίσως, διατηρεί μια στρώση πολύτιμης αθωότητας και τώρα συστήνεται Με λένε Άνταμ, Και τι θέλεις από μένα Άνταμ, Θέλω να με πάρεις για μέλος στο πλήρωμά σου, Δεν έχω πλήρωμα, δεν είμαι καπετάνιος, Ναι, αλλά θα μαζέψεις, έτσι δεν είναι; Και στέκονται οι δυο τους σιωπηλοί, καθώς ο Ντέϊβιντ δεν απαντά την ερώτηση. Είναι τόσο δύσκολη και σκληρή η σιωπή όταν βάζεις όλο σου το μέλλον σε μια ερώτηση και ο άνθρωπος απέναντί σου δεν σου απαντά, όταν ένας άνδρας ρωτά μια γυναίκα Μ’ αγαπάς κι εκείνη δεν απαντά, κι ο χρόνος μένει μετέωρος και ο πλανήτης παύει την αιώνια περιστροφή του, εκείνη συνεχίζει να μην απαντά, δεν του λέει το Όχι που θα τον σφάξει, δεν του λέει ούτε το Ναι που θα σφάξει και τους δυο τους, μόνο σιωπά και συνταιριάζει το πρόσωπό της το μυστήριο, όπως μόνο τα πρόσωπα των όμορφων γυναικών μπορούν. Έτσι και τώρα, ο Ντέϊβιντ σιωπά, θα ήθελε να είναι ήδη τυλιγμένος από τους ατμούς του χόρτου του, έχει αργήσει, και δεν ξέρει πώς να διώξει αυτό το αγόρι χωρίς να του κάνει ζημιά, έχει αρχίσει να ψιχαλίζει μάλιστα, χοντρές, κρύες στάλες. Και τότε ο δράκος αφήνει μια απότομη, μεταλλική κραυγή και πετά από τον ώμο του Ντέιβιντ στον ώμο του αγοριού που τον κοιτάζει έκπληκτος και ευχάριστα ξαφνιασμένος από αυτό το άγγιγμα, οπότε ο Ντέιβιντ δεν θέλει να χρονοτριβεί άλλο, έχει τα θέματά του και δεν μπορεί να μεταπείσει το αγόρι έτσι στα όρθια και μάλιστα με την βροχή να ξεκινά, τα επείγοντα πάντα προηγούνται των σημαντικών κι είναι αυτό μια αλήθεια που κρατά φορές – φορές την ανθρωπότητα ολόκληρη πίσω.

Έτσι λοιπόν φτάνουν στο δωμάτιο του Ντέϊβιντ και ο νεαρός Άνταμ είναι ενθουσιασμένος Πώς τον φωνάζεις; ρωτάει, Δράκο τον λέω, δεν του έχω δώσει όνομα, Με συμπάθησε, Μην νομίζεις ότι συνέβη κάτι τέτοιο, απλά δεν ήθελε να βραχεί, είναι πλάσματα της φωτιάς και του αέρα οι δράκοι, και ο δράκος για να δείξει ότι συμφωνεί με τον Ντέιβιντ έκανε έναν ήχο σαν να μιλάει μια καμπανίτσα. Έτσι είναι η φωνή του; ρώτησε ο Άνταμ, Έτσι, απλά μεγαλώνοντας αλλάζει κι ακούγεται σαν μεγάλη καμπάνα; Δηλαδή θα μεγαλώσει κι άλλο; Φυσικά, φαντάζεσαι να μείνει στο μέγεθος γατιού για μια ζωή; Και πού τον βρήκες; Σαν πολλά δεν ρωτάς νεαρέ; Συμπάθα με, δεν έχω ξανασυναντήσει δράκο, Όπως και όλοι όσοι ήρθαν απ’ τα μέρη μας, μην ανησυχείς, δεν θύμωσα. Και όση ώρα γινόταν αυτός ο διάλογος ο Ντέιβιντ είχε εντοπίσει το πουγκί με το τριμμένο χόρτο που ζητούσε, Φύγε τώρα, πήγαινε να με περιμένεις έξω και θα έρθω μετά, Και ο δράκος; Δράκε, με ποιον θα μείνεις; Απίστευτη αληθινά κίνηση, το κατοικίδιο να έχει δικαίωμα επιλογής, αλλά φαίνεται πως οι δράκοι δεν είναι φτιαγμένοι για κατοικίδια, άλλωστε ποιο άλλο κατοικίδιο θα χαρακτηριζόταν πλάσμα της φωτιάς και του αέρα, μάλλον ισότιμοι των ανθρώπων είναι και νιώθουν και φέρονται ως τέτοιοι. Καμπανάκια ακούστηκαν από το στόμα του δράκου, σηκώθηκε και πέταξε προς το παράθυρο, βεβαιώθηκε ότι η βροχή είχε σταματήσει, έκανε δυο κύκλους στον αέρα πάνω από το κεφάλι του Ντέιβιντ και κατέβηκε πάλι στον ώμο του Άνταμ. Εντάξει, να πας με τον πιτσιρικά, και να τον προσέχεις κιόλας. Το αγόρι ήταν ενθουσιασμένο με τον καινούργιο του φίλο, και δεν αναρωτήθηκε τι θα έκανε μόνος του στο δωμάτιο ο Ντέιβιντ, ας μην αναρωτηθούμε κι εμείς κάτι που θα μας φανεί στενάχωρο και αδιάκριτο, άλλωστε αυτός ο άνθρωπος που μόλις έσωσε ένα νεαρό αγόρι αξίζει σίγουρα μια κάποια συμπάθεια από μέρους μας, ας παρατηρήσουμε μόνο ότι το πουγκί με το χόρτο είναι σχεδόν άδειο και σύντομα θα χρειαστεί γέμισμα.

Κι έτσι το αγόρι έτρεξε χαρούμενο στον δρόμο, παρά την κούραση της ώρας, ενώ ο Ντεϊβιντ ασχολήθηκε με την λησμονιά του, πιστεύοντας ότι θα ξεφορτωθεί τον μικρό μέσα στις επόμενες μέρες, αφού θα γίνει φανερό ότι δεν πρόκειται να σαλπάρουν. Όμως όπως είπαν και πιο σοφοί από μας, όταν οι άνθρωποι κάνουν σχέδια ο Θεός γελά, ο Πιέρ είχε αποφασίσει να πάρει σκληρή εκδίκηση από τον Ντέϊβιντ για τον εξευτελισμό του και για να στερεώσει ξανά την φήμη του στους άλλους πειρατές σκότωσε πάνω σε καυγά έναν καινούργιο στην πόλη, έναν άνθρωπο που ούτε το όνομά του δεν πρόλαβε κανείς να μάθει, αν αυτό είναι προϋπόθεση για να μπορέσεις να αναφερθείς σε κάποιον ή για να τον σκοτώσεις. Και μετά ο Πιέρ άφησε να μαθευτεί ότι όποιος του φέρει τον Ντέϊβιντ τον Δράκο, ζωντανό, θα έχει πελώρια οικονομική ανταμοιβή. Είναι αλήθεια ότι οι κάτοικοι του λιμανιού της Σάντα Μαρία ντελ Πουέρτο έτρεφαν όλοι μια ιδιαίτερη αγάπη στις οικονομικές ανταμοιβές, ωστόσο δεν ήταν τόσο απλό. Ο Ντέιβιντ ήταν γνωστός στο λιμάνι, είχε σαλπάρει με σπουδαίους καπετάνιους του παρελθόντος και επιπλέον ήταν άριστος χειριστής του μαχαιριού και πολύ δυνατός στην μάχη σώμα με σώμα, οπότε η γενναιότητα των πιθανών κυνηγών του έφθινε όταν σκεφτόντουσαν πώς θα του επιτεθούνε. Να παρατηρήσουμε φυσικά εδώ ότι δεν πρόκειται για αυθεντική γενναιότητα, καθώς αυτή εμφανίζεται μόνο στις περιπτώσεις που δεν είναι σίγουρα θετική η έκβαση μιας σύγκρουσης ή ενός ρίσκου, και ίσως μάλιστα χαρακτηρίζεται ως γενναίος κάποιος που τολμά χωρίς να έχει ταπεινά κίνητρα, γενναιότητα τελικά είναι μόνο όταν πας κόντρα στην λογική της αυτοσυντήρησής σου, να κάτι που οι νοικοκυραίοι θα θεωρούσαν κουταμάρα και το ίδιο και οι πειρατές. Ίσως λοιπόν αυτοί οι δυο να έχουν και άλλα κοινά, εκτός από την τελική της ζωής μας συνάντηση την οποία υπαινιχθήκαμε νωρίτερα, με μια δύναμη που δεν προσδιορίζεται πριν την συναντήσεις, ίσως πειρατές και νοικοκυραίοι γίνονται ένα όταν ακούν κουδουνίσματα χρυσών νομισμάτων.

Δεν πέρασαν λοιπόν πολλές μέρες και ο Ντέιβιντ διαπίστωσε ότι ο κόσμος στον δρόμο τον κοιτούσε περίεργα και απέφευγε να του μιλήσει, από φόβο μήπως θεωρηθεί φίλος του και ο Πιέρ ο Ξανθός τον κυνηγήσει από κοινού με τον Ντέιβιντ τον Δράκο, χρειάστηκε να του λύσει την απορία ο προμηθευτής του χόρτου του, ο καλούμενος Τούρκος, παρατσούκλι φυσικά και όχι όνομα, αλλά είτε έτσι είτε αλλιώς κι ο ίδιος τον εαυτό του Τούρκο έλεγε, Δράκε, του είπε ο Τούρκος, μην με πλησιάζεις μπροστά σε κόσμο και να ξέρεις δεν θα σου ξαναδώσω χόρτο, δεν θέλω να με δει κανείς μαζί σου Γιατί αυτό; Σε έχει επικηρύξει ο Πιέρ, καλά θα κάνεις να φύγεις από την Σάντα Μαρία ντελ Πουέρτο, και χάθηκε στα σοκάκια ο Τούρκος, σαν ανάσα ονείρου, να λοιπόν που η επιθυμία του Αντάμ θα γινόταν πραγματικότητα και ο Ντέιβιντ θα σαλπάριζε, όχι για την περιπέτεια, όχι για την αγάπη της πατρίδας ή της γυναίκας, ούτε καν για τα πλούτη, ταπεινό μα σύνηθες κίνητρο, θα σαλπάριζε γιατί ο Τούρκος είχε το μονοπώλιο του χόρτου στην πόλη, ήταν ένα παράξενο μυρωδικό που φύτρωνε στην νέα ήπειρο και το αξιοποιούσαν οι ιθαγενείς στις τελετουργίες του, έπρεπε λοιπόν να φύγουν για να βρει προμήθειες αλλά και για να αποφύγει τους μαχαιροβγάλτες του Πιέρ, που σιγά – σιγά καταλάβαιναν ότι ο Ξανθός Καπετάνιος είχε αποφασίσει να χύσει αίμα, και αν αυτό δεν ήταν του Ντέιβιντ θα ήταν το δικό τους.

Μέσα σε ένα απόγευμα αναγκάστηκε να κάνει τις κινήσεις του ο Ντέιβιντ, μίλησε με ένα γέροντα πειρατή που δέχτηκε να του νοικιάσει το καράβι του, βρήκε τέσσερις ναύτες πολύ μεθυσμένους ή πολύ ανόητους για να φοβούνται τον Πιέρ, και τις ίδιες ώρες ο Πιέρ περνούσε από όλες τις ταβέρνες της πόλης, με την μεθοδικότητα κάθε χασάπη, και γύρευε ποιος είδε και πού τον εχθρό του, και όταν τελικά έμαθε ότι ετοιμαζόταν να σαλπάρει, Ο δειλός ετοιμάζεται να φύγει, Μα ούτε μια βδομάδα δεν πέρασε από τη νύχτα του καυγά, και μάζεψε επτά από τα πιο αποφασισμένα και πιο αιμοβόρα παλληκάρια του και έτρεξαν στο λιμάνι, έφτασαν λοιπόν με μια μικρή καθυστέρηση, όσο χρειαζόταν για να δουν το σκάφος να φεύγει, τα πανιά του κοροϊδευτικά ανοιγμένα, σαν υφασμάτινες ειρωνίες, να σημαδεύουν τον ορίζοντα, και στην πρύμνη να τους χαιρετά ένας πρόθυμος νεαρός μούτσος με έναν δράκο στον ώμο του.

Όταν βγήκαν στα ανοιχτά και σάλπαραν για την δύση, ο Άνταμ ρώτησε το Ντέιβιντ Πού πάμε; Σε έναν τόπο που ζούνε ιθαγενείς Γιατί; Γιατί κάποτε ήταν αδέλφια μου και ο Άνταμ σιώπησε αλλά φρόντισε να μην ρωτήσει γιατί τότε έρχονται και οι άλλοι του πληρώματος, αφού ήταν περισσότερο από βέβαιο ότι οι υπόλοιποι ελπίζαν σε κάποιο πλιάτσικο. Προτίμησε να συνεχίσει να περνά τον χρόνο του προσπαθώντας να καταλάβει την γλώσσα του δράκου και να ξεχνά τον Πιέρ τον Ξανθό που σίγουρα περίμενε στις σκιές του λιμανιού την επιστροφή τους για να πάρει την εκδίκησή του.

συνεχίζεται…

Πάσχα, των Ελλήνων Πάσχα

Από flickr, χρήστης ConGiannoulis

Περάσανε κι οι μέρες αυτές, από αύριο τα κεφάλια πάλι μέσα. Δεν έχω παράπονο, μια χαρά ήταν, πλήρης εμπειριών. Με άλλα λόγια, πάλι καταφέραμε να στριμώξουμε πέντε – έξι δραστηριότητες στις έως τέσσερις ζώνες που έχει μια φυσιολογική ημέρα. Και παρότι μου έσκασε ίωση Μ.Σάββατο το απόγευμα (και με ταλαιπώρησε μέχρι και την Τρίτη του Πάσχα) και τα κοκορέτσια τα τυλίξαμε με τον κουμπάρο μου, και το αρνί το σουβλίσαμε, και τις βόλτες μας τις κάναμε. Τις αγκινάρες τις φάγαμε φρικασέ, με κατσικάκι, και ένα ωραίο μπουκάλι Sauvignon Blanc. Άντε να δω πώς θα μαζευτούν τα μυαλά για το γραφείο!

Κάθε Πάσχα είναι ίδιο με τα προηγούμενα και κάθε Πάσχα διαφορετικό. Και αν ξέρεις τις καλές και τις στραβές όψεις των ανθρώπων με το οποίο τα περνάς, κι αν οι εκπλήξεις λιγοστεύουν χρόνο με τον χρόνο, και πάλι η έκφραση «χρονιάρες μέρες» σημαδεύει με την βαρύτητά της. Όταν μάλιστα συνδυάζεται με την έλευση της Άνοιξης (ναι, με κεφαλαίο) ακόμα καλύτερα.

Ακολουθεί flashback στο οποίο ο Αφηγητής αναπολεί τα φοιτητικά του χρόνια, αλλά αποδεικνύεται ότι κατά την διάρκειά τους ήταν συνέχεια τόσο πίτα που δεν θυμάται και πολλά πράγματα.

Πάντως, το πιο ιδιαίτερο Πάσχα που έχω ζήσει το έζησα την μία και μοναδική χρονιά που γιόρτασα ως «μετανάστης», σπουδάζοντας στη Βρετανία. Μέχρι και την Μ.Παρασκευή δίναμε εξετάσεις, οπότε οτιδήποτε εορταστικό στριμώχτηκε τις τελευταίες δύο μέρες. Πήγαμε για Ανάσταση στην ελληνορθόδοξη εκκλησία της πόλης (και όμως υπήρχε!), στις 22:00, για να ταυτιζόμαστε με ώρα Ελλάδας, και μετά για μαγειρίτσα σε τοπική ταβέρνα. Ανήμερα το Πάσχα είχαμε κανονίσει τραπέζι καμιά εικοσαριά άτομα, όλοι φοιτητές, όπου είχαμε μοιράσει τα πιάτα: άλλοι σαλάτες, άλλοι αλοιφές, άλλοι πατάτες, άλλοι να ψήνουν παϊδάκια. Μαθήματα project management το μαγείρεμα φοιτητών για φοιτητές.

Στο τραπέζι ήμασταν Έλληνες, Κύπριοι, Ινδοί, δυο –τρεις Άγγλοι, ένας Γερμανός. Μας έκανε καιρό, με αποτέλεσμα να βγάλουμε τραπεζάκια έξω, στο γρασίδι του campus – είχα διαλέξει και κάτι πορτογαλέζικα ρουστίκ κόκκινα κρασάκια κι είχαμε γίνει ντίρλα από νωρίς το πρωί. Ζήσαμε εξόχως σουρεαλιστικές στιγμές με όπλα μια φωτογραφική και ένα κασετόφωνο: βλέπετε, ο αδελφός μου, μου είχε στείλει ταχυδρομικά κασέτα με δημοτικά, την επονομαζόμενη συλλογή Greek Ylenti ’97, οπότε βάλαμε συρτούς και καλαματιανούς στο campus. Φτάσαμε και στα τσάμικα, όπου κανείς δεν τολμούσε να χορέψει, οπότε βγάλαμε στημένες φωτογραφίες, παίρνοντας πόζα αλλά ακίνητοι, ώστε να έχουμε αποδείξεις ότι και καλά χορέψαμε. Μόνο ποντιακά δεν είχαμε (hint hint) αλλά κι αν είχαμε πάλι ακίνητοι και φωτογραφημένοι θα τα χορεύαμε!

Μετά από κανένα μισάωρο και πάνω που είχαν αρχίσει να βγαίνουν τα πρώτα παϊδάκια από την φωτιά, μας έρχεται καρφωτή η ασφάλεια του campus. Πρώτη ερώτηση αν έχουμε πάρει άδεια να βγάλουμε τα έπιπλα έξω. Έπεσε το γέλιο της αρκούδας. ο τύπος δεν ήθελε να το παίξει μεγάλος και τρανός, αλλά υπήρχαν κάτι ξενέρωτες δύο κτίρια παραπέρα που θεωρούσαν ότι αναστατωνόταν το σύμπαν τους με ένα μεσημεριανό τραπέζι Ελλήνων – αναγκαστήκαμε να τα μαζέψουμε. Στριμωχτήκαμε σε μία κουζίνα flat, γύρω στα 20 άτομα, και μετά το απόγευμα ήρθαν και άλλοι – ένας φίλος που είχε γενέθλια και έπεσε στο κέντρο ενός ομαδικού μεθυσιού άνευ προηγουμένου. Σβήσαμε κεράκια και συνεχίσαμε τη νύχτα σε κλαμπ, από το οποίο έφυγα κατ ευθείαν γύρω στις δύο για να πάρω το λεωφορείο για Heathrow. Ξημερώματα ερχόταν η καλή μου να με δει – και αυτό ήταν πραγματικά νέο αναστάσιμο για έναν φοιτητή! :D

Τέλος flashback, επιστροφή στο 2008 και στην σε καμία περίπτωση φοιτητική καθημερινότητα του Αφηγητή.

Φέτος, το καλό είναι ότι αντέξαμε τον παρανοϊκό καιρό της Μεγάλης Εβδομάδας και γυρίσαμε σε μια πόλη ανοιξιάτικη, με τις τριανταφυλλιές να μοσκοβολάνε στους κήπους και τις παπαρούνες να βρίσκουν κάθε διαθέσιμη χαραμάδα για να μας θυμίζουν με αγένεια ότι τα πιο απλά πράγματα παραμένουν και τα πιο όμορφα. Και μια πόλη γεμάτη δραστηριότητες: από σινεμά (είδαμε Λούκυ Λουκ, αλλά θα γίνει χωριστό ποστ) και τραπεζάκια έξω στις ταβέρνες, μέχρι χορό από νεανικές και ορεξάτες ομάδες. Έλαβα με mail το παρακάτω από μια φίλη, και δείχνει πολύ ενδιαφέρον. Όπως και πολλές άλλες «μικρές» δουλειές που γίνονται στην πόλη, δείχνει σημαδεμένη από την όρεξη και το κέφι για δημιουργία νέων ανθρώπων – αυτό από μόνο του είναι καλό σημάδι.

Καλή επιστροφή σε όλους μας! (ακόμα και σε όσους έχουν πάει ήδη αρκετές μέρες δουλειά)

Καλή Ανάσταση!

Σε μισή ώρα φεύγουμε για τα πατρογονικά εδάφη (της καλής μου φυσικά, παντρεμένος είμαι, τι περιμένατε?). Θα είμαι για μερικές μέρες στην χώρα του dial-up. Έτσι, το blog αργεί - αλλά δεν κάθεται άπραγο! Είναι περισσότερο από βέβαιο ότι ψάχνει φρέσκες αγκινάρες για να καταναλώσει τις καρδιές τους ως μεζέ τσίπουρου, με αφορμή και όχι αιτία όλο αυτό το τελετουργικό του σουβλίσματος (για δες καιρό που διάλεξε κλπ κλπ)…

Τα λέμε συντόμως, να περάσετε υπέροχα! :D

Οι της ημετέρας παιδείας μετέχοντες

Αναμφισβήτητα ανάμεσα στα αυθεντικά greatest hits των αρχαίων η ρήση του τίτλου (LP: Ισοκράτη Πανηγυρικός). Και όπως κάθε greatest hit των εποχών που το βινύλιο των 45 στροφών κυριαρχούσε, η ημετέρα παιδεία έχει δύο πλευρές.

Όταν ανακαινίσαμε το σπίτι, την εποχή πριν γεννηθεί το παιδί (μιλάμε προφανώς για προϊστορικά χρόνια, κάπου ανάμεσα στην Ιουράσιο και στην Κρητιδική περίοδο) το συνεργείο των μπογιατζήδων είχε επικεφαλής έναν Σύριο, τον Οσάμα, καλή του ώρα. Έκαναν καλή δουλειά με τα παλικάρια του, Άραβες όλοι. Θυμάμαι πόσο ήρεμα μιλούσαν μεταξύ τους και πόσο μελωδικοί ήταν οι φθόγγοι της γλώσσας τους. Ήταν όλοι τους ψηλοί, μελαψοί, λιγόσαρκοι, με φαρδιές παλάμες  και ξεκάθαρη καμπούρα, σαν να είχαν μάθει να σκύβουν από νωρίς. Εκτός από τον ίδιο τον Οσάμα, που στεκόταν με την πλάτη στητή και χάριζε χαμόγελα ανοιχτού ανθρώπου καθώς έπαιζε με τον φωτισμό στους σπατουλαρισμένους τοίχους μέχρι να βεβαιωθεί ότι δεν υπάρχει τίποτα λάθος στην φρεσκοβαμμένη επιφάνεια.

Ο Οσάμα ήταν ήδη 7-8 χρόνια στην Ελλάδα, μίλαγε άψογα ελληνικά (με μικρά λάθη στην χρήση της υποτακτικής) και είχε επίσημη άδεια παραμονής. Είχε και κοπέλα κι αγαπιόντουσαν πολύ – φαινόταν από το ύφος του όταν μίλαγε στο κινητό. Δεν θυμάμαι το όνομά της, θυμάμαι ότι ήταν από την Ρουμανία και ζούσε κι εκείνη χρόνια στην Ελλάδα. Θα παντρευόντουσαν εκείνη την χρονιά και φυσικά, όλο τον κοινό τους βίο, όλες τους τις μοιρασμένες στιγμές, τις είχαν στα Ελληνικά.

Πάντοτε έβρισκα ανοιξιάτικη αυτή την σκέψη. Δυο άνθρωποι που ήρθαν από δυο άσχετες γωνιές του κόσμου και βρεθήκαν δίπλα – δίπλα σε αυτό το μυστηριώδες χωνευτήρι που τολμά (σπάνια, αλλά τολμά) να γίνεται ο τόπος μας, με την γλώσσα στο ρόλο της συνεκτικής κόλλας. Κάτι σαν την αττική διάλεκτο στους αλεξανδρινούς χρόνους. Ομορφιές.

Αρκετά όμως με τον υφέρποντα ενθουσιασμό κατοίκου της βαλκανικής μητρόπολης, γιατί προχθές το πρωί είδα και την αντίστροφη όψη της νέο-ελληνικής κοινής. :)

Flip side λοιπόν: Έξω από τον σταθμό του μετρό απλώνουν κάθε πρωί την πραμάτεια τους Πακιστανοί και άλλοι, μειώνοντας το ωφέλιμο πλάτος του πεζοδρομίου στο ένα τρίτο του (μα πόσο τεχνοκρατικά ποστ ανεβάζεις ω Μπαμπάκη!). Τα παζάρια πάνω από φτηνά σουτιέν, κακόγουστες ζακέτες και «αφορολόγητα» τζην δίνουν και παίρνουν. Δίπλα, κάποιες γυναίκες μετατρέπουν τον δρόμο σε αυτοσχέδιο δοκιμαστήριο καθώς προσπαθούν να δοκιμάσουν ένα μπατζάκι παντελονιού χωρίς να βγάλουν φυσικά αυτό που φοράνε, και να καταλάβουν παρόλα αυτά αν ο κώλος τους φαίνεται μεγάλος ή όχι. Βλέπω το πρωί να ξεσπά καυγάς μεταξύ δύο διαδοχικών «πάγκων»: μια Φιλιππινέζα (?) και ένας Πακιστανός (???) βρίζονται σε σπαστά ελληνικά:

- Γκαμώτω, τι τέλει; Τι τέλει; Τι;
- Εσύ τι τι τι τι. Αφού σου λέω φύγκει!
- Γκαμώτω! Είναι τλελή γυναίκα αυτό! Γκαμώτω!
- Εσύ γκαμώτω!

Οι περαστικοί μικροαστοί αγανακτούν με την κατάπτωση των ηθών και λίγοι θυμούνται πως οι συμπεριφορές αντιγράφονται και υιοθετούνται βάσει εμπειριών και παιδείας – αλλά αυτό ισχύει για ολόκληρο το πακέτο. Δεν είναι τυχαία άλλωστε η πρόσφατη διαφήμιση της Aegean, αντίθετα αντιπροσωπευτική είναι.

Και ο αλλοδαπός που θα μιμηθεί τους καυγάδες Ελλήνων είναι εξίσου μέτοχος της ημετέρας παιδείας με αυτόν που θα κάνει πρόταση γάμου στην γυναίκα της ζωής του στην κοινή τους γλώσσα. Δυστυχώς. Γκαμώτω.

730 + 1 ημέρες πέρασαν

Διδάγματα που κατάφερα να περισυλλέξω μετά από δύο χρόνια μπλόγκιν (η συν μία ημέρα είναι γιατί περάσαμε και δίσεκτο Φλεβάρη):

  • Το blog είναι ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο για αυτόν που το έχει, ακόμα και αν δεν μπορεί να προσδιορίσει σε κάποιον τρίτο τον τρόπο που το χρησιμοποιεί.
  • Είμαστε η μόνη παρέα αυτο-θαυμαζόμενων ανθρώπων. Αυτό δεν είναι δική μου ατάκα. Είμαστε επίσης η μόνη παρέα που μπορεί τόσο εύκολα να κρύβει τις πηγές της.
  • Ένα τυχαίο δείγμα bloggers είναι πιθανότατα ένα τυχαίο δείγμα ανθρώπων που είναι πολύ πιο ενδιαφέροντες από τον μέσο όρο. Επίσης, με αυτό το χόμπυ, γνωρίζεις κόσμο από άλλες ηλικίες, άλλα επαγγέλματα, άλλες συνήθειες και προτεραιότητες. Ανοίγεις τους ορίζοντές σου.
  • Η ελληνική μπλογκόσφαιρα όταν ξεκίνησα ζούσε  την ευτυχισμένη παιδική της ηλικία. Όλοι ήμασταν φίλοι με όλους, λες και κατεβαίναμε υποψήφιες σε καλλιστεία («με τα κορίτσια γίναμε πολύ καλές φίλες»). Από τον Σεπτέμβρη του ’06 μέρχι και πέρυσι το καλοκαίρι θα έλεγα ότι περάσαμε την πιο άγρια εφηβεία που μπορούσαμε, με όλες τις σφαγές που ήταν λογικό να φέρει αυτό .Τώρα έχει αρχίσει μια ενηλικίωση (ούτε κουβέντα για πάρτυ φέτος!). Αναρωτιέμαι πού θα βγάλει. Όλα αυτά τα γράφω με ύφος γκουρού εντωμεταξύ κι αυτό μου φαίνεται εξαιρετικά αφύσικο.
  • Παρά το προηγούμενο point, έχω κάνει αληθινούς φίλους από εδώ μέσα. Μετράει πολύ αυτό.
  • Είναι πολύ σουρεαλιστική εμπειρία να συναντιέσαι με ανθρώπους σε μπαράκια ή ταβέρνες και να συστήνεστε με το nickname σας. Τις καλύτερες αντιδράσεις της πρώτης φοράς τις πετυχαίνει ο Αθήναιος φυσικά, αλλά κι οι υπόλοιποι έχουμε την πλάκα μας. :D
  • Ωστόσο: η πλήρης ψευδωνυμία δεν θα κρατήσει για πολύ. Απόλαυσέ την όσο κρατάει.
  • Η αναγνωσιμότητα είναι τελικά υπερτιμημένη. Η αποδοχή σου από τους υπόλοιπους του σιναφιού, αντίθετα, είναι υποτιμημένη.
  • Είναι καλύτερα την επισκεψιμότητά σου να την κρατάς για τον εαυτό σου, εξασφαλίζεις την ειρήνη.
  • Η επισκεψιμότητα σίγουρα ανεβαίνει με αναφορές στο σεξ ή στα αθλητικά, αλλά ο μόνος σίγουρος τρόπος για να χτυπήσεις ταβάνι είναι οι κατινιές και οι καβγάδες στα σχόλια. Υπάρχει κόσμος που έχτισε την «καρριέρα» του πέφτοντάς την σε γνωστούς και πολυ-διαβασμένους bloggers.
  • Το μόνο πράγμα που ενδιαφέρει τους bloggers περισσότερο από το σεξ και τα αθλητικά είναι posts για τα ίδια τα blogs.
  • Όσο ψάρι και να είσαι, δεν χρειάζεται να ζητήσεις την άδεια κάποιου για να τον βάλεις στα link σου.
  • Πολύ σύντομα τα link σου θα είναι περισσότερα απ’ όσα μπορείς να διαβάζεις κάθε μέρα. Πολύ περισσότερα. Αποδέξου το. Μετά βάλε κι άλλα link.
  • Τα μεγάλα κείμενα δεν πουλάνε. Οι φωτογραφίες πουλάνε. Οι φωτογραφίες της Μαρίας Κορινθίου πουλάνε πολύ.
  • Όσο λυρικά και να γράφεις, όσο συγκλονιστικό συναίσθημα και να βγάζεις, ό,τι κι αν αφήσεις ελεύθερο από τα σώψυχά σου, πάλι η «Μαρία η Άσχημη» θα είναι η πρώτη αναζήτηση που σου στέλνει το google. Μαζί με τα «γαμήσια». Και εντάξει αυτά, αλλά πώς χωνεύεις το «άνδρες με καλσόν»;
  • Όταν σταματήσει ο γιος σου να σε φωνάζει Μπαμπάκη, και σε λέει εντελώς βαρετά και προβλέψιμα Μπαμπά, θα συνεχίσουν να υπάρχουν διάφοροι λαλημένοι στο Internet που επιμένουν να σε φωνάζουν Μπαμπάκη και αυτό είναι σαν να σου κάνουν link στο παρελθόν σου.
  • Θα έρθει κάποια στιγμή που όσα ήθελες να πεις για τον εαυτό σου τα έχεις πει. Μάλιστα, θα μετανιώσεις που είπες τόσα πολλά. Το πώς συνεχίζεις να ποστάρεις μετά από εκείνη την στιγμή έχει σημασία.
  • Τα καλύτερα κείμενα έρχονται από ένα συνδυασμό πίεσης και αφηρημένου. Ανοίγεις τον κειμενογράφο κι αρχίζεις να πληκτρολογείς – και όπου σε βγάλει. Ακόμα κι αν δεν είναι όμορφο, είναι εσύ.
  • Αν κάνεις το λάθος να παίζεις σε όλα τα μπλογκοπαίχνιδα για τα οποία σου στέλνουν πάσα, θα σου στείλουν κι άλλα! (εδώ υπάρχει υπονοούμενο, χε χε χε )
  • Λίγοι θυμούνται τι έχεις γράψει στο παρελθόν, αλλά είναι οι μόνοι που μετράνε τελικά, οπότε μην επαναλαμβάνεσαι.
  • Τα e-γενέθλιά σου τα θυμάσαι εσύ και κανένας άλλος. Ίσως φταίει ότι δεν κερνάς τούρτα.
  • Οι λίστες είναι ένας απλός τρόπος να βγάλεις το ποστ της ημέρας. ;)

Σαν χθες, πριν δύο χρόνια, ανέβηκε το πρώτο ποστ του Μπαμπάκη, με παρότρυνση φίλων, με όλα τα αποτελέσματα που… μαντεύετε. Πέρυσι πάντως μου άρεσε περισσότερο το ποστ που ανέβασα. Γερνάω φαίνεται. :)